Την ανάγκη για ουσιαστική αντιμετώπιση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στη διάγνωση και θεραπεία του καρκίνου, ανέδειξαν οι συμμετέχοντες σε πάνελ που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Economist Impact στην Αθήνα.
Στη συζήτηση εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, ο ρόλος των επιστημονικών φορέων και των συλλόγων ασθενών, καθώς και οι προκλήσεις και οι προοπτικές ενίσχυσης των εθνικών συστημάτων υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κοινή διαπίστωση των ομιλητών ήταν ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, οι ανισότητες εξακολουθούν να διατρέχουν οριζόντια το σύστημα υγείας, επηρεάζοντας την έγκαιρη διάγνωση, την πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες και τη συνολική πορεία των ασθενών.
Εύη Δραμαλιώτη, γενική γραμματέας Συντονισμού στην Προεδρία της Κυβέρνησης
Η κ. Δραμαλιώτη παρουσίασε τον κυβερνητικό σχεδιασμό για την υγεία, δίνοντας έμφαση στις δράσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, σημειώνοντας ότι έως τον προσεχή Αύγουστο θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι δεσμεύσεις που έχουν συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Όπως ανέφερε, «ένας σημαντικός δείκτης για τη μείωση του καρκίνου είναι οι δαπάνες για την υγεία», υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα, μετά από μια μακρά περίοδο οικονομικής κρίσης, είχε σημαντικά περιορίσει τις σχετικές δαπάνες. Ωστόσο, όπως τόνισε, την περίοδο 2019-2026 καταγράφεται αύξηση που ξεπερνά το 100%, ιδιαίτερα μετά το 2023.
Αναφερόμενη στην ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, σημείωσε ότι για το 2026 προβλέπεται αύξηση προσλήψεων ιατρικού προσωπικού κατά 30% σε σχέση με το 2025, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην κάλυψη θέσεων σε παραμεθόριες περιοχές, όπου ήδη έχουν καλυφθεί 200 από τις 300 θέσεις που παρέμεναν κενές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πρόληψη, τονίζοντας ότι «όταν το 40% των διαγνωσμένων καρκίνων μπορούν να θεραπευτούν, γίνεται σαφές πόσο κρίσιμη είναι η πρόληψη». Όπως είπε, η χώρα μετατοπίζεται σταδιακά από ένα μοντέλο που εστιάζει στη θεραπεία, σε ένα μοντέλο που δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη.
Μεταξύ των παρεμβάσεων που υλοποιούνται, περιλαμβάνονται η ψηφιοποίηση της υγείας μέσω του Ηλεκτρονικού Φακέλου, η λειτουργία της γραμμής 1566 για την καθοδήγηση των ασθενών, τα περισσότερα από 15.000 δωρεάν απογευματινά χειρουργεία, η εφαρμογή συστημάτων ιχνηλάτησης που μείωσαν τον χρόνο αναμονής κατά 65% και η κατ’ οίκον παράδοση φαρμάκων υψηλού κόστους, που το 2025 εξυπηρέτησε πάνω από 60.000 ασθενείς. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επέκταση του προγράμματος «Προλαμβάνω», επισημαίνοντας ότι έχουν ήδη εξεταστεί περίπου 2,3 εκατομμύρια γυναίκες για καρκίνο του μαστού.
Ως δεύτερο βασικό πυλώνα ανέδειξε την προσβασιμότητα και την ολοκληρωμένη φροντίδα, υπογραμμίζοντας τη σημασία της κατ’ οίκον νοσηλείας και της διανομής φαρμάκων. Ειδική αναφορά έκανε και στις επενδύσεις σε υποδομές, με εκτεταμένες ανακαινίσεις και δημιουργία νέων πτερύγων, καθώς και στο νέο αντικαρκινικό νοσοκομείο Θεαγένειο στη Θεσσαλονίκη, μία επένδυση 300 εκατ. ευρώ που θα προσφέρει 425 νέες κλίνες και σύγχρονο εξοπλισμό.
Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου, μη εκτελεστική πρόεδρος ΕΟΠΥΥ – πρόεδρος επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων
Η κ. Γκογκοζώτου αναφέρθηκε στη λειτουργία της επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχουν επιτευχθεί σημαντικά βήματα στον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης.
Όπως είπε, η επιτροπή διαχειρίζεται πλέον συμφωνίες που ξεπερνούν τα 3,5 δισ. ευρώ αρχικής δαπάνης, ενώ μέσα σε έξι χρόνια ο προϋπολογισμός των σχετικών παρεμβάσεων αυξήθηκε από 100 εκατ. ευρώ σε πάνω από 1,5 δισ. ευρώ. «Καταφέρνουμε να θέτουμε λογικά όρια χωρίς να αποκλείουμε ασθενείς από τις θεραπείες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο βασικός μοχλός πίεσης αφορά φάρμακα με εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές.
Στόχος, σύμφωνα με την ίδια, είναι η εξοικονόμηση πόρων ώστε να δημιουργηθεί χώρος για την ένταξη νέων καινοτόμων αλλά ιδιαίτερα ακριβών θεραπειών, οι οποίες μπορούν να καλύψουν ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες και σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε πλήρη ίαση. Τόνισε, επίσης, την ανάγκη για ένα νέο σύστημα αξιολόγησης που θα βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και εκβάσεις ασθενών, προκειμένου να τεκμηριώνεται η αποτελεσματικότητα των θεραπειών.
Αναφερόμενη στο κόστος, σημείωσε ότι ενώ πριν από δέκα χρόνια η ακριβότερη θεραπεία κόστιζε περίπου 20.000 ευρώ ετησίως, σήμερα υπάρχουν θεραπείες που φθάνουν τα 2 εκατ. ευρώ, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των συστημάτων υγείας στα νέα δεδομένα.
Δήμητρα Λίγγρη, δικηγόρος – νομική σύμβουλος της Ελληνικής Επιτροπής ΑΤΥ και της ΕΚΑΠΥ
Η κ. Λίγγρη αναφέρθηκε στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα στον τομέα της υγείας, τονίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στην υιοθέτηση κανονισμών με άμεση ισχύ, χωρίς να απαιτείται ενσωμάτωσή τους στο εθνικό δίκαιο. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο δεδομένων υγείας, ο οποίος, όπως είπε, αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη βελτιστοποίηση της αξιοποίησης των δεδομένων και στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η εφαρμογή αυτών των κανονισμών απαιτεί εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, με συνεχή επιμόρφωση και ικανότητα προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, σημείωσε ότι διαμορφώνονται πλέον οι προϋποθέσεις για καλύτερη διασύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα, επισημαίνοντας την ανάγκη επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Αναστάσιος Σαμουηλίδης, διευθυντής κυβερνητικών υποθέσεων, Σύλλογος Ελλήνων Ασθενών
Ο κ. Σαμουηλίδης εστίασε στην εμπειρία των ασθενών, επισημαίνοντας ότι ο καρκίνος αποτελεί πεδίο όπου οι ανισότητες εμφανίζονται με ιδιαίτερη ένταση.
Όπως ανέφερε, παρά το γεγονός ότι το ελληνικό σύστημα υγείας παρέχει γενναιόδωρες καλύψεις, οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, όπως το εισόδημα, η εκπαίδευση και οι συνθήκες διαβίωσης, εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Τόνισε ότι στον προσυμπτωματικό έλεγχο έχουν γίνει σημαντικά βήματα, ωστόσο απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση της συμμετοχής, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες.
Αναφερόμενος στον ρόλο των συλλόγων ασθενών, σημείωσε ότι μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της πρόσβασης και της ενημέρωσης, καλώντας την Πολιτεία να αξιοποιήσει περισσότερο τη συμβολή τους.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη για σαφή καθορισμό της διαδρομής του ασθενούς μέσα στο σύστημα υγείας, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη εξειδικευμένων δομών σε κάθε περιοχή, αλλά η ύπαρξη οργανωμένων δικτύων με κοινές προδιαγραφές ποιότητας.
Αναστάσιος Μπούτης, παθολόγος-ογκολόγος και διευθυντής Θεαγενείου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης
Ο κ. Μπούτης ανέδειξε τις προκλήσεις που σχετίζονται με την ανισότιμη πρόσβαση στην ογκολογική φροντίδα, επισημαίνοντας ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η γεωγραφία της χώρας. Όπως είπε, ένα από τα βασικά προβλήματα είναι η έλλειψη συνέχειας στη φροντίδα, η οποία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, μετατρέπεται σε ένα «ατελείωτο μπρος-πίσω» για τους ασθενείς.
Πρότεινε πέντε βασικές παρεμβάσεις: την ολοκλήρωση ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο, τη βελτίωση της λειτουργίας των ογκολογικών δικτύων και συμβουλίων, την ενίσχυση της πρόσβασης στην καινοτομία, την περαιτέρω ψηφιοποίηση και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων φύλου.
Υπογράμμισε ότι οι γυναίκες επιβαρύνονται δυσανάλογα, τόσο ως ασθενείς όσο και ως φροντιστές, γεγονός που απαιτεί στοχευμένες πολιτικές.
Κώστας Αθανασάκης, αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών Υγείας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
Ο κ. Αθανασάκης προσέγγισε το ζήτημα από οικονομική και κοινωνική σκοπιά, επισημαίνοντας ότι ο καρκίνος δεν αποτελεί μόνο ιατρικό, αλλά και κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο. Αναφέρθηκε στις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί, τονίζοντας ότι τα επόμενα βήματα πρέπει να επικεντρωθούν στον καλύτερο συντονισμό της φροντίδας, την ενίσχυση της οικονομικής προστασίας των ασθενών και τη διασύνδεση του συστήματος υγείας με τις υπηρεσίες στην κοινότητα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη παρακολούθησης των αποτελεσμάτων και των χρόνων πρόσβασης, επισημαίνοντας ότι αυτό αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της αποδοτικότητας του συστήματος.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η υγεία συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, σημειώνοντας ότι πέρα από το σύστημα υγείας, ρόλο πρέπει να διαδραματίσουν και οι εργοδότες, ιδιαίτερα στην υποστήριξη των γυναικών με καρκίνο.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
