Στη ΔΕΘ, κάθε λέξη του πρωθυπουργού ζυγίζεται, κάθε αριθμός αποκτά πολιτικό βάρος και κάθε παράλειψη γίνεται αμέσως αντιληπτή από όσους την περίμεναν. Φέτος, ο ιατρικός κόσμος της χώρας άκουσε τις εξαγγελίες με ιδιαίτερη προσοχή, ελπίζοντας σε συγκεκριμένες, στοχευμένες παρεμβάσεις για τον κλάδο.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Η απάντηση της ΠΑΝΔΗΚΙ – Νέα Αρχή, μιας από τις πλέον ιστορικές παρατάξεις του κεντροδεξιού χώρου στην ιατρική, ήταν άμεση και αυστηρή: οι γενικές εξαγγελίες δεν αρκούν, όταν το πραγματικό πρόβλημα του κλάδου —οι χαμηλές αμοιβές, η υπερφορολόγηση και το clawback— παραμένει ουσιαστικά ανέγγιχτο. Πίσω από αυτή την κριτική κρύβεται μια βαθύτερη ανησυχία: πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ένα σύστημα υγείας που στηρίζεται σε επαγγελματίες οι οποίοι, σύμφωνα με τις ίδιες τις καταγγελίες τους, βρίσκονται ανάμεσα στους πιο υποαμειβόμενους γιατρούς ολόκληρης της Ευρωζώνης;
Η απογοήτευση για το ιατρικό μισθολόγιο
Στο επίκεντρο της κριτικής της ΠΑΝΔΗΚΙ βρίσκεται η διαπίστωση ότι οι γενικές μισθολογικές αυξήσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ δεν απαντούν στο πάγιο αίτημα του κλάδου για πραγματική αναβάθμιση του ειδικού ιατρικού μισθολογίου. Σύμφωνα με την παράταξη, οι αποδοχές των γιατρών του Δημοσίου εξακολουθούν να είναι δυσανάλογες σε σχέση με την επιστημονική τους ευθύνη, την πολύχρονη εκπαίδευσή τους και τις καθημερινές απαιτήσεις της κλινικής πράξης, με αποτέλεσμα οι Έλληνες γιατροί να παραμένουν σταθερά ανάμεσα στους πιο υποαμειβόμενους στην Ευρωζώνη. Δεν πρόκειται για νέο αίτημα: κοινοβουλευτικές αναφορές και ερωτήσεις βουλευτών προς το υπουργείο Υγείας τα τελευταία χρόνια έχουν επανειλημμένα θέσει το ζήτημα της μισθολογικής υποβάθμισης ειδικευμένων ιατρών, προειδοποιώντας μάλιστα για κίνδυνο αποδυνάμωσης κρίσιμων μονάδων, όπως οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, λόγω της αδυναμίας συγκράτησης προσωπικού. Η ΠΑΝΔΗΚΙ ζητά πλέον κάτι πιο συγκεκριμένο από μια ακόμη γενική αύξηση: ουσιαστική αναμόρφωση του ειδικού μισθολογίου στον μέσο όρο της ευρωζώνης, δίκαιη αποζημίωση των εφημεριών και, κυρίως, ένα δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, ώστε η αποκατάσταση να μην παραμένει διαρκώς μια υπόσχεση για το μέλλον.
Το κόστος λειτουργίας που πνίγει τους ελεύθερους επαγγελματίες
Η ανακοίνωση της ΠΑΝΔΗΚΙ στρέφει το βλέμμα και στους ελευθεροεπαγγελματίες γιατρούς, τους οποίους περιγράφει να λειτουργούν κάτω από ασφυκτική πίεση, ανάμεσα στην υπερφορολόγηση και σε ένα διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος. Ενοίκια, λογαριασμοί ενέργειας, μισθοδοσία προσωπικού, αναλώσιμα υλικά, αλλά και η προμήθεια και συντήρηση σύγχρονου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού συνθέτουν, όπως αναφέρει η παράταξη, ένα ολοένα πιο δυσβάσταχτο περιβάλλον για όποιον προσπαθεί να διατηρήσει ένα ιδιωτικό ιατρείο σε λειτουργία. Οι φοροελαφρύνσεις που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ κρίνονται από την ΠΑΝΔΗΚΙ σαφώς ανεπαρκείς σε σχέση με το πραγματικό μέγεθος αυτής της επιβάρυνσης. Το αίτημα της παράταξης εδώ είναι διπλό: στοχευμένη φορολογική ελάφρυνση για τους ελεύθερους επαγγελματίες γιατρούς, μαζί με διόρθωση των στρεβλώσεων που προκαλεί η τεκμαρτή φορολόγηση, αλλά και ουσιαστικά κίνητρα εκσυγχρονισμού, μέσω της ένταξης του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ για τις ατομικές ιατρικές επιχειρήσεις.
Τα 13 ευρώ που δεν έπεισαν κανέναν
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η ΠΑΝΔΗΚΙ στο ζήτημα της αμοιβής της ιατρικής επίσκεψης για τους συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ γιατρούς, σημειώνοντας πως η ΔΕΘ δεν έφερε καμία νέα ουσιαστική παρέμβαση σε αυτό το μέτωπο. Η αμοιβή αυτή, υπενθυμίζει η παράταξη, παραμένει απαράδεκτα χαμηλή, ακόμη και μετά την πρόσφατη αναπροσαρμογή της. Η αναπροσαρμογή αυτή αφορά την αύξηση της αποζημίωσης από τα 10 στα 13 ευρώ ανά επίσκεψη, με ανώτατο όριο τις 200 επισκέψεις μηνιαίως, μια ρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2026, έπειτα από σχετική νομοθετική διάταξη. Ήταν η πρώτη αλλαγή στο συγκεκριμένο ποσό μετά από χρόνια σταθερότητας στα 10 ευρώ, ένα ποσό που ιατρικοί σύλλογοι σε όλη τη χώρα είχαν κατ’ επανάληψη καταγγείλει ως ανεπαρκές και είχαν ζητήσει επίμονα την αναπροσαρμογή του, τη χαρακτηρίζουν καθοριστική για την επιβίωση του ιατρικού κόσμου. Για την ΠΑΝΔΗΚΙ, ωστόσο, ούτε τα 13 ευρώ αντικατοπτρίζουν την πραγματική αξία της ιατρικής εργασίας ούτε καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες λειτουργίας ενός ιατρείου, γι’ αυτό και ζητά άμεση επαναδιαπραγμάτευση, βασισμένη σε τεκμηριωμένη κοστολόγηση, με θεσμοθετημένη τακτική αναπροσαρμογή ανάλογα με τον ετήσιο πληθωρισμό — ώστε το θέμα να πάψει να επανέρχεται κάθε λίγα χρόνια ως έκτακτο, αποσπασματικό αίτημα.
Το clawback που «τιμωρεί» τα διαγνωστικά εργαστήρια
Ξεχωριστή αναφορά κάνει η ανακοίνωση στο clawback του εργαστηριακού τομέα, το οποίο η ΠΑΝΔΗΚΙ χαρακτηρίζει άδικο και εξοντωτικό μηχανισμό. Πρόκειται για τη διαδικασία μέσω της οποίας, όταν οι δαπάνες του ΕΟΠΥΥ για διαγνωστικές εξετάσεις ξεπεράσουν τον προϋπολογισμένο στόχο του έτους, η υπέρβαση αυτή μετακυλίεται στους ίδιους τους παρόχους, οι οποίοι υποχρεούνται να επιστρέψουν μέρος της αμοιβής για εξετάσεις που έχουν ήδη πραγματοποιήσει κανονικά. Η ΠΑΝΔΗΚΙ περιγράφει το φαινόμενο ως θεσμικά απαράδεκτο, αφού ουσιαστικά οι εργαστηριακοί γιατροί καλούνται να καλύψουν με δικά τους χρήματα το χρηματοδοτικό κενό της περίθαλψης των ασφαλισμένων, με άμεσο κίνδυνο να υπονομευθεί η βιωσιμότητα ενός αποκεντρωμένου δικτύου διαγνωστικών υπηρεσιών που καλύπτει καθημερινά ανάγκες πολιτών σε όλη την επικράτεια. Το αίτημα της παράταξης είναι ξεκάθαρο: άμεσος περιορισμός του clawback, δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την πλήρη κατάργησή του, επαρκής χρηματοδότηση των εξετάσεων βάσει των πραγματικών αναγκών του πληθυσμού, ορθολογικός έλεγχος της δαπάνης και βιώσιμη διαχείριση των ήδη συσσωρευμένων οφειλών προς τους παρόχους.
Ένα αίτημα για θεσμικό διάλογο, όχι μόνο για χρήματα
Η ανακοίνωση της ΠΑΝΔΗΚΙ δεν σταματά στα οικονομικά αιτήματα· κλείνει με ένα σαφές πολιτικό μήνυμα προς την κυβέρνηση. Η Πολιτεία, τονίζει η παράταξη, δεν μπορεί να απαιτεί διαρκώς αναβαθμισμένες υπηρεσίες, νέες επενδύσεις και περισσότερες υποχρεώσεις από τον ιατρικό κόσμο, διατηρώντας παράλληλα αμοιβές και επιβαρύνσεις που υπονομεύουν την ίδια τη βιωσιμότητα της παροχής αυτών των υπηρεσιών. Γι’ αυτό και ζητά την έναρξη ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου με τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο και τους εκπροσώπους των γιατρών, με συγκεκριμένους πόρους και δεσμευτικές προθεσμίες, στο πλαίσιο μιας εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας που θα δίνει επιτέλους μόνιμη λύση, αντί για αποσπασματικές παρεμβάσεις κάθε φορά που ξεσπά νέα δυσαρέσκεια. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ΠΑΝΔΗΚΙ – Νέα Αρχή, η πραγματική αναβάθμιση του συστήματος υγείας περνά μέσα από την έμπρακτη επένδυση στους ανθρώπους που το στηρίζουν καθημερινά, καθώς η αξιοπρεπής αμοιβή των γιατρών και η βιωσιμότητα ιατρείων και εργαστηρίων συνδέονται άμεσα με την πρόσβαση των ίδιων των πολιτών σε ποιοτική φροντίδα υγείας. Η παράταξη δηλώνει αποφασισμένη να διεκδικήσει, με ενότητα, τεκμηρίωση και συνέπεια, ουσιαστικές λύσεις για το σύνολο του ιατρικού κόσμου — αφήνοντας ανοιχτό το στοίχημα αν οι επόμενες κυβερνητικές κινήσεις θα ανταποκριθούν επιτέλους σε ένα αίτημα που, όπως δείχνει το ιστορικό, δεν είναι καθόλου καινούργιο.
