Listen to this article

Το 3ο SFEE Summit, με τίτλο «GreeceataCrossroads: ChoosingInnovationtoCompeteinaChangingWorld», πραγματοποιήθηκε στις 11 Ιουνίου 2026 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε μια συγκυρία όπου η φαρμακευτική πολιτική βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, όχι θεωρητικά αλλά με άμεσες επιπτώσεις στην πρόσβαση των ασθενών, στη βιωσιμότητα των εταιρειών και στη δυνατότητα της χώρας να συμμετέχει ουσιαστικά στον ευρωπαϊκό χάρτη της καινοτομίας.

Το ίδιο το συνέδριο είχε ως κεντρική φιλοδοξία να ανοίξει τη συζήτηση για το πώς Ελλάδα και Ευρώπη μπορούν να προστατεύσουν την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες, χωρίς να υπονομεύσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα.

Η πιο πολιτικά φορτισμένη στιγμή του συνεδρίου ήταν η συζήτηση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη με τον πρόεδρο του ΣΦΕΕ Ολύμπιο Παπαδημητρίου. Το θέμα ήταν γνωστό, αλλά η ένταση ήταν ενδεικτική του αδιεξόδου.Το clawback, οι υψηλές υποχρεωτικές επιστροφές, η αύξηση της κατανάλωσης ακριβών καινοτόμων θεραπειών και ο φόβος ότι η Ελλάδα χάνει σταδιακά έδαφος ως αγορά πρώτης επιλογής για την εισαγωγή νέων φαρμάκων. Από τη μία πλευρά, το υπουργείο επιμένει ότι η δημόσια χρηματοδότηση έχει αυξηθεί σημαντικά. Από την άλλη, ο ΣΦΕΕ προειδοποιεί ότι όσο η υπέρβαση της δαπάνης μεταφέρεται εκ των υστέρων σχεδόν αποκλειστικά στις εταιρείες, η πρόσβαση στην καινοτομία θα γίνεται όλο και πιο εύθραυστη.

Ο κ. Παπαδημητρίου, επικαλούμενος στοιχεία και εκτιμήσεις των μελών του Συνδέσμου, ανέφερε ότι τρία στα πέντε καινοτόμα φάρμακα δεν προβλέπεται να έρθουν στην Ελλάδα στην επόμενη διετία ή τριετία, ενώ έθεσε ως κεντρικό αίτημα τη θεσμοθέτηση ρήτρας συνυπευθυνότητας μεταξύ Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας. Η φράση αυτή περιγράφει την απαίτηση της αγοράς να μη λειτουργεί το κράτος μόνο ως ο φορέας που ορίζει έναν κλειστό προϋπολογισμό, αλλά και ως ο φορέας που αναλαμβάνει την ευθύνη για το πώς ελέγχεται η κατανάλωση, πώς αξιολογείται η θεραπευτική αξία και πώς κατανέμονται οι διαθέσιμοι πόροι.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Υγείας αντέτεινε ότι η καινοτομία γίνεται διαρκώς ακριβότερη και ότι οι πιέσεις στους προϋπολογισμούς δεν είναι ελληνική ιδιομορφία. Υποστήριξε πως η αυξημένη χρήση ακριβών θεραπειών, ιδίως στα νοσοκομειακά και ογκολογικά φάρμακα, αλλάζει τα δεδομένα με ρυθμό που δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο με νέους πόρους. Στην ίδια συζήτηση επανέλαβε ότι από την 1η Ιουλίου ξεκινά η εφαρμογή της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία, μέτρο το οποίο παρουσιάζεται ως βασικό εργαλείο ελέγχου της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στο ύψος της δαπάνης. Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αποφασίζει τι αγοράζει, με ποια κριτήρια, για ποιους ασθενείς και με ποια μέτρηση αποτελέσματος. Στο panel για τη μείωση του clawback, ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους μίλησε για αλλαγή στον τρόπο χρηματοδότησης των νοσοκομείων και για στόχο αυτόματου υπολογισμού του clawback, ενώ αναφέρθηκε και στην ανάγκη οι αποφάσεις για ορισμένα φάρμακα να περνούν από ογκολογικά συμβούλια, ώστε η καινοτομία να συνδεθεί σταδιακά με το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Στην ίδια ενότητα, ο γενικός διευθυντής του ΣΦΕΕ Μιχάλης Χειμώνας έθεσε έναν πιο συγκεκριμένο στόχο: τη μείωση των επιστροφών από το 58% στο 40% σε βάθος τριετίας. Ακόμη και αυτό, όπως σημείωσε, θα παρέμενε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Η παρέμβασή του δείχνει ότι η βιομηχανία δεν ζητά την κατάργηση των μηχανισμών ελέγχου, αλλά ένα πιο προβλέψιμο και λειτουργικό πλαίσιο, στο οποίο η αξιολόγηση, η διαπραγμάτευση και ο έλεγχος της συνταγογράφησης θα προηγούνται της υπέρβασης και δεν θα ακολουθούν εκ των υστέρων ως λογιστικό «κούρεμα».

Η οικονομική διάσταση φωτίστηκε και από το panel για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Η γενική γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής Παυλίνα Καρασιώτου ανέφερε ότι η δημόσια χρηματοδότηση του φαρμάκου αυξήθηκε κατά 852 εκατ. ευρώ από το 2019 έως το 2026, δηλαδή κατά 34%. Η πρόεδρος της AstraZeneca Ελλάδας Έλενα Χουλιάρα, όμως, έθεσε το κρίσιμο ερώτημα, όχι αν αυξήθηκε η χρηματοδότηση, αλλά αν αυξήθηκε αρκετά ώστε να καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών. Σύμφωνα με την ίδια, το χρηματοδοτικό κενό στο φάρμακο έχει ξεπεράσει πλέον το 1 δισ. ευρώ.

Ο αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Κώστας Αθανασάκης έδωσε στη συζήτηση το δημογραφικό και επιδημιολογικό της βάθος. Το 52% των Ελλήνων ζει με κάποιο χρόνιο νόσημα, ενώ το ποσοστό των πολιτών άνω των 65 ετών αναμένεται να ξεπεράσει το 34% έως το 2050. Με άλλα λόγια, η ζήτηση για φαρμακευτική φροντίδα δεν αυξάνεται συγκυριακά. Αυξάνεται επειδή αλλάζει η κοινωνία, γερνά ο πληθυσμός, πολλαπλασιάζονται οι χρόνιες παθήσεις και η επιστήμη παράγει θεραπείες πιο στοχευμένες αλλά και πιο ακριβές.

Το ελληνικό πρόβλημα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Η EFPIA, στο WAIT Indicator 2026, καταγράφει ότι η διάμεση αναμονή για διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων στην Ευρώπη φτάνει τις 532 ημέρες, με τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ κρατών. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, σχεδόν τα μισά νέα φάρμακα δεν είναι διαθέσιμα στους Ευρωπαίους ασθενείς, ενώ όλο και περισσότερα διατίθενται με περιορισμούς. Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η συζήτηση για την Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα εσωτερικό παζάρι για το clawback. Αφορά τη θέση της χώρας μέσα σε μια Ευρώπη που δυσκολεύεται να μετατρέψει την επιστημονική πρόοδο σε γρήγορη και ισότιμη πρόσβαση.

Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα του panel για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Η γενική διευθύντρια της EFPIA Nathalie Moll υπογράμμισε ότι η Ευρώπη έχει καταστεί λιγότερο ελκυστικός προορισμός για νέα φάρμακα, με το χάσμα να διευρύνεται εδώ και δύο δεκαετίες. Ο Cyril Schiever, πρόεδρος της MSD Ευρώπης, στάθηκε στην ταχύτητα: η Ευρώπη διαθέτει επιστήμονες και ερευνητικό δυναμικό, αλλά υστερεί στην ταχεία μεταφορά της ανακάλυψης στον ασθενή. Ο Πάνος Καναβός, καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο LSE, έθεσε το ζήτημα της σοβαρής επένδυσης στην έρευνα και την ανάπτυξη, όχι ως πολυτέλεια αλλά ως προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας.

Η συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία ανέδειξε ακόμη μία σημαντική πλευρά. Η υγεία δεν είναι πλέον μόνο κοινωνική πολιτική. Είναι παραγωγική πολιτική, βιομηχανική πολιτική, τεχνολογική πολιτική και ζήτημα ασφάλειας εφοδιασμού. Ο Νίκος Βέττας του ΙΟΒΕ επισήμανε ότι η Ευρώπη χάνει σταδιακά ανταγωνιστικότητα και ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Η υγεία, όπως ειπώθηκε, δεν μπορεί να αναπτυχθεί αποκομμένη από τα δεδομένα, την τεχνολογία και τη δυνατότητα επένδυσης σε παραγωγικότητα.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προωθήσει το Critical Medicines Act, με στόχο τη βελτίωση της διαθεσιμότητας, της παραγωγής και της ασφάλειας εφοδιασμού κρίσιμων φαρμάκων στην ΕΕ. Η ίδια ατζέντα συνδέεται με την ευρύτερη αναθεώρηση της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής νομοθεσίας, η οποία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πρόσβαση των ασθενών, την καινοτομία, τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και την αντιμετώπιση των ελλείψεων.

Ιδιαίτερο βάρος είχε και το panel για την ψηφιακή υγεία. Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου ανέφερε ότι η ΗΔΙΚΑ αποκτά κεντρικό ρόλο στη διαχείριση και αξιοποίηση των δεδομένων υγείας, ενώ σημείωσε ότι στην Ελλάδα καταγράφονται περίπου έξι εκατομμύρια άυλες συνταγογραφήσεις κάθε μήνα. Το επόμενο βήμα, όπως προκύπτει από τη συζήτηση, δεν είναι η απλή συγκέντρωση δεδομένων, αλλά η ποιότητα, η διαλειτουργικότητα και η ασφαλής αξιοποίησή τους. Τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, σύμφωνα με τον κ. Παπαστεργίου, θα επιτρέψουν στα νοσοκομειακά συστήματα να «μιλούν» μεταξύ τους.

Αυτό το σημείο είναι κομβικό. Χωρίς πραγματικά δεδομένα, η συζήτηση για το clawback μένει λογιστική. Με αξιόπιστα δεδομένα, όμως, μπορεί να γίνει πολιτική υγείας. Ποια θεραπεία αποδίδει, σε ποιον ασθενή, σε ποιο στάδιο της νόσου, με ποιο κόστος και με ποιο αποτέλεσμα. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, τα μητρώα ασθενών, ο ηλεκτρονικός φάκελος υγείας και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι τεχνολογικά «στολίδια». Είναι τα εργαλεία χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αποζημίωση βάσει αξίας.

Το συμπέρασμα του SFEE Summit 2026 είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει το φάρμακο μόνο ως δαπάνη, ούτε όμως μπορεί να αγνοεί τα όρια του προϋπολογισμού. Η φαρμακευτική καινοτομία χρειάζεται χώρο, χρηματοδότηση και προβλεψιμότητα. Το Δημόσιο χρειάζεται ελέγχους, αξιολόγηση και μηχανισμούς ώστε να ξέρει τι πληρώνει. Οι ασθενείς χρειάζονται έγκαιρη πρόσβαση, χωρίς να γίνονται όμηροι μιας διαρκούς αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κράτος και αγορά.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα θα επιλέξει την καινοτομία. Το ερώτημα είναι πως τα τη διαχειριστεί. Αν θα περάσει από το μοντέλο του οριζόντιου clawback σε ένα σύστημα όπου η χρηματοδότηση, η αξιολόγηση, η διαπραγμάτευση, η συνταγογράφηση και η μέτρηση αποτελέσματος λειτουργούν ως ενιαία αλυσίδα. Διότι χωρίς αυτή την αλυσίδα, κάθε νέα θεραπεία θα φτάνει στη χώρα με καθυστέρηση, κάθε προϋπολογισμός θα αποδεικνύεται ανεπαρκής και κάθε συζήτηση για την καινοτομία θα επιστρέφει στο ίδιο σημείο. Ποιος θα πληρώσει την υπέρβαση.

Share.
Exit mobile version