Listen to this article

Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο

 

Η εισβολή του κορωνοϊού στη ζωή μας, μάς έφερε αντιμέτωπους με ένα πρωτοφανές κύμα ανατροπών. Ανατροπές στις καθημερινές συνήθειες, ανατροπές στον προσωπικό, διαπροσωπικό, οικογενειακό και επαγγελματικό τομέα, ανατροπές στις πιο απλές βεβαιότητες της ζωής. Ανατροπές που δεν μπορεί  παρά να αφήνουν ένα αποτύπωμα τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ένα αποτύπωμα που εάν το μεταφράσουμε σε συναισθήματα σημαίνει άγχος και ένταση, αγωνία για το αύριο και ανησυχία για το σήμερα, αίσθημα απειλής και αβεβαιότητα, ανασφάλεια, φόβο και πανικό, θυμό ή παράπονο, θλίψη και απογοήτευση, ελπίδα και ματαίωση, εν τέλει κατάθλιψη, κόπωση και εξάντληση.

Αυτά ανέφερε η κ. Μαρίνα Οικονόμου – Λαλιώτη, Καθηγήτρια Ψυχιατρικής στην Α’ Ψυχιατρική Κλινική του Ε.Κ.Π.Α., με έδρα το Αιγινήτειο Νοσοκομείο και επιστημονική συνεργάτης στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής Νευροεπιστημών και Ιατρικής Ακριβείας, ξεκινώντας την ομιλία της κατά τη διάρκεια του Διαδικτυακού Συμποσίου «Η “μετά – covid” ζωή» που διοργάνωσε πρόσφατα η Φαρμακευτική Εταιρεία Ελλάδος (δες εδώ).

Οι υγειονομικοί είναι εκείνος ο επαγγελματικός κλάδος, που έχει θιγεί δραματικά την εποχή της πανδημίας. Γιατροί και νοσηλευτές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης, αλλά και άλλοι επαγγελματίες από τον χώρο της υγείας έχουν υποστεί τις συνέπειες της πανδημικής κρίσης στην επαγγελματική τους ζωή. Ανάμεσα σ΄ αυτούς και οι φαρμακοποιοί, που αποτελούν την εμπροσθοφυλακή στο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας, τόνισε η κα Οικονόμου και στάθηκε στον σύγχρονο πολυδιάστατο ρόλο τους.

«Οι φαρμακοποιοί σήμερα δεν είναι μόνο διανομείς φαρμάκων. Έχουν έναν πολύ ευρύτερο και σοβαρότερο ρόλο. Σηκώνουν το βάρος της ενημέρωσης των ασθενών – πελατών τους, δίνουν συμβουλές, παρέχουν εκπαίδευση και υποστήριξη». Αυτές οι 3 λέξεις – ενημέρωση, εκπαίδευση και υποστήριξη – στην Ψυχιατρική αποτελούν τους 3 βασικούς πυλώνες μιας ολόκληρης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, της Ψυχοεκπαίδευσης, στην οποία τις τελευταίες 2 – 3 δεκαετίες εκπαιδεύονται συστηματικά στο πλαίσιο της ειδίκευσής τους με ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα οι ψυχίατροι και οι λοιποί επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Οι φαρμακοποιοί ωστόσο, αναπτύσσοντας «ένα είδος επαγγελματικού ενστίκτου» στην καθημερινή πρακτική στο φαρμακείο τους,  ακολουθούν τις αρχές της Ψυχοεκπαίδευσης, χωρίς στην ουσία να έχουν λάβει καμιά ειδική εκπαίδευση και υποστήριξη, που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να έχουν.

Στην καθημερινή πράξη οι φαρμακοποιοί είναι αυτοί οι επαγγελματίες υγείας που έχουν στενή σχέση με τους ασθενείς, είναι αυτοί που εισπράττουν τις αγωνίες και τις απορίες των πελατών τους και τελευταία με την εξάπλωση της πανδημίας έχουν γίνει αυτοί οι αποδέκτες όλων των ερωτήσεων για τον κορωνοϊό, τη μετάδοση και το εμβόλιο. Είναι οι επαγγελματίες υγείας που σε αυτούς πρώτα απ’ όλους καταφεύγουν οι ασθενείς ή οι συγγενείς τους. Έτσι βιώνουν σήμερα μία τεράστια συνεχιζόμενη εμμένουσα πίεση.

Πίεση, η οποία αυξάνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι έρχονται αντιμέτωποι με επιπλέον δυσκολίες και ανατροπές στην άσκηση του επαγγελματικού τους ρόλου. Έρχονται αντιμέτωποι με τη νέα συνθήκη της ψηφιακής υγείας χωρίς επαρκή εκπαίδευση, με ελλιπείς γνώσεις και δεξιότητες σε σχέση με τις νέες τεχνολογίες, δύσκολα ωράρια, ενώ ταυτόχρονα η πανδημία τους έχει φέρει μπροστά σε νέες εργασιακές πρακτικές και σε νέου τύπου επαφή με τον ασθενή ή τον πελάτη τους.

Έτσι δεν μπορεί, ανέφερε η κ. Οικονόμου – Λαλιώτη, παρά και οι φαρμακοποιοί να υφίστανται τις ψυχικές συνέπειες της πανδημίας που σημαίνει επαγγελματική εξουθένωση, δευτερογενές τραυματικό στρες και ψυχική κόπωση. Αυτές οι τρεις ψυχικές καταστάσεις αλληλο-εμπλέκονται μεταξύ τους, αλλά η καθεμιά μπορεί να δρα και ξεχωριστά.

Η κ. Λαλιώτη ανέλυσε το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) ως ένα φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στους χώρους εργασίας και έχει συγκεντρώσει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1974 από τον Αμερικανό ψυχαναλυτή Freudenberger ο οποίος το περιέγραψε ως τη διαδικασία της σωματικής και πνευματικής φθοράς στον χώρο εργασίας. Τελευταία ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συμπεριέλαβε την επαγγελματική εξουθένωση στο International Classification of Diseases 11 (ICD -11), και ειδικότερα στο κεφάλαιο που περιγράφονται οι «Παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία και την επαφή με τις υπηρεσίες υγείας» ως εργασιακό φαινόμενο που επηρεάζει σημαντικά την υγεία.

Η επαγγελματική εξουθένωση αποτελεί ψυχολογικό σύνδρομο που εμφανίζεται ως παρατεταμένη αντίδραση σε χρόνιους συναισθηματικούς και διαπροσωπικούς στρεσογόνους παράγοντες στον χώρο εργασίας και περιλαμβάνει 3 συνιστώσες: την συναισθηματική εξάντληση που είναι η βασική και κύρια συνιστώσα, την αποπροσωποποίηση ή κυνισμό και το αίσθημα απαξίας ή αναποτελεσματικότητας σε σχέση με τους προσωπικούς στόχους που θέτει ο καθένας στην εργασία του.

Ενδιαφέρον είχε η αναφορά της κας Οικονόμου στα προειδοποιητικά σημάδια της εργασιακής εξουθένωσης, εκείνα δηλαδή τα σημάδια που χτυπάνε το καμπανάκι ότι ένας επαγγελματίας βρίσκεται στο κατώφλι της εξάντλησης και πρέπει να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά. Χαρακτηριστικά, αυτά τα σημάδια είναι η απώλεια ευχαρίστησης, ενεργητικότητας και κινήτρου, η λύπη και η καταθλιπτική αντίδραση, η ευερεθιστότητα και η ανυπομονησία, οι συνεχείς διαμαρτυρίες για τις συνθήκες εργασίας, η απάθεια, η αδιαφορία ή η έλλειψη συναισθημάτων, η παραμέληση του εαυτού και της προσωπικής υγιεινής, η απομόνωση ή η αποσύνδεση από τους άλλους, η κούραση, η εξουθένωση και η μόνιμη υπερένταση, ένα αίσθημα «παγίδευσης», το αίσθημα ότι είναι αποτυχημένος, ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να βοηθήσει ή ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του.

Η επαγγελματική εξουθένωση, σύμφωνα με την κ. Οικονόμου, έχει αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες, αυτούς που έχουν σχέση με το πλαίσιο εργασίας και είναι κυρίως οργανωτικοί ή συστημικοί παράγοντες, αλλά και εκείνους τους παράγοντες που έχουν σχέση με τον ίδιο τον εργαζόμενο και είναι οι προσωπικοί παράγοντες. Στους βασικούς οργανωτικούς παράγοντες που έχουν συσχετισθεί με την επαγγελματική εξουθένωση, συγκαταλέγονται ο φόρτος εργασίας, η ανισορροπία ανάμεσα στην ανταμοιβή και την προσπάθεια, οι συγκρούσεις στον χώρο εργασίας, οι μειωμένοι πόροι, η εργασιακή ανασφάλεια και οι συνεχείς ή ξαφνικές οργανωτικές αλλαγές στο πλαίσιο εργασίας.

Στα πρώτα χρόνια μελέτης του φαινομένου, τα συμπτώματα επαγγελματικής εξουθένωσης περιεγράφηκαν μόνο σε επαγγέλματα που σχετίζονταν με την επαφή με πελάτες. Μεταγενέστερες όμως έρευνες έδειξαν ότι μπορούν να αναχθούν σε πολλές μορφές εργασίας. Η επαγγελματική εξουθένωση για αρκετά χρόνια έχει αναγνωριστεί ως κίνδυνος για τα επαγγέλματα εκείνα που είναι προσανατολισμένα στον άνθρωπο, όπως η παροχή υπηρεσιών και η υγειονομική περίθαλψη, τα οποία, είτε αφορούν θεραπευτικές είτε υπηρεσιακές σχέσεις, που απαιτούν μεγάλο βαθμό προσωπικής και συναισθηματικής επαφής. Είναι προφανές ότι το επάγγελμα του φαρμακοποιού συγκαταλέγεται ανάμεσα σε αυτά που ενέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης επαγγελματικής εξουθένωσης.

Ο φαρμακοποιός επιπλέον και λόγω της φύσης της εργασίας του που τον φέρνει σε συχνή καθημερινή επαφή με τον ασθενή, βιώνει και το λεγόμενο «δευτερογενές τραυματικό στρες», το οποίο περιλαμβάνει αντιδράσεις και συμπτώματα άγχους που προκύπτουν περισσότερο από την έκθεση στην τραυματική εμπειρία κάποιου άλλου, παρά από την απευθείας έκθεση του ίδιου του επαγγελματία στο στρεσογόνο γεγονός.   

Μερικά από τα σημάδια του δευτερογενούς τραυματικού στρες είναι η υπερβολική ανησυχία ή ο φόβος ότι συμβαίνει κάτι πολύ κακό, ένα μόνιμο συναίσθημα «επιφυλακής» ή μια υπερβολική αντίδραση αιφνιδιασμού. Είναι επίσης σωματικά συμπτώματα στρες, όπως για παράδειγμα ταχυκαρδία, κρίσεις πανικού, μειωμένη συγκέντρωση, αίσθημα κόπωσης κλπ.. Είναι εφιάλτες ή επαναλαμβανόμενες σκέψεις σχετικά με την τραυματική συνθήκη, με την πληροφορία για το τραύμα του άλλου. Είναι το συναίσθημα ότι το τραύμα του άλλου είναι και δικό του. Είναι η νευρικότητα, ο φόβος και οι κρίσεις πανικού. Είναι η δυσκολία στον ύπνο. Είναι η αποφυγή και τέλος η κοινωνική απομόνωση.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό σύνδρομο, όπως ανέφερε η κ. Οικονόμου, είναι το σύνδρομο της ψυχικής κόπωσης με χαρακτηριστικά του σημάδια το άγχος, τα καταθλιπτικά συμπτώματα, την αϋπνία, την άρνηση, τον θυμό και την αδυναμία συγκέντρωσης.

Τόσο το burnout, όσο και το δευτερογενές τραυματικό στρες και η ψυχική κόπωση έχουν κοινά σημάδια, αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά έχει σημασία να ξέρουμε ότι κάποιος που αρχίζει να νιώθει τέτοιου είδους συμπτώματα μπορεί να βρίσκεται κοντά στην πόρτα της κατάθλιψης, γιατί η συμπτωματολογία της κατάθλιψης αυξάνεται σημαντικά σε ψυχικά εξουθενωμένα άτομα.

Ενδείξεις αλλά και ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι στην εποχή της Covid-19 οι φαρμακοποιοί βρίσκονται στα πρόθυρα της κατάρρευσης ως εργαζόμενοι σε συνθήκες ειδικής πίεσης, τέτοιας πίεσης που μπορεί να οδηγήσει σε ρωγμές στην ψυχική τους υγεία. Σε μελέτη των Ball και συν. του 2020 που αφορούσε φαρμακοποιούς στον ευαίσθητο τομέα της κρίσιμης φροντίδας, το ποσοστό κινδύνου επαγγελματικής εξουθένωσης βρέθηκε να είναι 64% και η πλειονότητα των ερωτηθέντων 85,5% ανέφεραν ότι δεν είχαν πρόσβαση σε πόρους για την καταπολέμηση της επαγγελματικής εξουθένωσης και για την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας στην εργασία τους.

Η έλλειψη διαθεσιμότητας πόρων είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα, τόνισε η κ. Οικονόμου – Λαλιώτη, που καθιστά αναγκαία την ανάληψη δράσεων από τους εκάστοτε φορείς με στόχο την καταπολέμηση της επαγγελματικής εξουθένωσης των φαρμακοποιών. Τέτοιες δράσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας, μιας και η ψυχική ανθεκτικότητα αποτελεί το βασικό ανάχωμα στην επαγγελματική εξουθένωση. «Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα προσαρμογής του ατόμου σε αλλαγές της ζωής και του περιβάλλοντος, η ικανότητα να μένουμε ευέλικτοι στο αναπάντεχο, το ξαφνικό, το απρόσμενο, ιδιαίτερα σε εμπειρίες που είναι επώδυνες, σκληρές, απογοητευτικές, εγκλωβιστικές και η πανδημία είναι μία τέτοια εμπειρία», υπογράμμισε η κ. Λαλιώτη.

Συνεχίζοντας, τόνισε ότι οι επικεντρωμένες στην υπηρεσία παρεμβάσεις και οι παρεμβάσεις στον φορέα έχουν αποδειχθεί ως οι πλέον αποτελεσματικές στη μείωση του burnout και αποτελούν μια συστημική οργανωτική απάντηση. Ο αντίκτυπος της πανδημίας στην ψυχική υγεία του προσωπικού των φαρμακευτικών υπηρεσιών οφείλει επίσης να αξιολογηθεί, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να ξεκινήσει ένα σχέδιο υποστήριξης.

Η κ. Οικονόμου – Λαλιώτη καταλήγοντας στην παρουσίασή της παρέθεσε προτάσεις που θα συμβάλλουν στην αποφόρτιση από την επαγγελματική επιβάρυνση και θα λειτουργήσουν ως ένα δίχτυ ασφαλείας στην ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας του φαρμακοποιού. Οι προτάσεις αυτές είναι η υιοθέτηση νέων στρατηγικών εκπαίδευσης, η ενημέρωση για τα εμβόλια και τα τεστ με ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα, η χάραξη πολιτικών υπέρ της στήριξης των φαρμακοποιών και η δυνατότητα πρόσβασης σε ψυχολογική υποστήριξη.

Σε μια σφαιρική οπτική δε για την υπέρβαση των συνεπειών της πανδημίας, τόνισε ότι αποτελεί πρόκληση να δοθεί… ένα νέο νόημα για την επανεκκίνηση  αντικρούοντας τον ναρκισσισμό με ενσυναίσθηση, την απειλή του «έξω» με προσαρμοστικότητα και την προσωπική αβεβαιότητα με ανθεκτικότητα.

 

Share.
Exit mobile version