Listen to this article

Η υπόσχεση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να μετατρέψει τις ΗΠΑ στην αγορά με τα φθηνότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα παγκοσμίως φαίνεται πως βρίσκει εμπόδια. Ένα πιλοτικό πρόγραμμα του κρατικού συστήματος ασφάλισης Medicaid, το οποίο παρακολουθείται στενά από την αγορά, έρχεται να αναδείξει τα όρια της προθυμίας των μικρομεσαίων φαρμακευτικών εταιρειών να ευθυγραμμιστούν με τη νέα πολιτική. 

Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη

Μέχρι στιγμής, η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταφέρει να πείσει 17 από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους κολοσσούς της φαρμακοβιομηχανίας να υπογράψουν συμφωνίες για μειώσεις τιμών. Οι τιμές αυτές θα είναι ανάλογες με εκείνες που ισχύουν σε άλλες αναπτυγμένες χώρες, εφαρμόζοντας το μοντέλο του «πλέον ευνοούμενου κράτους». Ωστόσο, οι προσπάθειες να ενταχθεί και η υπόλοιπη αγορά στο πρόγραμμα έχουν κολλήσει, με τους λομπίστες του κλάδου να κάνουν λόγο για εξαιρετικά υποτονικό ενδιαφέρον.

Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες που έχουν ήδη υπογραφεί καλύπτουν περίπου το 86% της αμερικανικής αγοράς πρωτότυπων φαρμάκων βάσει πωλήσεων. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, το πρόγραμμα αναμένεται να εξοικονομήσει 64,3 δισεκατομμύρια δολάρια για τον ομοσπονδιακό και τους πολιτειακούς προϋπολογισμούς μέσα στην επόμενη δεκαετία, αν και ο αριθμός αυτός θεωρείται από πολλούς υποθετικός. Περίπου το μισό αυτού του ποσού αφορά εξοικονομήσεις των πολιτειών, οι οποίες έχουν προθεσμία μέχρι τον Σεπτέμβριο για να αποφασίσουν αν θα συμμετάσχουν. Επιπλέον, το πιλοτικό πρόγραμμα έχει διάρκεια πέντε ετών, ενώ το ποσό των 64 δισεκατομμυρίων υπολογίζεται σε βάθος δεκαετίας.

Η περίοδος υποβολής αιτήσεων για το πρόγραμμα των Κέντρων Υπηρεσιών Medicare & Medicaid (CMS) –το οποίο αφορά περισσότερους από 80 εκατομμύρια Αμερικανούς με χαμηλό εισόδημα– πήρε παράταση δύο φορές και ολοκληρώθηκε τελικά στις 11 Ιουνίου. Οι εταιρείες που συμμετέχουν δεσμεύονται να προσφέρουν στο Medicaid τιμές βασισμένες στο τι πληρώνουν άλλες χώρες για μια πενταετία.

Διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο και περιορισμένα οφέλη

«Δεν διαθέτουμε το μέγεθος και την γκάμα φαρμάκων στην αγορά που θα μας επέτρεπαν να κάνουμε τέτοιες συμφωνίες», δήλωσε στο Reuters ο Μπρετ Μόνια, διευθύνων σύμβουλος της Ionis Pharmaceuticals, επιβεβαιώνοντας ότι η εταιρεία του είχε δεχθεί σχετική πρόσκληση. «Στο τέλος της ημέρας, δεν βλέπουμε κανένα όφελος από μια τέτοια συμφωνία».

Οι μεσαίου μεγέθους εταιρείες όπως η Ionis είναι υπεύθυνες για την ανάπτυξη των περισσότερων νέων και καινοτόμων φαρμάκων. Όπως εξήγησε ο κ. Μόνια, οι εταιρείες αυτές έχουν διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο από τους φαρμακευτικούς κολοσσούς (Big Pharma) και συχνά βασίζονται σε συμφωνίες παραχώρησης αδειών με συνεργάτες του εξωτερικού για την εμπορική διάθεση των φαρμάκων τους εκτός ΗΠΑ.

Τέσσερις λομπίστες του κλάδου ανέφεραν ότι οι μικρότερες και μεσαίες φαρμακευτικές δεν δείχνουν καμία διάθεση να ενταχθούν στο πρόγραμμα. Έχοντας λιγότερα σκευάσματα στο χαρτοφυλάκιό τους σε σχέση με τους μεγάλους ανταγωνιστές τους, μια υποχρεωτική μείωση των τιμών θα είχε δραματικό αντίκτυπο στην κερδοφορία τους. «Δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό κέρδος για αυτές», δήλωσε χαρακτηριστικά ένας λομπίστας, προσθέτοντας ότι οι εταιρείες προτιμούν να αποφεύγουν εθελοντικές πρωτοβουλίες που περιορίζουν την αυτονομία τους στην τιμολόγηση. Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του CMS υποστήριξε ότι υπήρξε «έντονο ενδιαφέρον» και ότι ο οργανισμός έλαβε σημαντικό αριθμό αιτήσεων.

Η πίεση του Λευκού Οίκου για φθηνότερο φάρμακο

Το συγκεκριμένο πιλοτικό πρόγραμμα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ για τη μείωση των φαρμακευτικών δαπανών στις ΗΠΑ, οι οποίες μόνο για το Medicaid άγγιξαν τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024.

Από τις 19 επόμενες μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες με τις οποίες επικοινώνησε το Reuters, μόνο η ιαπωνική Astellas επιβεβαίωσε τη συμμετοχή της. Το κορυφαίο σε πωλήσεις φάρμακό της, μια θεραπεία για τον καρκίνο του προστάτη (με την ονομασία Xtandi), αναπτύχθηκε σε συνεργασία με την Pfizer, η οποία έχει ήδη υπογράψει συμφωνία με την κυβέρνηση. Οι πωλήσεις στις ΗΠΑ αντιπροσώπευαν περίπου το 45% των εσόδων της Astellas για το 2025. «Κρίναμε ότι αυτή η αίτηση αποτελεί την πιο εποικοδομητική πορεία σε ένα περίπλοκο και ταχύτατα εξελισσόμενο πολιτικό περιβάλλον», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας.

Άλλες δύο εταιρείες με ισχυρή παρουσία στις ΗΠΑ, η γερμανική Bayer και η ιαπωνική Daiichi Sankyo, δήλωσαν ότι εξετάζουν ακόμη τις επιλογές τους, παρόλο που η προθεσμία έχει λήξει. Οι υπόλοιπες 15 εταιρείες είτε αρνήθηκαν να σχολιάσουν είτε δεν ανταποκρίθηκαν.

Οι λεπτομέρειες των συμφωνιών που υπέγραψαν οι μεγάλες φαρμακευτικές δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα. Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο αντίκτυπος του προγράμματος ίσως είναι περιορισμένος, καθώς οι εκπτώσεις του Medicaid ξεπερνούν ήδη σε κάποιες περιπτώσεις το 80% της αρχικής τιμής, γεγονός που τις φέρνει κοντά στα επίπεδα των ξένων χωρών, οι οποίες συνήθως πληρώνουν το ένα τρίτο των τιμών των ΗΠΑ.

Νομικές μάχες και η επόμενη ημέρα

Όσες εταιρείες δεν συμμετάσχουν εθελοντικά στο πρόγραμμα του Medicaid ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με δύο άλλα, δυνητικά υποχρεωτικά προγράμματα του CMS. Αυτά θα μπορούσαν να καθορίσουν τις τιμές των φαρμάκων για το Medicare, το ασφαλιστικό πρόγραμμα των ηλικιωμένων, οι δαπάνες του οποίου είναι δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερες από εκείνες του Medicaid.

Οι ενώσεις του κλάδου, PhRMA και BIO, έχουν ήδη χαρακτηρίσει αυτά τα προγράμματα παράνομα. Η BIO υποστήριξε ότι οι ρυθμίσεις αυτές ξεπερνούν τις αρμοδιότητες του CMS και παραβιάζουν το Σύνταγμα, προβάλλοντας επιχειρήματα παρόμοια με εκείνα που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά της κυβέρνησης Μπάιντεν και του νόμου για τη Μείωση του Πληθωρισμού (Inflation Reduction Act).

Σύμφωνα με τον σύμβουλο τιμολόγησης φαρμάκων Μπράιαν Ριντ, πολλές εταιρείες τηρούν στάση αναμονής για να δουν πώς θα εφαρμοστούν τα νέα μέτρα και αν θα ευδοκιμήσουν οι δικαστικές προσφυγές πριν δεσμευτούν. «Πρόκειται για μια εξαιρετικά ασυνήθιστη χρήση της εξουσίας του CMS που δεν έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν», σημείωσε ο κ. Ριντ. «Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι δικαστικές προσφυγές θα πετύχουν, αλλά σίγουρα εγείρονται πολλά νομικά ερωτήματα που δεν έχουν κριθεί ποτέ στα δικαστήρια».

Share.
Exit mobile version