Ένα ανησυχητικό μήνυμα για την κατάσταση της παιδικής ηλικίας στην Ευρώπη αναδεικνύει νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, την οποία δημοσίευσε το Euronews. Περισσότεροι από δύο στους τρεις νέους ενήλικες που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι είχαν βιώσει τουλάχιστον μία σοβαρή δυσμενή εμπειρία πριν από την ενηλικίωσή τους.
Η μελέτη του WHO/Europe πραγματοποιήθηκε σε 26.741 άτομα ηλικίας 18 έως 30 ετών από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ισλανδία και τη Νορβηγία και η συλλογή των στοιχείων έγινε από τον Νοέμβριο του 2025 έως τον Ιανουάριο του 2026.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν εννέα διαφορετικές μορφές δυσμενών παιδικών εμπειριών. Μεταξύ αυτών ήταν η σωματική, συναισθηματική ή σεξουαλική κακοποίηση, η παραμέληση, η ενδοοικογενειακή βία, η παρουσία ψυχικής ασθένειας ή προβλημάτων χρήσης ουσιών στο οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και ο χωρισμός ή ο θάνατος ενός γονέα.
Ένας στους πέντε έχει βιώσει πολλαπλές αντιξοότητες
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το εύρημα ότι περισσότεροι από ένας στους πέντε νέους ενήλικες ανέφεραν τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες κατά την παιδική τους ηλικία.
Η συσσώρευση αυτών των εμπειριών φαίνεται να συνδέεται με σημαντικά χειρότερη εικόνα στην ενήλικη ζωή. Οι συμμετέχοντες που ανέφεραν τέσσερις ή περισσότερες τέτοιες εμπειρίες δήλωσαν συχνότερα προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας, δυσκολίες στην καθημερινότητα, αλλά και επιβαρυμένη κοινωνικοοικονομική κατάσταση.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το 76,3% όσων είχαν βιώσει τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες εκτίμησε ότι χρειαζόταν επαγγελματική βοήθεια για την ψυχική του υγεία μέσα στον τελευταίο χρόνο. Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ όσων δεν ανέφεραν καμία τέτοια εμπειρία ήταν 36,7%.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, οι συνέπειες των δυσμενών εμπειριών δεν σταματούν στην παιδική ηλικία ούτε περιορίζονται σε ψυχολογικά προβλήματα.
Η έκθεση συνδέει την αυξημένη έκθεση σε τέτοιες καταστάσεις με χειρότερη ποιότητα ζωής, χαμηλότερες εκπαιδευτικές και οικονομικές επιδόσεις, περισσότερες εμπειρίες βίας και χαμηλότερο επίπεδο κοινωνικής εμπιστοσύνης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το χρόνιο στρες κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου, τη διαχείριση των συναισθημάτων και τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός ανταποκρίνεται στο στρες.
Με άλλα λόγια, ένα δύσκολο περιβάλλον στην παιδική ηλικία μπορεί να μετατραπεί σε έναν παράγοντα που επηρεάζει την πορεία ενός ανθρώπου πολύ αργότερα, στην εκπαίδευση, στην εργασία και στις προσωπικές του σχέσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση και στη διαγενεακή διάσταση του προβλήματος. Όταν οι επιπτώσεις των παιδικών αντιξοοτήτων δεν αντιμετωπίζονται εγκαίρως, υπάρχει κίνδυνος να αναπαραχθούν σε επόμενες γενιές.
Ενήλικες που έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα βίας, οικονομικής πίεσης ή σοβαρής ψυχικής επιβάρυνσης μπορεί να αντιμετωπίσουν αυξημένες δυσκολίες όταν δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια, διαιωνίζοντας έναν κύκλο αντιξοότητας.
Ωστόσο, ο ΠΟΥ δεν παρουσιάζει την κατάσταση ως μη αναστρέψιμη. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι ακόμη και άνθρωποι που έχουν βιώσει πολλαπλές δυσκολίες μπορούν να έχουν θετική πορεία, ιδιαίτερα όταν διαθέτουν προστατευτικούς παράγοντες, όπως σταθερές και υποστηρικτικές σχέσεις με ενήλικες.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας δεν αποτελούν αποκλειστικά ζήτημα υγείας. Έχουν κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, απαιτούν συντονισμένη δράση από την εκπαίδευση, την κοινωνική προστασία, την υγεία και άλλους θεσμούς.
Η Natasha Azzopardi-Muscat, διευθύντρια συστημάτων υγείας του WHO/Europe, τόνισε ότι το πρόβλημα συχνά υποτιμάται, ενώ οι συνέπειές του επηρεάζουν πολλές πλευρές της ζωής των ανθρώπων.
Η έκθεση του ΠΟΥ καταλήγει ότι η επένδυση σε ασφαλέστερα και πιο υποστηρικτικά παιδικά χρόνια μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις των τραυματικών εμπειριών, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των νέων και να αποτρέψει την επανάληψη του ίδιου κύκλου στις επόμενες γενιές.
