Το clawback άνω του 80%, οι αποσύρσεις αντικαρκινικών φαρμάκων και τα 132 νέα φάρμακα που παραμένουν εκτός ελληνικής αγοράς. Γιατί η παρέμβαση της φαρμακοβιομηχανίας λίγο πριν από τη ΔΕΘ αποκτά ιδιαίτερη οικονομική και πολιτική σημασία.
Από τον Τάκη Μαραλέτο
Μια φράση στην επιστολή που απέστειλε ο ΣΦΕΕ στον Κυριάκο Μητσοτάκη στις 27 Αυγούστου συμπυκνώνει καλύτερα από οποιονδήποτε αριθμό την ανησυχία της φαρμακοβιομηχανίας:
«Αυτό που διακυβεύεται είναι τόσο η πρόσβαση στις θεραπείες του αύριο όσο και η διαθεσιμότητα των θεραπειών του σήμερα».
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις προειδοποιούν για τις επιπτώσεις του clawback. Αυτή τη φορά, όμως, η παρέμβαση έχει διαφορετικό βάρος.
Η επιστολή απευθύνεται προσωπικά στον Πρωθυπουργό, κοινοποιείται στους υπουργούς Οικονομικών, Υγείας και Ανάπτυξης και αποστέλλεται λίγες ημέρες πριν από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Ο ΣΦΕΕ υποστηρίζει πλέον ανοιχτά ότι το σημερινό μοντέλο χρηματοδότησης του φαρμάκου έχει φτάσει στα όριά του και ότι οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, αλλά αγγίζουν την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες.
Το ερώτημα που τίθεται επομένως είναι εάν πρόκειται για ακόμη μία σκληρή διαπραγματευτική κίνηση ενός ισχυρού επιχειρηματικού κλάδου ή εάν υπάρχουν πλέον πραγματικά δεδομένα που δείχνουν ότι το πρόβλημα αρχίζει να περνά από τους ισολογισμούς των εταιρειών στα διαθεσιμότητα των φαρμάκων στα νοσοκομεία και, τελικά, στους ασθενείς.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι το δεύτερο ενδεχόμενο δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Όταν μια θεραπεία δεν έρχεται και όταν μια θεραπεία φεύγει χρειάζεται να γίνει μια σημαντική διάκριση.
Άλλο είναι ένα καινοτόμο φάρμακο που εγκρίνεται στην Ευρώπη αλλά δεν εισάγεται ή δεν αποζημιώνεται στην Ελλάδα, άλλο είναι ένα προϊόν που είναι προσωρινά σε έλλειψη και άλλο μια θεραπεία που κυκλοφορούσε κανονικά στη χώρα και η εταιρεία αποφασίζει να διακόψει τη διάθεσή της. Η τρίτη περίπτωση είναι προφανώς η πιο ανησυχητική.
Στις αρχές του 2026 έγινε γνωστή η απόφαση της Amgen να διακόψει τη διάθεση στην ελληνική αγορά τριών σημαντικών θεραπειών, του Vectibix, με δραστική ουσία panitumumab, του Blincyto, με δραστική ουσία blinatumomab, και του Nplate, με δραστική ουσία romiplostim.
Το Vectibix χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένους ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου. Το Blincyto αφορά συγκεκριμένες μορφές οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας, ενώ το Nplate χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της θρομβοπενίας σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών.
Η εταιρεία είχε αποδώσει την απόφασή της σε μη βιώσιμες συνθήκες της αγοράς, σημειώνοντας παράλληλα ότι συνεργάζεται με τις ελληνικές αρχές ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχεια της θεραπείας των ασθενών. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία είχε η δημόσια τοποθέτηση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος αναγνώρισε ότι οι αποσύρσεις συνδέονται «και με το clawback», επισημαίνοντας παράλληλα ότι υπάρχουν εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές.
Εδώ, ωστόσο, χρειάζεται προσοχή. Η ύπαρξη άλλης διαθέσιμης θεραπείας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι δύο θεραπείες είναι κλινικά ταυτόσημες. Ειδικά στην ογκολογία και την αιματολογία, διαφορετικοί μηχανισμοί δράσης, βιοδείκτες, προηγούμενες θεραπείες και γραμμές θεραπείας καθορίζουν ποιο φάρμακο είναι κατάλληλο για κάθε ασθενή.
Και πριν κλείσει αυτή η συζήτηση, προστέθηκε ακόμη μία περίπτωση.
Η Gilead έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να διακόψει από την 1η Ιανουαρίου 2027 την εμπορική διάθεση στην Ελλάδα του Trodelvy, με δραστική ουσία sacituzumab govitecan. Πρόκειται για σύζευγμα αντισώματος-φαρμάκου που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, στον μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού. Η εξέλιξη αποκτά πρόσθετη σημασία καθώς μέσα στο 2026 επεκτάθηκε στην Ευρώπη η χρήση του σε συγκεκριμένους ασθενείς με τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου.
Η Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας παρενέβη μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης, θέτοντας ανοιχτά το ζήτημα της διατήρησης της πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών στις καινοτόμες αντικαρκινικές θεραπείες. Για τους ασθενείς που χρειάζονται φάρμακα τα οποία δεν κυκλοφορούν κανονικά στη χώρα υπάρχει, υπό προϋποθέσεις, η δυνατότητα εισαγωγής μέσω ΙΦΕΤ.
Και εδώ εμφανίζεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του συστήματος.
Clawback πάνω από 80%
Στην επιστολή του προς τον Πρωθυπουργό ο ΣΦΕΕ αναφέρει έναν αριθμό που είναι εξαιρετικά σημαντικός. Υποστηρίζει – και έτσι είναι – ότι στο νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου όπως σημειώνει τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά ελέγχονται από το κράτος, το clawback στα φάρμακα με τιμή άνω των 30 ευρώ έχει ξεπεράσει το 80%. Το 80% δεν σημαίνει ότι η εταιρεία επιστρέφει απλώς ένα μικρό μέρος μιας υπέρβασης. Όταν στις υποχρεωτικές επιστροφές προστεθούν rebates και άλλες εκπτώσεις, η πραγματική τιμή που τελικά εισπράττει για ένα φάρμακο μπορεί να απέχει δραματικά από την επίσημη τιμή του.
Μετά από αυτό όπως κανείς εύκολα αντιλαμβάνεται η συζήτηση παύει να αφορά πλέον στη λογιστική ερμηνεία και περνά στη ουσία.
Μια διεθνής φαρμακευτική εταιρεία που λανσάρει ένα καινούργιο φάρμακο αποφασίζει σε ποιες αγορές θα το διαθέσει, πότε θα καταθέσει φάκελο αποζημίωσης και με ποιους όρους μπορεί να το κρατήσει στην αγορά. Στην απόφαση αυτή συνυπολογίζονται το μέγεθος της χώρας, η επίσημη τιμή, οι εκπτώσεις, οι επιστροφές, ο χρόνος μέχρι την αποζημίωση και, κυρίως, η προβλεψιμότητα της τελικής τιμής.
Όταν η πραγματική οικονομική απόδοση σε μια μικρή αγορά γίνεται εξαιρετικά χαμηλή, η πιθανότητα να καθυστερήσει ένα λανσάρισμα ή να μην πραγματοποιηθεί καθόλου δεν είναι πλέον θεωρητική. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να βάλει στην πολιτική ατζέντα ο ΣΦΕΕ.
Το ανησυχητικό 101
Τα τελευταία δεδομένα για την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στην καινοτομία δίνουν μια πιο καθαρή εικόνα του προβλήματος. Από τα 168 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν στην Ευρώπη την περίοδο 2021–2024, στην Ελλάδα ήταν διαθέσιμα 69. Μόλις 36 ήταν πλήρως διαθέσιμα μέσω του συστήματος αποζημίωσης. Ο μέσος χρόνος από την ευρωπαϊκή έγκριση μέχρι τη διαθεσιμότητα στην Ελλάδα υπολογίζεται στις 641 ημέρες, έναντι 597 ημερών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Γερμανία η αντίστοιχη αναμονή είναι πολύ μικρότερη.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξετάσει κανείς την επόμενη γενιά φαρμάκων.
Από 214 νέα καινοτόμα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον EMA την περίοδο 2022–2025, μόλις 42 ήταν διαθέσιμα στην ελληνική αγορά στα τέλη Μαΐου του 2026. Για 132 δεν αναμενόταν, σύμφωνα με την έρευνα που παρουσίασε ο ΣΦΕΕ, διαθεσιμότητα στους Έλληνες ασθενείς.
Πίσω όμως από το 132 υπάρχει ένας ακόμη πιο αποκαλυπτικός αριθμός. Από τα 131 νέα προϊόντα που δεν είχαν ακόμη λάβει τιμή στην Ελλάδα, για 101 οι απαντήσεις των ίδιων των φαρμακευτικών εταιρειών έδειχναν ότι δεν αναμενόταν λανσάρισμα στη χώρα.
Εδώ η συζήτηση διαφοροποιείται εντελώς αφού δεν μιλάμε πλέον απλώς για μια θεραπεία που περιμένει μερικούς μήνες περισσότερο μέχρι να ολοκληρώσει τις διαδικασίες τιμολόγησης και αποζημίωσης αλλά για μια θεραπεία που δεν θα έρθει καθόλου στην Ελλάδα. Για ένα σημαντικό μέρος της νέας φαρμακευτικής καινοτομίας υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να μην αποτελεί καν αγορά στην οποία η εταιρεία θεωρεί δεδομένο ότι θα διαθέσει το προϊόν της.
Στην ογκολογία το πρόβλημα φαίνεται περισσότερο
Η κατάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η σύγκριση περιορίζεται στις αντικαρκινικές θεραπείες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Patients W.A.I.T. Indicator, στις αρχές του 2026 το 43% των νέων ογκολογικών θεραπειών της περιόδου 2021–2024 δεν ήταν διαθέσιμο στην Ελλάδα. Πλήρως διαθέσιμο ήταν το 29%. Στη Γερμανία, αντίθετα, το 91% ήταν πλήρως διαθέσιμο.
Η σύγκριση αυτή δεν σημαίνει αυτόματα ότι για αυτή τη διαφορά ευθύνεται αποκλειστικά το clawback. Θα ήταν λάθος να το υποστηρίξει κανείς. Η πρόσβαση σε ένα νέο φάρμακο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, από την τιμολόγηση και το HTA μέχρι τις διαπραγματεύσεις αποζημίωσης, τις αποφάσεις της ίδιας της εταιρείας, το μέγεθος της αγοράς και, στις πολύ εξειδικευμένες θεραπείες, ακόμη και από το εάν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές και κέντρα για να χορηγηθούν.
Το clawback όμως αποτελεί πλέον ένα πολύ σημαντικό κομμάτι αυτής της εξίσωσης.
Οι θεραπείες που δοκιμάζουν τα όρια των συστημάτων Υγείας
Η δυσκολία δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η νέα γενιά φαρμάκων φέρνει ενώπιον όλων των ευρωπαϊκών συστημάτων Υγείας θεραπείες με εντυπωσιακές δυνατότητες αλλά και πολύ υψηλό κόστος. Το Casgevy, για παράδειγμα, με δραστική ουσία exagamglogene autotemcel, είναι η πρώτη θεραπεία που χρησιμοποιεί την τεχνολογία γονιδιακής επεξεργασίας CRISPR/Cas9 και εγκρίθηκε στην Ευρώπη για συγκεκριμένους ασθενείς άνω των 12 ετών με μεταγγισιοεξαρτώμενη β-θαλασσαιμία ή σοβαρή δρεπανοκυτταρική νόσο.
Για την Ελλάδα το ενδιαφέρον είναι προφανές, λόγω της β-θαλασσαιμίας. Η Ιταλία έχει ήδη εντάξει το Casgevy στο δημόσιο σύστημα αποζημίωσης μέσω ειδικού μητρώου παρακολούθησης. Άλλες χώρες, ωστόσο, έχουν ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Η Ισπανία αποφάσισε να μην το χρηματοδοτήσει στις συγκεκριμένες ενδείξεις.
Το παράδειγμα δείχνει γιατί η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο απλοϊκό «η Ελλάδα δεν φέρνει τα νέα φάρμακα». Όλη η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να χρηματοδοτήσει θεραπείες που μπορεί να κοστίζουν εκατοντάδες χιλιάδες ή ακόμη και εκατομμύρια ευρώ ανά ασθενή.
Η διαφορά είναι ότι η Ελλάδα καλείται να λύσει αυτή την εξίσωση έχοντας ήδη ένα σύστημα υποχρεωτικών επιστροφών που η φαρμακοβιομηχανία χαρακτηρίζει μη βιώσιμο. Το ίδιο ερώτημα τίθεται και για θεραπείες σπάνιων νευρολογικών παθήσεων. Το Qalsody, με δραστική ουσία tofersen, αποτελεί στοχευμένη θεραπεία για τη μικρή ομάδα ασθενών με ALS που φέρουν μετάλλαξη στο γονίδιο SOD1.
Η Ισπανία προχώρησε το 2025 στη δημόσια χρηματοδότησή του χρησιμοποιώντας μηχανισμούς ελέγχου της δαπάνης, όπως ανώτατο κόστος ανά ασθενή και όριο συνολικού προϋπολογισμού. Το Skyclarys, με δραστική ουσία omaveloxolone, είναι η πρώτη εγκεκριμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεραπεία για την αταξία Friedreich.
Στην Ελλάδα έχει υπάρξει πρόσβαση μέσω εισαγωγής, ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες αποζημίωσης. Αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν ίσως και την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να γίνει η συζήτηση, η οποία δεν θα πρέπει να αφορά απλώς περισσότερα χρήματα, αλλά νέους τρόπους συμφωνίας για τις ακριβές θεραπείες.
Και την ίδια στιγμή ο ΙΦΕΤ φτάνει, σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, τα 550 εκατ.
Υπάρχει όμως στην επιστολή προς τον Πρωθυπουργό ένας ακόμη αριθμός που χρειάζεται προσοχή.
Ο ΣΦΕΕ αναφέρει ότι η δαπάνη μέσω ΙΦΕΤ για έκτακτες εισαγωγές φαρμάκων έχει εκτοξευθεί στα 550 εκατ. ευρώ, φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηρίζει τον οργανισμό, με εμφανώς αιχμηρή διατύπωση, ως τη «μεγαλύτερη φαρμακευτική εταιρεία στην Ελλάδα».
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία και χρειάζεται πλήρη αποτύπωση και από την πλευρά της Πολιτείας. Γιατί εάν ένα σύστημα πιέζει μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών την κανονική κυκλοφορία των φαρμάκων και στη συνέχεια ένα μέρος αυτών χρειάζεται να εισάγεται – με ακριβότερο κόστος – μέσω άλλης οδού, τότε δημιουργείται ένα παράδοξο. Το κράτος μπορεί να συγκρατεί λογιστικά τη δαπάνη σε έναν λογαριασμό και απλά η ίδια δαπάνη να εμφανίζεται σε έναν άλλον.
Και για τον ασθενή η κανονική κυκλοφορία ενός φαρμάκου στην Ελλάδα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την εισαγωγή του κατόπιν ειδικής διαδικασίας. Αυτό είναι ίσως ένα από τα ζητήματα που αξίζει να απαντήσει αναλυτικά το υπουργείο Υγείας.
Γιατί ο ΣΦΕΕ απευθύνεται τώρα στον Μητσοτάκη
Η χρονική στιγμή της επιστολής δεν είναι τυχαία.
Στέλνεται στις 27 Αυγούστου και ήδη από την πρώτη παράγραφο γίνεται ευθεία αναφορά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η φετινή ΔΕΘ έχει διαφορετικό πολιτικό βάρος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τοποθετήσει τις επόμενες εθνικές εκλογές την άνοιξη του 2027. Η κυβέρνηση βρίσκεται επομένως στην τελευταία μεγάλη πολιτική περίοδο πριν από την εκλογική αναμέτρηση. Και στη ΔΕΘ το βασικό οικονομικό ερώτημα είναι πάντοτε το ίδιο. Πού θα κατευθυνθεί ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο παρεμβαίνει ο ΣΦΕΕ. Δεν ζητά μόνο μείωση του clawback. Ζητά «άμεση και ουσιαστική αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής χρηματοδότησης», ιδιαίτερα για τη φαρμακευτική καινοτομία, προτείνοντας μάλιστα να διατεθεί προς αυτή την κατεύθυνση μέρος του δημοσιονομικού πλεονάσματος.
Με απλά λόγια, η φαρμακοβιομηχανία διεκδικεί θέση στη συζήτηση για την κατανομή του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου. Και επιχειρεί να μετατρέψει το αίτημα από κλαδικό σε κοινωνικό.
Ποιο είναι το πολιτικό βάρος του αιτήματος
Οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν, προφανώς, εκλογικό σώμα ικανό να καθορίσει μια εκλογική αναμέτρηση. Οι ασθενείς όμως είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Για μια κυβέρνηση είναι σχετικά εύκολο να αποκρούσει το αίτημα μιας πολυεθνικής για μικρότερες επιστροφές. Είναι όμως πολύ δυσκολότερο να υπερασπιστεί ένα σύστημα εάν αρχίσει να παγιώνεται η εικόνα ότι σύγχρονες θεραπείες δεν έρχονται στην Ελλάδα ή ότι φάρμακα που ήδη κυκλοφορούν αποσύρονται επειδή η αγορά έχει καταστεί οικονομικά μη βιώσιμη. Ιδιαίτερα όταν η συζήτηση αφορά τον καρκίνο, τις σπάνιες παθήσεις ή βαριά νευρολογικά νοσήματα.
Αυτό εξηγεί και γιατί η επιστολή δεν περιορίζεται στην καταγγελία του clawback. Ο ΣΦΕΕ ζητά θεραπευτικά πρωτόκολλα, μητρώα ασθενών, ψηφιακά εργαλεία, πραγματικό έλεγχο της δαπάνης και ένα ανταγωνιστικότερο πλαίσιο για την προσέλκυση κλινικών μελετών. Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συζήτηση με την Πολιτεία.
Γιατί η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς «αυξήστε τον προϋπολογισμό»
Εάν αυξηθεί η δημόσια χρηματοδότηση χωρίς παράλληλα να ελεγχθεί η πραγματική κατανάλωση, χωρίς μητρώα, χωρίς εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων και χωρίς δυνατότητα να γνωρίζει το σύστημα ποια θεραπεία δίνεται σε ποιον ασθενή και με ποιο αποτέλεσμα, το πρόβλημα απλώς θα μεταφερθεί μερικά χρόνια αργότερα. Αλλά και η αντίθετη επιλογή έχει πλέον εμφανή όρια.
Ένα σύστημα που αντιμετωπίζει κάθε υπέρβαση μεταφέροντάς την αυτόματα στις εταιρείες μέσω ολοένα μεγαλύτερου clawback μπορεί κάποια στιγμή να φτάσει στο σημείο – αν δεν έχει ήδη φτάσει – όπου ορισμένα προϊόντα δεν είναι πλέον οικονομικά λογικό να διατεθούν.
Η πραγματική ερώτηση μετά τη ΔΕΘ
Η επιστολή του ΣΦΕΕ έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή φτάνει τη στιγμή που μια συζήτηση η οποία επί χρόνια γινόταν κυρίως μεταξύ υπουργείων, φαρμακευτικών εταιρειών και οικονομικών διευθυντών αρχίζει να αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Υπάρχουν πλέον συγκεκριμένα φάρμακα που αποσύρονται.
Υπάρχουν νέα προϊόντα για τα οποία οι εταιρείες δηλώνουν ότι δεν αναμένουν να τα λανσάρουν στην Ελλάδα.
Υπάρχουν σημαντικές διαφορές πρόσβασης σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Και υπάρχει ένα σύστημα έκτακτων εισαγωγών μέσω ΙΦΕΤ του οποίου η δαπάνη, σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, έχει φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Δεν αποδεικνύουν όλα αυτά ότι για κάθε φάρμακο που δεν έρχεται στην Ελλάδα ευθύνεται το clawback. Μια τέτοια διαπίστωση θα ήταν εύκολη, αλλά δεν θα ήταν ακριβής.
Δείχνουν όμως ότι υπάρχει ένα σοβαρότερο ερώτημα που η κυβέρνηση δύσκολα θα αποφύγει.
Έχει φτάσει πλέον το ελληνικό clawback σε επίπεδο που επηρεάζει τις αποφάσεις των εταιρειών για το αν θα φέρουν ή θα διατηρήσουν μια καινοτόμο θεραπεία στην Ελλάδα;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Αφορά το πώς η Ελλάδα θα χρηματοδοτήσει την επόμενη γενιά θεραπειών, πόσο γρήγορα θα φτάνουν αυτές στους ασθενείς και εάν η χώρα θα παραμείνει μια αγορά στην οποία η διεθνής φαρμακευτική καινοτομία θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να βρίσκεται.
Γι’ αυτό και η επιστολή της 27ης Αυγούστου έχει μεγαλύτερη σημασία από μια ακόμη διαμάχη για το ύψος του clawback.Ο ΣΦΕΕ γράφει στον Πρωθυπουργό ότι η Ελλάδα πρέπει είτε να εξασφαλίσει βιώσιμη χρηματοδότηση της πρόσβασης στην καινοτομία είτε να αντιμετωπίσει καθυστερήσεις, αδυναμία εισαγωγής νέων φαρμάκων, σταδιακή αποεπένδυση και αυξανόμενη πίεση ακόμη και στη διαθεσιμότητα υφιστάμενων θεραπειών.
Μέχρι πρόσφατα αυτό μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως προειδοποίηση της βιομηχανίας. Με φάρμακα όμως να αρχίζουν να αποσύρονται από την αγορά, η συζήτηση περνά σε άλλο επίπεδο.
Και στην περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει πού θα κατευθύνει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο πριν οδηγηθεί στις εκλογές του 2027, η απάντηση δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Δείτε εδώ την επιστολή του ΣΦΕΕ προς τον Πρωθυπουργό
