ΜΕΘ, προσωπικό, νοσοκομειακές υποδομές, Ταμείο Ανάκαμψης και Χανιά στο επίκεντρο της νέας αντιπαράθεσης – Η αναλυτική απάντηση του υφυπουργού Υγείας στις αιτιάσεις του πρώην αναπληρωτή υπουργού
Μια αντιπαράθεση με αρκετούς αριθμούς, αλλά και δύο εντελώς διαφορετικές αναγνώσεις της κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα το ΕΣΥ, ξέσπασε μεταξύ του υφυπουργού Υγείας Μάριου Θεμιστοκλέους και του Παύλου Πολάκη.
Αφορμή αποτέλεσαν δηλώσεις του κ. Θεμιστοκλέους για την πορεία του δημόσιου συστήματος Υγείας, στις οποίες απάντησε ο βουλευτής Χανίων και τομεάρχης Υγείας και Διαφάνειας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, αμφισβητώντας σειρά κυβερνητικών στοιχείων για τις ΜΕΘ, το προσωπικό, τις ανακαινίσεις νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας και τις επενδύσεις σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό.
Η απάντηση του υφυπουργού Υγείας ήρθε λίγες ώρες αργότερα και ήταν ασυνήθιστα αναλυτική. Ο Μάριος Θεμιστοκλέους δεν περιορίστηκε σε μια πολιτική δήλωση, αλλά επιχείρησε να απαντήσει σημείο προς σημείο στις αιτιάσεις του πρώην αναπληρωτή υπουργού Υγείας, παραθέτοντας τη δική του σειρά αριθμών.
«Ο κ. Πολάκης έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί κριτική. Όχι να διαστρεβλώνει. Όχι να παραποιεί», ανέφερε στην αρχή της δήλωσής του, ζητώντας να μείνει, όπως είπε, το ΕΣΥ έξω από τα «μικροπολιτικά εγώ».
Πίσω όμως από την υψηλή πολιτική θερμοκρασία βρίσκεται μια συζήτηση που έχει πραγματικό ενδιαφέρον: πόσο έχει αλλάξει το ΕΣΥ από το 2019 μέχρι σήμερα και κατά πόσο η αύξηση πόρων, προσωπικού και υποδομών έχει μεταφραστεί σε καλύτερη καθημερινή λειτουργία των νοσοκομείων.
Η πρώτη σύγκρουση αφορά τις ΜΕΘ
Ο Παύλος Πολάκης αμφισβήτησε ουσιαστικά ότι η αύξηση των κλινών Εντατικής αποτελεί αποκλειστικά κυβερνητικό έργο. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε 435 κλίνες πολυδύναμων ΜΕΘ και παρέδωσε 568 σε λειτουργία, ενώ υπήρχαν ακόμη 40 εξοπλισμένες κλίνες που δεν είχαν προλάβει να λειτουργήσουν. Απέδωσε επίσης μεγάλο μέρος της μετέπειτα αύξησης σε δωρεές του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, του Βαγγέλη Μαρινάκη και της Βουλής.
Η απάντηση Θεμιστοκλέους ξεκινά από διαφορετική βάση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, το 2019 λειτουργούσαν 557 κλίνες ΜΕΘ, ενώ το 2025 οι λειτουργικές κλίνες Ενηλίκων και Παίδων είχαν φθάσει τις 914.
Ο υφυπουργός προσθέτει ένα στοιχείο που έχει σημασία, καθώς οι κλίνες από μόνες τους δεν αρκούν: αναφέρει ότι οι ΜΕΘ στελεχώνονται σήμερα από 939 γιατρούς, 2.339 νοσηλευτές και 228 εργαζομένους λοιπών ειδικοτήτων. Μεταξύ 2024 και 2025, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε, το ιατρικό προσωπικό των ΜΕΘ αυξήθηκε κατά 9,95% και το νοσηλευτικό κατά 10,96%.
Εδώ βρίσκεται και η πρώτη δυσκολία στη δημόσια συζήτηση: οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν μόνο για την αξιολόγηση των αριθμών, αλλά χρησιμοποιούν και διαφορετικές αφετηρίες για να μετρήσουν την εξέλιξη.
Η δεύτερη μάχη είναι για το προσωπικό
Ανάλογη εικόνα υπάρχει στη στελέχωση του ΕΣΥ.
Ο Παύλος Πολάκης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε περίπου 89.000 εργαζομένους, όλων των μορφών εργασιακής σχέσης, και παρέδωσε 99.500. Υποστηρίζει επίσης ότι σήμερα υπηρετούν περίπου 105.000 εργαζόμενοι, αλλά οι μόνιμοι είναι λιγότεροι σε σχέση με το 2019.
Ο Μάριος Θεμιστοκλέους δίνει διαφορετικά στοιχεία.
Σύμφωνα με τη δική του καταγραφή, τον Ιούνιο του 2019 στα νοσοκομεία και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας υπηρετούσαν 90.300 εργαζόμενοι, έναντι 100.000 τον Ιανουάριο του 2026.
Η διαφορά αντιστοιχεί σε 9.700 περισσότερους εργαζομένους ή αύξηση 10,74%, αφού έχουν συνυπολογιστεί, όπως διευκρινίζει, οι συνταξιοδοτήσεις και οι υπόλοιπες αποχωρήσεις.
Ειδικότερα, οι γιατροί, σύμφωνα με το υπουργείο, αυξήθηκαν από 24.900 σε 27.952 και οι νοσηλευτές από 37.200 σε 42.247. Πρόκειται δηλαδή για 3.052 περισσότερους γιατρούς και 5.047 περισσότερους νοσηλευτές σε σχέση με το 2019.
Οι δύο αριθμητικές σειρές δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες χωρίς κοινή μεθοδολογία ως προς το ποιο προσωπικό και ποιες εργασιακές σχέσεις περιλαμβάνονται. Και αυτό είναι ένα σημείο που συχνά χάνεται στην πολιτική αντιπαράθεση για το ΕΣΥ.
Τα «σοβατίσματα» και η απάντηση για τις ανακαινίσεις
Πολύ υψηλότεροι ήταν οι τόνοι για τα έργα ανακαίνισης.
Ο Παύλος Πολάκης χαρακτήρισε τις λεγόμενες «ενεργειακές αναβαθμίσεις» ως «ανακαινίσεις-σοβατίσματα», υποστηρίζοντας μάλιστα ότι έγιναν με κόστος έως και πενταπλάσιο. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο αρχικός σχεδιασμός αφορούσε περίπου 150 Κέντρα Υγείας, ενώ τελικά οι παρεμβάσεις θα περιοριστούν, σύμφωνα με τον ίδιο, σε 70-80.
Ο χαρακτηρισμός προκάλεσε την έντονη αντίδραση Θεμιστοκλέους.
Ο υφυπουργός απαντά ότι δεν πρόκειται για αισθητικές παρεμβάσεις αλλά για συνολικές ανακατασκευές εγκαταστάσεων που σε αρκετές περιπτώσεις είχαν να ανακαινιστούν επί δεκαετίες. Αναφέρεται σε ηλεκτρομηχανολογικά δίκτυα, κλινικές, χειρουργεία, μονάδες και χώρους νοσηλείας και φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την αναβάθμιση 63 Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση των δύο πλευρών στο ζήτημα του εξοπλισμού.
Ο κ. Πολάκης υποστηρίζει ότι από περίπου 1 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης διατέθηκαν λιγότερα από 40 εκατ. ευρώ για εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, όπως αξονικούς και μαγνητικούς τομογράφους, PET scan, ακτινοθεραπευτικά μηχανήματα και στεφανιογράφους.
Ο κ. Θεμιστοκλέους απαντά διευρύνοντας το χρονικό και χρηματοδοτικό πεδίο: υποστηρίζει ότι οι συνολικές δαπάνες για εξοπλισμό και μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας την τελευταία πενταετία υπερβαίνουν τα 250 εκατ. ευρώ, προερχόμενες από διαφορετικά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Εδώ, επομένως, οι δύο αριθμοί δεν περιγράφουν ακριβώς το ίδιο πράγμα: ο Πολάκης αναφέρεται ειδικά στην κατανομή πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ ο Θεμιστοκλέους στο σύνολο των χρηματοδοτικών πηγών της τελευταίας πενταετίας.
Η διαφωνία για τα τρία νοσοκομεία του Ιδρύματος Νιάρχος
Ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης αφορά τα τρία νέα νοσοκομεία που χρηματοδοτεί το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος: το Πανεπιστημιακό Παιδιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, το νέο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής και το νέο Γενικό Νοσοκομείο Σπάρτης.
Ο Παύλος Πολάκης υπενθύμισε ότι η συμφωνία για τα συγκεκριμένα έργα είχε ξεκινήσει επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και κατηγόρησε τη σημερινή κυβέρνηση για μεγάλες καθυστερήσεις και για σχεδόν διπλασιασμό του κόστους κατασκευής.
Ο Μάριος Θεμιστοκλέους δεν αμφισβητεί το πότε ξεκίνησε η συζήτηση για τη δωρεά. Αντιτείνει όμως ότι τα τρία νοσοκομεία βρίσκονται πλέον υπό κατασκευή και αναμένεται να παραδοθούν σε λιγότερο από έναν χρόνο. Για το ζήτημα του κόστους παραπέμπει στις επίσημες ανακοινώσεις του ίδιου του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.
Αντικαρκινικό Θεσσαλονίκης: «Δεν έχει ξεκινήσει» – «Είναι εντός χρονοδιαγράμματος»
Ακόμη πιο ευθεία είναι η σύγκρουση για το νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Ο κ. Πολάκης υποστηρίζει ότι το νοσοκομείο έχει εξαγγελθεί εδώ και πέντε χρόνια αλλά «δεν έχει ξεκινήσει καν ακόμα».
Ο υφυπουργός Υγείας απαντά ότι το έργο βρίσκεται εντός χρονοδιαγράμματος και ότι η διαγωνιστική διαδικασία μέσω ΣΔΙΤ έχει ήδη αρχίσει, με στόχο την υπογραφή της σύμβασης μέσα στο 2027.
Πρόκειται, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσίασε, για νοσοκομείο 425 κλινών, προϋπολογισμού 350 εκατ. ευρώ πλέον ΦΠΑ, το οποίο θα περιλαμβάνει ΜΕΘ, Μονάδα Ανακουφιστικής Φροντίδας, Μονάδα Ημερήσιας Νοσηλείας, ακτινοθεραπευτικό τμήμα και πλήρη διαγνωστικό και εργαστηριακό τομέα.
Χανιά: το σημείο όπου η διαφωνία συναντά ένα πραγματικό πρόβλημα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το Νοσοκομείο Χανίων, επειδή εδώ η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο αριθμούς εθνικού επιπέδου.
Ο Παύλος Πολάκης παρουσίασε επιστολή της διοίκησης του νοσοκομείου, σύμφωνα με την οποία στο Α’ Παθολογικό Τμήμα υπηρετεί ένας γιατρός στις έξι οργανικές θέσεις, στο Β’ Παθολογικό τρεις στις έξι και στο ΤΕΠ ένας στις οκτώ. Με την ίδια επιστολή ζητείται η δυνατότητα συνεργασίας με ιδιώτες παθολόγους και γενικούς γιατρούς για την κάλυψη των αναγκών.
Οι ελλείψεις στο συγκεκριμένο νοσοκομείο δεν εμφανίστηκαν τώρα για πρώτη φορά στη δημόσια συζήτηση. Ήδη τον Ιανουάριο είχαν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στη Βουλή, με αναφορές σε σοβαρά προβλήματα σε Παθολογική, ΤΕΠ, Πνευμονολογική και άλλες κλινικές.
Εδώ ο Μάριος Θεμιστοκλέους δεν επιχειρεί να αρνηθεί το πρόβλημα.
«Ναι, υπάρχουν προβλήματα και κενές θέσεις», αναφέρει, προσθέτοντας ότι το υπουργείο αναζητεί κάθε νόμιμη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών έως ότου στελεχωθούν οι θέσεις.
Αυτή ίσως είναι και η πιο ουσιαστική πλευρά της συζήτησης. Η συνολική αύξηση του προσωπικού ενός συστήματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι έχουν λυθεί οι ελλείψεις ανά νοσοκομείο, ειδικότητα και γεωγραφική περιοχή.
Θεμιστοκλέους: Υπάρχουν και αλλαγές που δεν αναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ
Η ανακοίνωση του υφυπουργού δεν σταματά στην άμυνα απέναντι στις κατηγορίες Πολάκη. Περνά στην αντεπίθεση, παραθέτοντας παρεμβάσεις που, όπως υποστηρίζει, η αντιπολίτευση αποσιωπά.
Πρώτη είναι η λειτουργία των Επειγόντων. Σύμφωνα με τον κ. Θεμιστοκλέους, ο μέσος χρόνος αναμονής έχει υποχωρήσει από περίπου εννέα ώρες σε λιγότερο από 4,5, μετά τις αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ΤΕΠ, την ενίσχυση προσωπικού και την ψηφιακή παρακολούθηση της διαδρομής του ασθενούς.
Δεύτερη είναι η ενιαία ψηφιακή λίστα χειρουργείων. Ο υφυπουργός αντιπαραβάλλει το σημερινό σύστημα με τις χειρόγραφες λίστες και τα διαφορετικά αρχεία Excel που, όπως αναφέρει, λειτουργούσαν ανά νοσοκομείο στο παρελθόν.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσει τη διάθεση Φαρμάκων Υψηλού Κόστους στο σπίτι ή μέσω φαρμακείων, το MyHealth και γενικότερα την ψηφιοποίηση του συστήματος Υγείας.
Και επιλέγει να κλείσει την τοποθέτησή του με την πρόληψη, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αλλαγή φιλοσοφίας είναι η μετάβαση από ένα σύστημα που περίμενε τον πολίτη να ασθενήσει σε ένα σύστημα που επιχειρεί να εντοπίσει εγκαίρως τη νόσο.
Πίσω από τους αριθμούς, η πραγματική συζήτηση για το ΕΣΥ
Η αντιπαράθεση Θεμιστοκλέους–Πολάκη έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σκληρής πολιτικής σύγκρουσης. Έχει όμως και μια χρησιμότητα, αναγκάζει τις δύο πλευρές να βάλουν αριθμούς στο τραπέζι.
Και οι αριθμοί χρειάζονται προσοχή.
Το γεγονός ότι το ΕΣΥ διαθέτει σήμερα περισσότερες ΜΕΘ ή περισσότερους εργαζομένους σε σχέση με το 2019 είναι ένα μετρήσιμο στοιχείο. Δεν απαντά όμως από μόνο του στο ερώτημα αν το προσωπικό βρίσκεται εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται, αν οι κενές οργανικές θέσεις κρίσιμων ειδικοτήτων καλύπτονται ή αν η καθημερινότητα του ασθενούς έχει βελτιωθεί στον ίδιο βαθμό.
Αντίστοιχα, οι υπαρκτές ελλείψεις ενός νοσοκομείου, όσο σοβαρές κι αν είναι, δεν αρκούν από μόνες τους για να περιγράψουν την κατάσταση ολόκληρου του ΕΣΥ.
Αυτό είναι ίσως και το σημείο στο οποίο η πολιτική αντιπαράθεση θα είχε μεγαλύτερη αξία εάν μεταφερόταν, όχι μόνο στο «πόσοι ήταν τότε και πόσοι είναι σήμερα», αλλά στο τι υπηρεσίες μπορεί τελικά να πάρει ο ασθενής, σε πόσο χρόνο και με τι ποιότητα.
Γιατί αυτή είναι η μέτρηση που, στο τέλος, έχει τη μεγαλύτερη σημασία
Η Ανάρτηση του Υφυπουργού Υγείας:
