Τι θα διαβάσετε στο άρθρο:
- Γιατί οι διακοπές μπορούν να απορρυθμίσουν τη θεραπευτική ρουτίνα.
- Τι πρέπει να προσέχουν ασθενείς με διαβήτη, υπέρταση, καρδιολογικά ή αναπνευστικά νοσήματα.
- Πώς επηρεάζουν τη χρόνια νόσο η ζέστη, το ταξίδι, η αφυδάτωση, το αλκοόλ και η αλλαγή γευμάτων.
- Γιατί η σωστή λήψη της αγωγής είναι θέμα ασφάλειας, όχι απλής «πειθαρχίας».
Οι διακοπές αλλάζουν τον ρυθμό της ημέρας. Άλλες ώρες ύπνου, διαφορετικά γεύματα, περισσότερη ζέστη, μετακινήσεις, θάλασσα, περπάτημα, αλκοόλ, λιγότερη σταθερότητα. Για έναν υγιή άνθρωπο, όλα αυτά είναι μέρος της χαλάρωσης. Για έναν άνθρωπο που ζει με χρόνιο νόσημα, όμως, μπορούν να επηρεάσουν τη θεραπεία, την πίεση, το σάκχαρο, την αναπνοή, την καρδιακή λειτουργία ή την ενυδάτωση.
Γι’ αυτό ο χρόνιος ασθενής δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τις διακοπές σαν περίοδο όπου «βλέπουμε και κάνουμε». Μπορεί και πρέπει να ταξιδέψει, να ξεκουραστεί, να αλλάξει παραστάσεις. Αρκεί να μη βάλει τη θεραπεία του σε παρένθεση.
Η προετοιμασία ξεκινά πριν από την αναχώρηση. Ο ασθενής πρέπει να έχει μαζί του αρκετά φάρμακα για όλες τις ημέρες του ταξιδιού και λίγες ακόμη, σε περίπτωση καθυστέρησης επιστροφής. Καλό είναι να έχει τα φάρμακα στην αρχική τους συσκευασία, μια καθαρή λίστα με τη θεραπεία του, τις δοσολογίες και τα στοιχεία επικοινωνίας του γιατρού του. Το CDC συστήνει στους ταξιδιώτες να μεταφέρουν τα φάρμακα στις αρχικές, ετικεταρισμένες συσκευασίες τους και να έχουν αντίγραφα των συνταγών τους, ιδιαίτερα όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό.
Για όσους παίρνουν πολλά φάρμακα, η λίστα θεραπείας δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ασφάλεια. Αν χρειαστεί επίσκεψη σε γιατρό, φαρμακείο ή νοσοκομείο στον τόπο των διακοπών, ο ασθενής ή ο φροντιστής του πρέπει να μπορεί να δείξει γρήγορα τι λαμβάνει, σε ποια δόση και για ποιο νόσημα. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό για ηλικιωμένους, ασθενείς με καρδιολογικό ιστορικό, διαβήτη, νεφρική νόσο, ΧΑΠ, άσθμα ή όσους λαμβάνουν αντιπηκτικά, ινσουλίνη, διουρητικά ή πολλά σκευάσματα μαζί.
Η ζέστη είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες απορρύθμισης. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι τα ακραία επίπεδα ζέστης μπορούν να επιβαρύνουν χρόνια νοσήματα, όπως καρδιαγγειακές, αναπνευστικές, νεφρικές και διαβητικές καταστάσεις, ενώ αυξάνουν τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης, θερμοπληξίας και οξείας νεφρικής βλάβης. Δεν είναι λοιπόν απλώς θέμα δυσφορίας. Για έναν χρόνιο ασθενή, ο καύσωνας μπορεί να αλλάξει πραγματικά την ισορροπία του οργανισμού.
Ο διαβητικός ασθενής χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η αλλαγή στα γεύματα, η περισσότερη κίνηση, το μπάνιο, η κατανάλωση αλκοόλ, η αφυδάτωση ή η απώλεια όρεξης μπορούν να επηρεάσουν το σάκχαρο. Δεν είναι σπάνιο στις διακοπές να παραλείπονται γεύματα ή να γίνονται «πιο ελεύθερες» επιλογές, χωρίς να υπολογίζεται η αγωγή. Ο ασθενής πρέπει να έχει μαζί του ό,τι χρειάζεται για την παρακολούθησή του, να γνωρίζει τι κάνει σε περίπτωση υπογλυκαιμίας ή υψηλών τιμών και να μη μεταβάλλει μόνος του τη φαρμακευτική αγωγή χωρίς οδηγία γιατρού.
Ο υπερτασικός ασθενής μπορεί επίσης να επηρεαστεί από τη ζέστη. Η αφυδάτωση, η εφίδρωση, το αλκοόλ, η πολύωρη έκθεση στον ήλιο και η αλλαγή στη διατροφή μπορούν να επηρεάσουν την πίεση. Κάποιοι ασθενείς νιώθουν ζάλη ή αδυναμία, ειδικά αν παίρνουν αντιυπερτασικά ή διουρητικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματούν ή αλλάζουν μόνοι τους τα φάρμακα. Σημαίνει ότι πρέπει να έχουν ενημερωθεί από πριν τι πρέπει να προσέχουν και πότε πρέπει να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους.
Ο καρδιοπαθής δεν πρέπει να υποτιμά την κόπωση. Το περπάτημα μέσα στη ζέστη, οι ανηφόρες σε νησιά, η μεταφορά αποσκευών, η αφυδάτωση, το πολύ αλάτι ή το αλκοόλ μπορεί να επιβαρύνουν την καρδιά. Δύσπνοια, πόνος ή βάρος στο στήθος, έντονη κόπωση, πρήξιμο στα πόδια, λιποθυμική τάση ή αίσθημα παλμών δεν πρέπει να αποδίδονται εύκολα στη «ζέστη» ή στην ηλικία. Είναι συμπτώματα που χρειάζονται ιατρική εκτίμηση.
Οι ασθενείς με ΧΑΠ ή άσθμα πρέπει να έχουν πάντα μαζί τους την αγωγή τους και τα εισπνεόμενα που τους έχουν συσταθεί. Η ζέστη, η υγρασία, η σκόνη, ο καπνός, η μετακίνηση ή μια λοίμωξη μπορούν να προκαλέσουν επιδείνωση. Ο ασθενής και ο φροντιστής του πρέπει να γνωρίζουν ποιο εισπνεόμενο είναι καθημερινής αγωγής και ποιο χρησιμοποιείται σε επιδείνωση, εφόσον αυτό έχει εξηγηθεί από τον γιατρό. Η δύσπνοια που επιμένει, η κυάνωση, η έντονη καταβολή ή η ανάγκη για συχνότερη χρήση ανακουφιστικού φαρμάκου είναι λόγοι επικοινωνίας με γιατρό.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται και στη φύλαξη των φαρμάκων. Το αυτοκίνητο που μένει στον ήλιο, η βαλίτσα που παραμένει σε ζεστό χώρο ή η τσάντα στην παραλία δεν είναι ασφαλή σημεία φύλαξης. Ορισμένα φάρμακα επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, ενώ άλλα χρειάζονται ειδικές συνθήκες. Όσοι χρησιμοποιούν ινσουλίνη, βιολογικές θεραπείες ή σκευάσματα που απαιτούν ψύξη πρέπει να έχουν μιλήσει πριν φύγουν με τον φαρμακοποιό ή τον γιατρό τους για τον σωστό τρόπο μεταφοράς και φύλαξης.
Ο καύσωνας μπορεί επίσης να επηρεάσει τη δράση ή την ασφάλεια ορισμένων φαρμάκων. Το CDC επισημαίνει ότι σε περιόδους ζέστης χρειάζεται προσοχή σε φάρμακα που μπορεί να οδηγήσουν σε αφυδάτωση, να επηρεάσουν ηλεκτρολύτες ή να αλλάξουν την ικανότητα του οργανισμού να ρυθμίζει τη θερμοκρασία του. Τυχόν αλλαγές στη δόση ή στο πρόγραμμα λήψης πρέπει να είναι εξατομικευμένες και να γίνονται με ιατρική καθοδήγηση, όχι με πρωτοβουλία του ασθενούς.
Ο φροντιστής έχει κρίσιμο ρόλο, ειδικά όταν ο ασθενής είναι ηλικιωμένος ή παίρνει πολλά φάρμακα. Πριν από το ταξίδι, καλό είναι να ελέγξει αν υπάρχουν αρκετά φάρμακα, αν οι συσκευασίες είναι πλήρεις, αν η αγωγή είναι γραμμένη καθαρά και αν υπάρχει τρόπος επικοινωνίας με τον γιατρό. Στις διακοπές πρέπει να παρακολουθεί πρακτικά πράγματα, αν ο ασθενής πίνει υγρά, αν τρώει, αν παίρνει σωστά τα φάρμακα, αν ζαλίζεται, αν είναι πιο μπερδεμένος από το συνηθισμένο, αν δυσκολεύεται να αναπνεύσει ή αν παρουσιάζει έντονη κόπωση.
Ο ΕΟΔΥ κατατάσσει στους υψηλού κινδύνου για τις επιπτώσεις της ζέστης τους ηλικιωμένους, τα βρέφη και μικρά παιδιά, τους ασθενείς με χρόνια νοσήματα, όπως καρδιοπάθειες, πνευμονοπάθειες, σακχαρώδη διαβήτη και νεφρική νόσο, καθώς και τα άτομα που λαμβάνουν συγκεκριμένες κατηγορίες φαρμάκων. Αυτό σημαίνει ότι οι διακοπές ενός χρόνιου ασθενούς χρειάζονται λίγο περισσότερη οργάνωση, όχι φόβο.
Ο φαρμακοποιός μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά πριν από την αναχώρηση. Μπορεί να ελέγξει αν υπάρχουν ελλείψεις, να υπενθυμίσει τη σωστή φύλαξη, να βοηθήσει στην οργάνωση των δόσεων, να εξηγήσει τι πρέπει να προσέχει ο ασθενής με τη ζέστη ή το αλκοόλ και να τον παραπέμψει στον γιατρό όταν υπάρχουν ερωτήματα. Για έναν χρόνιο ασθενή, μια σύντομη συζήτηση στο φαρμακείο πριν από τις διακοπές μπορεί να αποτρέψει λάθη που στις διακοπές γίνονται πιο δύσκολα στη διαχείριση.
Η συμμόρφωση στη θεραπεία δεν είναι «πειθαρχία» με την αυστηρή έννοια. Είναι προστασία. Πολλές απορρυθμίσεις δεν συμβαίνουν επειδή ο ασθενής αδιαφορεί, αλλά επειδή άλλαξε το περιβάλλον του, έχασε τη ρουτίνα του, ξέχασε δόσεις, δεν είχε μαζί του τα σωστά φάρμακα ή δεν γνώριζε πώς η ζέστη και το ταξίδι επηρεάζουν την πάθησή του.
Οι διακοπές πρέπει να είναι ανάπαυση, όχι απορρύθμιση. Ο άνθρωπος με χρόνιο νόσημα μπορεί να ταξιδέψει, να χαρεί, να κινηθεί, να αλλάξει παραστάσεις. Αρκεί να έχει προετοιμαστεί σωστά και να θυμάται κάτι απλό, κάνουμε διάλειμμα από τη δουλειά και την καθημερινότητα, όχι από τη θεραπεία που μας κρατά ασφαλείς.
