Από τον Τάκη Μαραλέτο
Η Υγεία δεν βρέθηκε στο επίκεντρο του οικονομικού πακέτου που παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Βρέθηκε όμως σε αρκετά σημεία της ομιλίας του και ακόμη περισσότερο στις παρεμβάσεις της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας που προηγήθηκαν.
Η εικόνα είναι σαφώς θετική μεν αλλά έχει δύο όψεις. Θα μπορούσε με συγκεκριμένες χειρουργικές παρεμβάσεις να είναι μόνο θετική.
Από τη μία βρίσκονται οι επενδύσεις στα νοσοκομεία, η πρόληψη, η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η προσπάθεια μεταφοράς μεγαλύτερου μέρους της φροντίδας πριν από το νοσοκομείο.
Από την άλλη, παραμένουν ανοιχτά κάποια ζητήματα που επηρεάζουν ήδη ασθενείς και επαγγελματίες της Υγείας.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το πρόγραμμα δωρεάν φαρμακευτικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, το οποίο παραμένει σε αναστολή περισσότερο από δύο μήνες μετά τη διακοπή του.
Και βέβαια υπάρχει το μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα της αγοράς φαρμάκου, η φαρμακευτική δαπάνη και το clawback.
Πρόληψη με κεντρικό ρόλο στην πολιτική Υγείας
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε στη Θεσσαλονίκη τη στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης να μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος στην πρόληψη.
Από το 2027 προβλέπονται δωρεάν οδοντιατρικοί έλεγχοι για σχεδόν 300.000 παιδιά ηλικίας 5 έως 14 ετών και επαναφορά του Dentist Pass.
Ανακοινώθηκε επίσης στοχευμένη αποζημίωση των συστημάτων συνεχούς καταγραφής γλυκόζης για ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Το «στοχευμένη αποζημίωση» σημαίνει ότι θα πρέπει να δούμε ποια θα είναι τα κριτήρια ένταξης και ποιόν αριθμό ασθενών θα αφορά.
Στη συνέντευξη Τύπου της Κυριακής ο Πρωθυπουργός επανήλθε στο θέμα, συνδέοντας την πρόληψη με την προσπάθεια αλλαγής της κουλτούρας των πολιτών απέναντι στην υγεία τους.
Το οικονομικό σκεπτικό είναι ισχυρό.
Η έγκαιρη διάγνωση ενός καρκίνου, ενός καρδιαγγειακού προβλήματος ή του διαβήτη μπορεί να αποτρέψει σημαντικά μεγαλύτερη κλινική και οικονομική επιβάρυνση αργότερα.
Το αποτέλεσμα όμως δεν θα κριθεί από τον αριθμό των SMS που θα σταλούν ούτε μόνο από τον αριθμό των εξετάσεων που θα πραγματοποιηθούν.
Θα κριθεί από το πόσοι άνθρωποι θα εξεταστούν, πόσα περιστατικά θα εντοπιστούν εγκαίρως και κυρίως από το πόσο γρήγορα θα μπορέσει το σύστημα να τους οδηγήσει στη σωστή θεραπεία.
«ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» με 300 εκατ. ευρώ έως το 2030
Η σημαντικότερη ίσως οικονομική είδηση αφορά τη συνέχεια του ίδιου του προγράμματος.
Το Υπουργείο Υγείας ανακοίνωσε ότι το Εθνικό Πρόγραμμα Πρόληψης «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» επεκτείνεται έως το 2030 με χρηματοδότηση 300 εκατ. ευρώ, πλέον εξ ολοκλήρου από εθνικούς πόρους.
Από τον Σεπτέμβριο ενεργοποιούνται σταδιακά νέα παραπεμπτικά για δωρεάν προληπτικές εξετάσεις που αφορούν 6,9 εκατ. πολίτες.
Οι εξετάσεις καλύπτουν τον καρδιαγγειακό έλεγχο και την πρόληψη του καρκίνου του μαστού, του τραχήλου της μήτρας και του παχέος εντέρου.
Η μετάβαση από το Ταμείο Ανάκαμψης σε εθνική χρηματοδότηση είναι κρίσιμη.
Τα προηγούμενα χρόνια δημιουργήθηκαν πολλές νέες δράσεις Υγείας με έκτακτους ευρωπαϊκούς πόρους. Το πραγματικό τεστ αρχίζει όταν αυτοί οι πόροι τελειώνουν και το κράτος πρέπει να αποφασίσει ποιες δράσεις θα μετατρέψει σε μόνιμη πολιτική.
Στην περίπτωση του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», η κυβέρνηση δηλώνει ότι αυτή η συνέχεια έχει εξασφαλιστεί.
Υπάρχει όμως προς το παρόν μία σημαντική εξαίρεση για την οποία δεν έγινε καμία ανακοίνωση.
Η παχυσαρκία, η μεγάλη εκκρεμότητα
Ενώ η νέα περίοδος του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» έχει ήδη αρχίσει, η δράση δωρεάν φαρμακευτικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας δεν έχει επανεκκινήσει.
Η δυνατότητα εκτέλεσης των σχετικών συνταγών σταμάτησε στις 30 Ιουνίου, όταν ολοκληρώθηκε ο κύκλος χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η συγκεκριμένη δράση απεντάχθηκε από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες άνθρωποι που είχαν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα και είχαν αρχίσει θεραπεία να βρεθούν ξαφνικά χωρίς τη δυνατότητα να συνεχίσουν δωρεάν την αγωγή τους.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, περίπου 43.500 δικαιούχοι περιμένουν σήμερα να συνεχίσουν τη θεραπεία τους και να συμπληρώσουν τις προβλεπόμενες δόσεις.
Το Dailypharmanews έχει λάβει αρκετές σχετικές επιστολές διαμαρτυρίας των δικαιούχων προς δημοσίευση.
Αρχικά είχε δοθεί η εικόνα ότι το πρόβλημα θα περιοριζόταν στους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Από τον Σεπτέμβριο, η δράση θα συνεχιζόταν με εθνικούς πόρους και μέσω του ΕΟΠΥΥ.
Η 1η Σεπτεμβρίου όμως πέρασε χωρίς να επανεκκινήσει η χορήγηση.
Το Υπουργείο Υγείας χρειάζεται να ολοκληρώσει τις απαραίτητες υπουργικές αποφάσεις, να οριστικοποιήσει τον τρόπο χρηματοδότησης και να διευθετήσει την τιμή με την οποία θα καλύπτονται τα φάρμακα.
Οι τελευταίες διαθέσιμες πληροφορίες μεταθέτουν πλέον την πιθανή επανεκκίνηση προς το τέλος Σεπτεμβρίου.
Αυτό όμως δεν αποτελεί ακόμη επίσημα δεσμευτική ημερομηνία και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό πρόβλημα.
Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν περιμένουν να ξεκινήσουν ένα μελλοντικό πρόγραμμα. Είχαν ήδη ενταχθεί σε αυτό και είχαν ήδη αρχίσει θεραπεία.
Η Πολιτεία καλείται επομένως να απαντήσει σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα.
Πότε ακριβώς θα μπορούν οι 43.500 δικαιούχοι να πάρουν την επόμενη δόση της θεραπείας που ξεκίνησαν μέσα από το ίδιο το κρατικό πρόγραμμα;
Μέχρι σήμερα, σαφής ημερομηνία δεν έχει ανακοινωθεί.
Οι φαρμακοποιοί δεν έχουν πληρωθεί
Η διακοπή της δράσης δημιούργησε και δεύτερο πρόβλημα, αυτή τη φορά στην αγορά του φαρμάκου.
Τα φαρμακεία είχαν εκτελέσει κανονικά συνταγές του προγράμματος. Είχαν προμηθευτεί και πληρώσει τα φάρμακα στους προμηθευτές τους.
Παράλληλα, όμως, δημιουργήθηκε εκκρεμότητα στην αποζημίωσή τους για τις εκτελέσεις Μαΐου και Ιουνίου.
Ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος προειδοποίησε ότι η καθυστέρηση προκαλεί σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, ιδιαίτερα στα μικρά και μεσαία φαρμακεία.
Μετά από συνάντηση με τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη συμφωνήθηκε να αναζητηθεί λύση για την ταχύτερη εξόφληση μέσω μεταβίβασης πιστώσεων από τον προϋπολογισμό της ΕΚΑΠΥ.
Η αρχική εκτίμηση ήταν ότι οι πληρωμές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μέσα στον Αύγουστο.
Αυτό δεν συνέβη στο χρονοδιάγραμμα που είχε αρχικά παρουσιαστεί.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση που να επιβεβαιώνει την ολοκλήρωση της εξόφλησης των οφειλών Μαΐου και Ιουνίου.
Η υπόθεση έχει μεγαλύτερη σημασία από μια απλή καθυστέρηση πληρωμής.
Αποκαλύπτει τι μπορεί να συμβεί όταν ένα πρόγραμμα Υγείας αλλάζει αιφνιδίως πηγή χρηματοδότησης χωρίς να έχει εξασφαλιστεί προηγουμένως ο μηχανισμός μετάβασης.
Οι ασθενείς μένουν χωρίς τη θεραπεία που είχε εγκρίνει το ίδιο το κράτος.
Τα φαρμακεία καλούνται προσωρινά να χρηματοδοτήσουν από τη δική τους ρευστότητα ένα δημόσιο πρόγραμμα.
Η εκκρεμότητα αυτή θα πρέπει να λήξει όσο το δυνατόν πιο άμεσα τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους φαρμακοποιούς. Δεν ωφελεί και πολιτικά την κυβέρνηση η διαιώνιση της αντιθέτως την βλάπτει και μάλιστα σε κρίσιμο χρονικό σημείο.
Νοσοκομεία: οι επενδύσεις συνεχίζονται
Στο πεδίο των υποδομών η εικόνα είναι διαφορετική.
Σύμφωνα με τον απολογισμό του Υπουργείου Υγείας στη ΔΕΘ, ο αρχικός στόχος αφορούσε την ανακατασκευή 80 νοσοκομείων και 157 Κέντρων Υγείας.
Το Υπουργείο αναφέρει ότι τελικά οι παρεμβάσεις επεκτάθηκαν σε 93 νοσοκομεία και 170 Κέντρα Υγείας.
Στην κεντρική ομιλία του, ο Πρωθυπουργός χρησιμοποίησε διαφορετική αποτύπωση, μιλώντας για 80 νοσοκομεία και 156 Κέντρα Υγείας που ανακαινίζονται.
Η διαφοροποίηση αυτή πιθανότατα αφορά τη διάκριση ανάμεσα στους αρχικούς στόχους, στα ενταγμένα έργα και στα έργα που βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις υλοποίησης.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα κτιριακής αναβάθμισης του ΕΣΥ των τελευταίων δεκαετιών.
Παπανικολάου: επένδυση στις θεραπείες υψηλής τεχνολογίας
Ιδιαίτερη σημασία έχει το νέο Κέντρο Κυτταρικών και Γονιδιακών Θεραπειών και Εργαστηρίων της Αιματολογικής Κλινικής στο νοσοκομείο «Γ. Παπανικολάου».
Η επένδυση ανήλθε σε 13,36 εκατ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, η νέα υποδομή μπορεί να αυξήσει κατά 30 έως 50 τοις εκατό τον αριθμό των κυτταρικών θεραπειών για συγκεκριμένες αιματολογικές κακοήθειες.
Το Κέντρο διαθέτει επίσης Βιοτράπεζα και Εργαστήριο Κλινικών Μελετών.
Δημιουργεί έτσι προϋποθέσεις όχι μόνο για την παροχή εξειδικευμένων θεραπειών αλλά και για τη συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά πρωτόκολλα.
Αυτό πράγματι είναι ένα διαφορετικό μοντέλο επένδυσης στην Υγεία.
Δεν αφορά απλώς ένα καλύτερο κτίριο, αλλά τη δυνατότητα του δημόσιου συστήματος να συμμετέχει στην ιατρική υψηλής τεχνολογίας.
Το δύσκολο στοίχημα είναι το προσωπικό
Τα καινούργια κτίρια όμως δεν λειτουργούν χωρίς προσωπικό.
Αυτό αναγνώρισε ουσιαστικά και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ.
Υποστήριξε ότι σήμερα υπάρχουν περισσότεροι γιατροί και νοσηλευτές από το 2019.
Παραδέχθηκε όμως ταυτόχρονα ότι υπάρχουν προβλήματα στις προκηρύξεις συγκεκριμένων νοσοκομείων και ότι το ΕΣΥ εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερους νοσηλευτές.
Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη πρόσθετης στήριξης των γιατρών που επιλέγουν την περιφέρεια, ακόμη και μέσω επιδοτούμενης κατοικίας.
Η συζήτηση αυτή είναι πιθανό να γίνει ακόμη σημαντικότερη μετά την ολοκλήρωση των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Γιατί ένα σύγχρονο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών χωρίς επαρκείς νοσηλευτές παραμένει υποστελεχωμένο, όσο σύγχρονο και αν είναι το κτίριό του.
Η τεχνητή νοημοσύνη περνά στην Υγεία
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της ομιλίας Μητσοτάκη ήταν η σαφής τοποθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης μέσα στο σχέδιο εκσυγχρονισμού του κράτους.
Ο Πρωθυπουργός ανέφερε ότι η τεχνολογία αυτή θα επεκταθεί σε πολλούς τομείς της δημόσιας διοίκησης.
Κατονόμασε ειδικά την Υγεία ως έναν από τους χώρους στους οποίους ήδη πραγματοποιούνται μεγάλες αλλαγές.
Η δυνατότητα αξιοποίησης δεδομένων από το MyHealth, τα προγράμματα πρόληψης και τις υπόλοιπες ψηφιακές υπηρεσίες μπορεί πράγματι να αλλάξει σημαντικά την οικονομία της Υγείας.
Η πραγματική αξία όμως δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία περισσότερων εφαρμογών, αλλά στη δυνατότητα να γνωρίζουμε καλύτερα ποιοι ασθενείς υπάρχουν, ποια θεραπεία λαμβάνουν, ποιο αποτέλεσμα έχει και τελικά ποια παρέμβαση παράγει πραγματική αξία για κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης.
Το φάρμακο παραμένει το μεγάλο ερώτημα
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη εκκρεμότητα της φετινής ΔΕΘ για την Υγεία.
Η φαρμακευτική βιομηχανία έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι οι υποχρεωτικές επιστροφές έχουν φθάσει σε επίπεδα που επηρεάζουν πλέον τη βιωσιμότητα της αγοράς και την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία.
Στα νοσοκομειακά φάρμακα έχει καταγραφεί clawback 80,7 τοις εκατό για συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.
Πρόκειται για ποσοστό που ο ΣΦΕΕ και το PIF έχουν χαρακτηρίσει νέο αρνητικό ρεκόρ.
Στις εξαγγελίες της ΔΕΘ δεν παρουσιάστηκε νέο συνολικό σχέδιο για τη δραστική αποκλιμάκωση αυτού του μηχανισμού.
Μια αντίφαση που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι ότι ενώ η χώρα επενδύει σε γονιδιακές και κυτταρικές θεραπείες, μιλά για τεχνητή νοημοσύνη, πραγματικά δεδομένα και εξατομικευμένη ιατρική, την ίδια στιγμή, πρέπει να διασφαλίσει ότι το οικονομικό μοντέλο αποζημίωσης μπορεί πράγματι να επιτρέψει στις νέες θεραπείες να φτάσουν στους Έλληνες ασθενείς.
Η επόμενη μέρα θα κριθεί στην εφαρμογή
Η συνολική εικόνα της Υγείας μετά τη Θεσσαλονίκη δεν είναι μονοδιάστατη.
Υπάρχουν μεγάλες επενδύσεις στις υποδομές.
Υπάρχει σαφής μετατόπιση προς την πρόληψη.
Υπάρχει εξασφαλισμένη εθνική χρηματοδότηση για τη συνέχεια του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ».
Υπάρχουν νέες ψηφιακές δυνατότητες και σημαντικές υποδομές για θεραπείες υψηλής τεχνολογίας.
Υπάρχουν όμως και 43.500 άνθρωποι που στις αρχές Σεπτεμβρίου εξακολουθούν να περιμένουν να μάθουν πότε θα συνεχίσουν τη θεραπεία για την παχυσαρκία που τους προσέφερε το ίδιο το κράτος.
Υπάρχουν φαρμακοποιοί που περιμένουν την εξόφληση φαρμάκων τα οποία χορήγησαν τον Μάιο και τον Ιούνιο.
Υπάρχουν νοσοκομεία που δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις.
Υπάρχει έλλειψη νοσηλευτών.
Και υπάρχει μια φαρμακευτική αγορά που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό το βάρος πολύ υψηλών υποχρεωτικών επιστροφών.
Γι’ αυτό η πραγματική συζήτηση για την Υγεία δεν τελειώνει στη ΔΕΘ, αντιθέτως μετά από αυτήν.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα έργα θα γίνουν ή πόσα χρήματα θα δαπανηθούν.
Είναι αν οι επενδύσεις, τα προγράμματα πρόληψης, τα φάρμακα και οι νέες τεχνολογίες μπορούν να συνδεθούν σε ένα σύστημα που λειτουργεί χωρίς κενά για τον ασθενή.
Γιατί τελικά η οικονομία της Υγείας δεν κρίνεται μόνο από το ύψος της δαπάνης, αλλά από από το αποτέλεσμα που αγοράζει αυτή η δαπάνη για τον ασθενή.
