Η ανάγκη για μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο το εθνικό σύστημα υγείας αντιμετωπίζει τα καρδιαγγειακά νοσήματα βρέθηκε στο επίκεντρο της πρόσφατης ενημέρωσης του Προέδρου της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ΕΚΕ), Καθηγητή Κωνσταντίνου Τούτουζα.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Με δεδομένο ότι οι καρδιοπάθειες παραμένουν η κύρια αιτία θανάτου στη χώρα μας, η ΕΚΕ καταθέτει μια ολοκληρωμένη πρόταση προς την Πολιτεία, ζητώντας την άμεση εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Το σχέδιο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην πρόληψη, αλλά επεκτείνεται στην κρίσιμη στιγμή της επείγουσας θεραπείας και φτάνει μέχρι την πλήρη υποστήριξη του ασθενούς μετά το εξιτήριο, καλύπτοντας κενά που σήμερα κοστίζουν ανθρώπινες ζωές.
Η μάχη με τον χρόνο και η καθολική εφαρμογή της θρομβόλυσης
Κεντρικό πυλώνα της παρέμβασης αποτελεί η επίσημη επιστολή της ΕΚΕ προς το Υπουργείο Υγείας, με την οποία ζητείται η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής και καθολικής εφαρμογής της θρομβόλυσης για ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου. Η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει ότι η άμεση επαναιμάτωση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της επιβίωσης. Ενώ η αγγειοπλαστική παραμένει η ιδανική λύση, η πραγματικότητα της ελληνικής γεωγραφίας, με τις απομακρυσμένες και νησιωτικές περιοχές, καθιστά συχνά αδύνατη την πρόσβαση σε αιμοδυναμικά κέντρα εντός του κρίσιμου ορίου των 120 λεπτών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η θρομβόλυση αποδεικνύεται σωτήρια, καθώς μπορεί να αποτρέψει 30 πρώιμους θανάτους ανά 1.000 ασθενείς, ειδικά όταν χορηγείται τις πρώτες έξι ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Η πρόταση της ΕΚΕ είναι σαφής και βασίζεται στις πλέον σύγχρονες διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας. Ορίζεται ότι κάθε ασθενής που διαγιγνώσκεται με έμφραγμα σε μονάδα χωρίς αιμοδυναμικό τμήμα πρέπει να υποβάλλεται άμεσα σε θρομβόλυση, εφόσον η μεταφορά του σε εξειδικευμένο κέντρο απαιτεί περισσότερες από δύο ώρες. Η στρατηγική αυτή, γνωστή ως φαρμακο-επεμβατική, προβλέπει τη χορήγηση του φαρμάκου εντός 10 λεπτών από τη διάγνωση και τη μετέπειτα μεταφορά του ασθενούς για στεφανιογραφία εντός 24 ωρών. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι κανένας πολίτης δεν θα στερηθεί τη βέλτιστη θεραπεία λόγω της τοποθεσίας όπου κατοικεί ή εργάζεται.
Διασύνδεση μέσω τηλεϊατρικής και εκπαίδευση στην πρώτη γραμμή
Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά αυτό το δίκτυο προστασίας, η ΕΚΕ προτείνει την ενεργή εμπλοκή όχι μόνο των καρδιολόγων, αλλά και των γενικών ιατρών και παθολόγων που στελεχώνουν τα Κέντρα Υγείας και τα μικρά περιφερειακά νοσοκομεία. Η διαχείριση των περιστατικών σε περιοχές χωρίς ειδικό καρδιολόγο θα πρέπει να γίνεται από το διαθέσιμο ιατρικό προσωπικό σε άμεση συνεργασία με την εφημερεύουσα καρδιολογική κλινική του νοσοκομείου αναφοράς. Η χρήση της τηλεϊατρικής και των σύγχρονων τεχνολογιών τηλεπικοινωνίας είναι απαραίτητο να θεσπιστεί ως μόνιμο εργαλείο καθοδήγησης, επιτρέποντας την απομακρυσμένη εκτίμηση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και την υποστήριξη του ιατρού που διενεργεί τη θρομβόλυση σε πραγματικό χρόνο.
Παράλληλα, η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία ζητά από τους αρμόδιους φορείς τη διενέργεια εντατικών προγραμμάτων εκπαίδευσης για όλους τους ιατρούς της πρώτης γραμμής στις στρατηγικές επαναιμάτωσης. Ο Καθηγητής κ. Τούτουζας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης τόσο των ειδικευμένων όσο και των ειδικευόμενων ιατρών, μέσα από το διευρυμένο δίκτυο συνεδρίων της ΕΚΕ. Ο ρόλος του σύγχρονου καρδιολόγου εξελίσσεται πλέον σε έναν ρόλο ενεργού διαμορφωτή πολιτικών υγείας και εκπαιδευτή, που δεν περιορίζεται στα στενά όρια της κλινικής εξέτασης αλλά ηγείται της διεπιστημονικής συνεργασίας για το συμφέρον του ασθενούς.
Το κενό της αποκατάστασης και η επένδυση στην πρόληψη
Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος που ανέδειξε ο Πρόεδρος της ΕΚΕ είναι η απουσία οργανωμένων Κέντρων Αποκατάστασης Καρδιοπαθών στην Ελλάδα. Σήμερα, ένας ασθενής που επιβιώνει από ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο συχνά επιστρέφει στο σπίτι του χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη για τη σωστή επάνοδο στην καθημερινότητα. Η δημιουργία αυτών των κέντρων είναι απαραίτητη για τη μακροπρόθεσμη υγεία των πολιτών και τη μείωση των επανανοσηλειών. Επιπλέον, η ΕΚΕ προτείνει την περαιτέρω ενίσχυση του προσυμπτωματικού ελέγχου μέσω του προγράμματος «Προλαμβάνω», με την ενεργή συμμετοχή των ιδιωτών καρδιολόγων και των κλινικών του ΕΣΥ, ώστε να καλυφθεί ο μέγιστος δυνατός πληθυσμός.
Η αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων απαιτεί σταθερή πολιτική βούληση, επιπλέον κονδύλια και στρατηγικό σχεδιασμό σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς. Η πρόληψη πρέπει να ξεκινά από τη σχολική ηλικία με την καλλιέργεια υγιεινών συνηθειών, ενώ η θεραπεία πρέπει να είναι ισότιμη για κάθε πολίτη, είτε βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας είτε στο πιο απομακρυσμένο νησί της χώρας. Η πρόταση της ΕΚΕ αποτελεί μια ρεαλιστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη λύση που, αν υιοθετηθεί, θα αποτελέσει μια πραγματική γέφυρα ανάμεσα στην ιατρική καινοτομία και την ουσιαστική φροντίδα της ζωής.
