Listen to this article

Από τον Τάκη Μαραλέτο

Η απόφαση που ξεπερνά τα γερμανικά σύνορα

Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αγορά φαρμάκου, όπως επίσης είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ταυτόχρονα είναι από τις σημαντικότερες αγορές για την κυκλοφορία νέων θεραπειών και, παραδοσιακά, μία από τις χώρες στις οποίες οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις επιδιώκουν να λανσάρουν γρήγορα τα καινοτόμα προϊόντα τους.

Γι’ αυτό και η απόφαση να αυξηθεί το rebate* από το 7% στο 15,5% δεν είναι μια συνηθισμένη δημοσιονομική παρέμβαση. Αντιθέτως αποτελεί ένα ισχυρό  μήνυμα προς ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά.

Στις 10 Ιουλίου 2026 ολοκληρώθηκε η κοινοβουλευτική έγκριση της γερμανικής μεταρρύθμισης για τη σταθεροποίηση των εισφορών της υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας. Η αλλαγή δεν αφορά μόνο το φάρμακο. Περιλαμβάνει περιορισμούς στην αύξηση των νοσοκομειακών και άλλων αμοιβών, αλλαγές στις συμμετοχές των ασφαλισμένων και μέτρα συγκράτησης του διοικητικού κόστους. Ωστόσο, η πλέον συμβολική παρέμβαση είναι ο υπερδιπλασιασμός του rebate στο 15,5% με ισχύ από 1 Ιανουαρίου του 2027.

Το αρχικό κυβερνητικό σχέδιο ήταν ακόμη πιο φιλόδοξο. Προέβλεπε ότι το υφιστάμενο 7% θα συμπληρωνόταν από μια δυναμική επιβάρυνση, η οποία θα αυξανόταν όταν η φαρμακευτική δαπάνη ξεπερνούσε την άνοδο των εσόδων του ασφαλιστικού συστήματος. Η διάταξη αυτή τελικά εγκαταλείφθηκε κατά την κοινοβουλευτική επεξεργασία. Στη θέση της επιλέχθηκε ένας σταθερός συντελεστής 15,5%, ο οποίος αποτελεί σαφώς βαρύτερη άμεση επιβάρυνση από το προηγούμενο 7%.

Παράλληλα, η φαρμακοβιομηχανία αντιδρά στην αύξηση των επιστροφών για πατενταρισμένα εμβόλια και στο πάγωμα των τιμών τους για την περίοδο 2027–2030. Η αντίδραση δεν περιορίστηκε στους γερμανικούς κλαδικούς φορείς. Εταιρείες όπως η Merck KGaA, η AstraZeneca, η Pfizer και η Eli Lilly προειδοποίησαν ότι οι αλλαγές ενδέχεται να επηρεάσουν επενδύσεις, κλινικές μελέτες, παραγωγή και ταχύτητα πρόσβασης στις νέες θεραπείες.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα εξοικονομήσουν τα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία. Αλλά τι σημαίνει αυτή η απόφαση για την κατεύθυνση που παίρνει συνολικά η Ευρώπη.

Γιατί η Γερμανία πήρε αυτή την απόφαση

Το γερμανικό σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας χρηματοδοτείται κυρίως μέσα από εισφορές που μοιράζονται εργαζόμενοι και εργοδότες. Όταν η δαπάνη υγείας αυξάνεται ταχύτερα από τους μισθούς και την ασφαλιστική βάση, οι πρόσθετες εισφορές ανεβαίνουν. Αυτό επιβαρύνει ταυτόχρονα το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και το μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων.

Το 2024 οι γερμανικοί ασφαλιστικοί οργανισμοί κατέγραψαν έσοδα 320,6 δισ. ευρώ και δαπάνες 326,9 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές δαπάνες τους αυξήθηκαν κατά 7,7%. Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η χρηματοδότηση της υγείας έπαψε να αντιμετωπίζεται μόνο ως ζήτημα κοινωνικής πολιτικής και μετατράπηκε σε κεντρικό οικονομικό πρόβλημα.

Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν επιβάλλει οριζόντιες περικοπές, αλλά περιορίζει τη μελλοντική αύξηση των δαπανών ώστε να συμβαδίζει περισσότερο με την εξέλιξη της οικονομίας και των ασφαλιστικών εσόδων. Από αυτή την οπτική, η φαρμακοβιομηχανία καλείται να συνεισφέρει μαζί με τα νοσοκομεία, τους παρόχους, τα ασφαλιστικά ταμεία και, σε ορισμένα σημεία, τους ίδιους τους ασφαλισμένους.

Η εξήγηση είναι εύλογη, αλλά δεν απαντά σε ένα βαθύτερο ερώτημα. Όταν οι δαπάνες αυξάνονται επειδή ο πληθυσμός γερνά, οι χρόνιες νόσοι πολλαπλασιάζονται και νέες τεχνολογίες θεραπεύουν ασθένειες που παλαιότερα δεν αντιμετωπίζονταν, μπορεί η διαρκής λύση να είναι η αύξηση των υποχρεωτικών επιστροφών;

Το rebate σίγουρα κλείνει ένα λογιστικό κενό. Άλλα σίγουρα δε θεραπεύει, από μόνο του τις αιτίες που το δημιουργούν.

Το AMNOG και η γερμανική ιδιαιτερότητα

Η Γερμανία διαθέτει ήδη έναν από τους πιο οργανωμένους μηχανισμούς αξιολόγησης και διαπραγμάτευσης νέων φαρμάκων στην Ευρώπη. Με το AMNOG, τα φάρμακα με νέες δραστικές ουσίες υποβάλλονται σε πρώιμη αξιολόγηση της πρόσθετης θεραπευτικής τους αξίας.

Ο κατασκευαστής καταθέτει φάκελο, το IQWiG αναλύει τα διαθέσιμα στοιχεία και το G-BA αποφασίζει εάν και σε ποιον βαθμό υπάρχει πρόσθετο όφελος σε σύγκριση με την κατάλληλη θεραπεία αναφοράς. Στη συνέχεια, η αναγνωρισμένη πρόσθετη αξία επηρεάζει τη διαπραγμάτευση της τιμής αποζημίωσης. Το γερμανικό μοντέλο συνδύαζε ιστορικά τη σχετικά γρήγορη πρόσβαση των ασθενών μετά την ευρωπαϊκή έγκριση με μια αυστηρή, μεταγενέστερη διαδικασία καθορισμού της αποζημιούμενης τιμής.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της ένστασης των εταιρειών. Οι εταιρείες δεν αντιμετωπίζουν μόνο μία έκπτωση 15,5%. Αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα αξιολόγηση πρόσθετου οφέλους, διαπραγμάτευση τιμής, τιμές αναφοράς, κατά περίπτωση συμφωνίες με τα ταμεία και πρόσθετους περιορισμούς σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων.

Επομένως, το 15,5% δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως η μοναδική μείωση από μια ανεξέλεγκτη τιμή καταλόγου. Προστίθεται σε ένα ήδη πυκνό σύστημα ελέγχου της αξίας και της δαπάνης.

Η κυβέρνηση επιχείρησε να μετριάσει τις επιπτώσεις προβλέποντας εξαιρέσεις για ορισμένα γενόσημα, βιοομοειδή, φάρμακα σταθερής τιμής και κρίσιμα προϊόντα, καθώς και κίνητρα για νέες θεραπείες που συνδέονται με κλινική έρευνα ή παραγωγή δραστικής ουσίας στη Γερμανία. Η λογική πίσω από αυτό είναι ενδιαφέρουσα, η επιβάρυνση χρησιμοποιείται όχι μόνο ως εργαλείο εξοικονόμησης, αλλά και ως μοχλός βιομηχανικής πολιτικής.

Εδώ τίθεται ένα επιπλέον ερώτημα. Αυτά τα κίνητρα αρκούν για να αντισταθμίσουν το μήνυμα μιας πολύ μεγαλύτερης υποχρεωτικής έκπτωσης.

Η Ευρώπη δεν έχει ένα μοντέλο, αλλά πολλές εκδοχές του ίδιου προβλήματος

Η σύγκριση μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών είναι δυσκολότερη απ’ όσο δείχνει μια απλή κατάταξη των rebates. Άλλες χώρες επιβάλλουν οριζόντια ποσοστά επί των πωλήσεων, άλλες clawback όταν ξεπερνιέται ο προϋπολογισμός, άλλες χρησιμοποιούν όρια ανάπτυξης της δαπάνης, εμπιστευτικές εκπτώσεις, διαγωνισμούς, αυστηρό HTA ή συνδυασμούς όλων αυτών.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για τα νεότερα επώνυμα φάρμακα, το headline payment percentage του VPAG ορίστηκε για το 2026 στο 14,5%, μειωμένο από το πολύ υψηλότερο επίπεδο του 2025. Προστίθεται ακόμη 1% για το επενδυτικό πρόγραμμα του VPAG. Η πτώση του συντελεστή παρουσιάστηκε ως προσπάθεια αποκατάστασης της προβλεψιμότητας και της ανταγωνιστικότητας της βρετανικής αγοράς.

Ακόμη και εκεί, όμως, η ονομαστική σύγκριση με τη Γερμανία είναι παραπλανητική. Στη Βρετανία λειτουργεί παράλληλα το NICE, με αυστηρή αξιολόγηση κόστους-αποτελεσματικότητας και διαπραγματεύσεις πρόσβασης. Σε παλαιότερα επώνυμα φάρμακα οι επιστροφές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ανάλογα με την κατηγορία και τον ανταγωνισμό.

Η Γαλλία χρησιμοποιεί τη λεγόμενη clause de sauvegarde, μέσω της οποίας η βιομηχανία καλείται να επιστρέψει ποσά όταν η συνολική φαρμακευτική δαπάνη υπερβαίνει το καθορισμένο όριο. Το σύστημα συνυπάρχει με διαπραγμάτευση τιμών από το CEPS, αξιολόγηση της θεραπευτικής αξίας και ευρύ φάσμα εμπορικών συμφωνιών.

Η Ιταλία εφαρμόζει διαφορετικές μορφές payback. Υπάρχει, μεταξύ άλλων, διαδικασία επιστροφής 1,83% για τη συμβατική εξωνοσοκομειακή δαπάνη και δυνατότητα payback 5% στο πλαίσιο των ισχυόντων μηχανισμών τιμολόγησης. Παράλληλα, η υπέρβαση των επιμέρους ορίων φαρμακευτικής δαπάνης μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες υποχρεώσεις για τις εταιρείες και τις περιφέρειες.

Η Ισπανία στηρίζεται περισσότερο σε εθνικές και περιφερειακές διαπραγματεύσεις, όρια δαπάνης, συμφωνίες επιμερισμού κινδύνου και μηχανισμούς που συνδέουν τη φαρμακευτική δαπάνη με την πορεία της οικονομίας. Οι σκανδιναβικές χώρες και η Ολλανδία δίνουν μεγαλύτερο βάρος στο HTA, στους διαγωνισμούς και στη διαπραγμάτευση με βάση την αξία. Το δημοσιονομικό βάρος μπορεί να είναι χαμηλότερο ως εμφανές rebate, αλλά η πρόσβαση ελέγχεται έντονα στην είσοδο.

Σχεδόν όλες οι χώρες ασκούν πίεση στην τιμή. Η κρίσιμη διαφορά είναι η προβλεψιμότητα.

Μια δύσκολη αγορά μπορεί να παραμένει ελκυστική όταν οι κανόνες είναι σταθεροί, οι χρόνοι αξιολόγησης γνωστοί και οι υποχρεώσεις μπορούν να ενσωματωθούν σε ένα πολυετές επιχειρηματικό σχέδιο. Αντίθετα, μια αγορά γίνεται προβληματική όταν οι επιστροφές υπολογίζονται εκ των υστέρων, αλλάζουν συχνά ή εξαρτώνται από προϋπολογισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ζήτηση. Η Ελλάδα μετά τα μνημόνια είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.

Τι είναι πιθανό να ακολουθήσει

Το πρώτο πιθανό αποτέλεσμα είναι η μεγαλύτερη επιλεκτικότητα στις κυκλοφορίες νέων φαρμάκων.

Οι μεγάλες εταιρείες δεν θα εγκαταλείψουν εύκολα τη Γερμανία. Η αγορά είναι πολύ μεγάλη και το αποτύπωμά της στην ευρωπαϊκή τιμολόγηση παραμένει σημαντικό. Είναι όμως πιθανό να γίνουν πιο προσεκτικές ως προς τη χρονική στιγμή του λανσαρίσματος, την τιμή εισόδου και τα δεδομένα που απαιτούνται για να υποστηριχθεί η πρόσθετη θεραπευτική αξία.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να καθυστερεί η κυκλοφορία μέχρι να διαμορφωθεί πιο σαφής εικόνα για την αποζημίωση. Σε άλλες, οι εταιρείες θα επιδιώκουν συχνότερα εμπιστευτικές συμφωνίες, rebates συνδεδεμένα με όγκο, πληρωμές βάσει αποτελέσματος ή ειδικούς μηχανισμούς για συγκεκριμένους πληθυσμούς ασθενών.

Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω απόκλιση ανάμεσα στις επίσημες τιμές καταλόγου και στις πραγματικές καθαρές τιμές. Όσο αυξάνεται η χρήση του external reference pricing, τόσο ισχυρότερο γίνεται το κίνητρο των κρατών και των εταιρειών να διατηρούν υψηλότερη ονομαστική τιμή και να μεταφέρουν την πραγματική έκπτωση σε εμπιστευτικές συμφωνίες.

Αυτό μπορεί να προστατεύει βραχυπρόθεσμα τις τιμές στις χώρες αναφοράς, αλλά μειώνει τη διαφάνεια. Τα κράτη δεν γνωρίζουν πάντοτε τι πληρώνουν οι άλλες χώρες, οι συγκρίσεις χάνουν την αξιοπιστία τους και οι μικρότερες αγορές κινδυνεύουν να διαπραγματεύονται με ελλιπή πληροφόρηση.

Το τρίτο αποτέλεσμα αφορά την επενδυτική γεωγραφία. Οι αποφάσεις για ένα νέο εργοστάσιο, ένα ερευνητικό κέντρο ή ένα διεθνές πρόγραμμα κλινικών μελετών δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από το rebate μιας χώρας. Συνολικά μπορεί να εξαρτώνται από το φορολογικό πλαίσιο, την ταχύτητα εγκρίσεων, το ανθρώπινο δυναμικό, τα πανεπιστήμια, τις υποδομές και τη δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά.

Όμως η τιμολόγηση λειτουργεί ως μέρος του συνολικού σήματος που εκπέμπει μια χώρα. Όταν για παράδειγμα ζητά παραγωγικές και ερευνητικές επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει απρόβλεπτα τις πωλήσεις, το μήνυμα είναι αντιφατικό.

Οι προειδοποιήσεις των εταιρειών βεβαίως δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ως αντικειμενικές προβλέψεις. Αποτελούν θέσεις ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Σίγουρα όμως δεν μπορούν, να αγνοηθούν όταν συνοδεύονται από επανεξέταση ή ακύρωση επενδυτικών σχεδίων.

Ο κίνδυνος μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων

Η αύξηση της δημοσιονομικής πίεσης δεν θα επηρεάσει όλες τις χώρες το ίδιο.

Οι μεγάλες αγορές διαθέτουν διαπραγματευτική ισχύ. Ακόμη και όταν μειώνουν τις καθαρές τιμές, μπορούν να προσφέρουν μεγάλους όγκους πωλήσεων και γρήγορη πρόσβαση σε εκατομμύρια ασθενείς. Οι μικρότερες χώρες δεν έχουν το ίδιο πλεονέκτημα.

Αν η Ευρώπη εισέλθει σε περίοδο εντονότερων rebates και clawbacks, οι εταιρείες πιθανότατα θα δώσουν προτεραιότητα στις αγορές όπου η αποζημίωση είναι ταχύτερη, ο όγκος μεγαλύτερος και η καθαρή τιμή πιο προβλέψιμη. Αυτό μπορεί να διευρύνει το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ της ευρωπαϊκής έγκρισης ενός φαρμάκου και της πραγματικής πρόσβασης των ασθενών σε κάθε χώρα.

Η κοινή ευρωπαϊκή αξιολόγηση κλινικών τεχνολογιών μπορεί να μειώσει μέρος της επανάληψης και της γραφειοκρατίας. Δεν καταργεί, όμως, τις εθνικές αποφάσεις τιμολόγησης, προϋπολογισμού και αποζημίωσης. Συνεπώς, η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει περισσότερο κοινό επιστημονικό έλεγχο χωρίς να αποκτήσει πραγματικά κοινή πρόσβαση.

Η Ελλάδα δεν ξεκινά από το 7%

Για την Ελλάδα η γερμανική απόφαση πρέπει να διαβαστεί με ιδιαίτερη προσοχή. Όχι επειδή η χώρα μας βρίσκεται στο ίδιο σημείο, αλλά ακριβώς επειδή βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό.

Στη Γερμανία η δημόσια συζήτηση προκλήθηκε από την αύξηση ενός γενικού rebate από 7% σε 15,5%. Στην Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ένα συσσωρευμένο πλέγμα rebates και clawbacks, το οποίο σε ορισμένες κατηγορίες έχει φθάσει σε επίπεδα που δεν μπορούν να συγκριθούν με έναν απλό οριζόντιο γερμανικό συντελεστή.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησαν ο ΣΦΕΕ και το PhARMA Innovation Forum, το clawback για τα νοσοκομειακά φάρμακα έφθασε κατά μέσο όρο στο 80,7% το πρώτο εξάμηνο του 2025. Το ποσοστό αποτυπώνει μια ακραία απόκλιση μεταξύ του κλειστού δημόσιου προϋπολογισμού και της πραγματικής δαπάνης.

Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στη Γερμανία ο συντελεστής 15,5% είναι γνωστός εκ των προτέρων. Στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος της τελικής επιβάρυνσης προκύπτει εκ των υστέρων, όταν υπολογίζεται η υπέρβαση του προϋπολογισμού. Αυτό περιορίζει την προβλεψιμότητα, ιδιαίτερα για προϊόντα υψηλού κόστους, ογκολογικές θεραπείες και φάρμακα σπάνιων παθήσεων.

Το clawback παρουσιάστηκε αρχικά ως έκτακτος μηχανισμός προστασίας του δημοσίου από την υπέρβαση της δαπάνης. Όταν όμως διατηρείται για πολλά χρόνια και καλύπτει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης, δεν είναι πια δίχτυ ασφαλείας. Έχει μετατραπεί σε βασικό τρόπο χρηματοδότησης του συστήματος.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος, το κράτος να θεωρεί δεδομένο ότι οποιαδήποτε νέα ανάγκη, νέα θεραπεία ή αύξηση του αριθμού των ασθενών θα χρηματοδοτείται από τις εταιρείες μέσω υψηλότερων επιστροφών.

Τι πρέπει να αλλάξει στην ελληνική πολιτική

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η άμεση κατάργηση κάθε rebate ή clawback. Κανένα σύστημα υγείας δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους και καμία εταιρεία δεν μπορεί να απαιτεί αποζημίωση ανεξαρτήτως θεραπευτικής αξίας, τιμής ή δημοσιονομικού αποτελέσματος.

Απαιτείται, όμως, σαφής διάκριση μεταξύ του ελέγχου της δαπάνης και της μεταφοράς της δαπάνης.

Η Ελλάδα χρειάζεται προγραμματισμό με πολυετείς, ρεαλιστικούς προϋπολογισμούς που να λαμβάνουν υπόψη τη γήρανση, την επιδημιολογία, την είσοδο νέων θεραπειών και την πραγματική κατανάλωση. Χρειάζεται ταχύτερη και ισχυρότερη αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, ουσιαστική διαπραγμάτευση ανά θεραπευτική κατηγορία, μητρώα ασθενών και ηλεκτρονικά πρωτόκολλα που εφαρμόζονται στην πράξη και οριοθετούν την συνταγογράφηση.

Χρειάζεται επίσης διαφορετική αντιμετώπιση των προϊόντων που δημιουργούν μεγάλη εφάπαξ δημοσιονομική πίεση αλλά μακροχρόνιο όφελος, των φαρμάκων για σπάνιες παθήσεις και των θεραπειών των οποίων η αποτελεσματικότητα μπορεί να παρακολουθείται με πραγματικά δεδομένα.

Οι συμφωνίες επιμερισμού κινδύνου δεν πρέπει και δεν οφελεί να χρησιμοποιούνται ως ένας ακόμη τρόπος αδιαφανούς μείωσης της τιμής. Πρέπει να συνδέουν την πληρωμή με τα αποτελέσματα, την ορθή επιλογή ασθενών και την πραγματική χρήση.

Κυρίως, η πολιτεία χρειάζεται να αναλάβει το μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης που αντιστοιχεί σε πραγματικές και τεκμηριωμένες ανάγκες υγείας. Διαφορετικά, το clawback θα συνεχίσει να αυξάνεται, ακόμη και αν η συνταγογράφηση βελτιωθεί.

Η εξοικονόμηση δεν είναι στρατηγική από μόνη της

Η Γερμανία είχε λόγους να παρέμβει. Η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών δεν μπορούσε να συνεχίζεται χωρίς πολιτική και οικονομική αντίδραση. Η φαρμακοβιομηχανία, όπως κάθε κλάδος που χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από δημόσιους πόρους, οφείλει να αποδέχεται έλεγχο, αξιολόγηση και διαπραγμάτευση.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά ταυτόχρονα χαμηλότερες τιμές, μεγαλύτερες επιστροφές, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη παραγωγή, περισσότερες κλινικές μελέτες και ταχύτερη πρόσβαση, χωρίς να αναγνωρίζει ότι μεταξύ αυτών των στόχων υπάρχουν πραγματικές εντάσεις.

Η σωστή συζήτηση δεν μπορει να είναι αν πρέπει να περιοριστεί η φαρμακευτική δαπάνη. Φυσικά και πρέπει να ελέγχεται. Το πραγματικό ερώτημα – που καλούνται όλοι να απαντήσουν – είναι πώς διακρίνεται η δαπάνη που δεν προσφέρει αξία από τη δαπάνη που αυξάνεται επειδή η επιστήμη προσφέρει πλέον περισσότερες δυνατότητες στους ασθενείς.

Το rebate είναι εύκολο να υπολογιστεί. Η αξία μιας θεραπείας, η αποφυγή μιας νοσηλείας, η επιστροφή ενός ανθρώπου στην εργασία ή η παράταση μιας ζωής είναι πολύ δυσκολότερο να αποτιμηθούν.

Αν η Ευρώπη χρησιμοποιήσει τα rebates ως προσωρινό μέσο μέχρι να δημιουργήσει καλύτερα συστήματα αξιολόγησης, διαπραγμάτευσης και παρακολούθησης αποτελεσμάτων, μπορεί να διατηρήσει μια ισορροπία μεταξύ βιωσιμότητας και καινοτομίας.

Αν, αντίθετα, κάθε νέα δημοσιονομική πίεση απαντάται με μία ακόμη υποχρεωτική επιστροφή, θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος. Οι ονομαστικές τιμές θα γίνονται λιγότερο πραγματικές, οι συμφωνίες πιο αδιαφανείς, οι κυκλοφορίες πιο επιλεκτικές και οι μικρότερες χώρες πιο ευάλωτες.

Η Γερμανία δεν εγκαταλείπει την καινοτομία επειδή αύξησε το rebate στο 15,5%. Η απόφασή της, όμως, δείχνει πόσο γρήγορα αλλάζουν οι προτεραιότητες ακόμη και στις ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Και μας υποχρεώνει να θέσουμε ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο από τα υπουργεία Υγείας ή μόνο από τη φαρμακοβιομηχανία.

Προσπαθεί η Ευρώπη να αγοράσει αποτελεσματικότερα την καινοτομία ή απλώς να πληρώσει λιγότερα γι’ αυτήν;

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο θα καθορίσει όχι μόνο τους φαρμακευτικούς προϋπολογισμούς της επόμενης πενταετίας, αλλά και το εάν οι γηράσκοντες  Ευρωπαίοι ασθενείς θα συνεχίσουν να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στις θεραπείες που αλλάζουν τη ζωή τους.

*Ο νέος συνολικός υποχρεωτικός εκπτωτικός συντελεστής (rebate) 15,5% προβλέπεται να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2027. Το τελικό νομοθετικό κείμενο που ενέκρινε η Bundestag προβλέπει πρόσθετη έκπτωση 8,5%, η οποία προστίθεται στο υφιστάμενο γενικό rebate 7%. Κατά τον χρόνο σύνταξης του άρθρου, ο νόμος δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί στο Bundesgesetzblatt, ωστόσο η ημερομηνία εφαρμογής περιλαμβάνεται ρητά στο εγκεκριμένο κείμενο.

Share.
Exit mobile version