Σε μετωπική σύγκρουση με το Υπουργείο Υγείας έρχεται η Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ), εκφράζοντας την έντονη αντίθεσή της στις πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούν την αξιολόγηση των κλινικών ως κέντρων εκπαίδευσης ειδικευομένων ιατρών. Με μια σκληρή ανακοίνωση, η Ομοσπονδία χαρακτηρίζει τις ρυθμίσεις «απαράδεκτες» και προειδοποιεί για επικείμενη υποβάθμιση της ιατρικής εκπαίδευσης στη χώρα μας.
Σύμφωνα με τους νοσοκομειακούς γιατρούς, το διακύβευμα δεν είναι η βελτίωση των παρεχόμενων γνώσεων, αλλά μια μεθοδευμένη προσπάθεια συρρίκνωσης του δημόσιου συστήματος υγείας, η οποία στρώνει το χαλί για την είσοδο του ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση των νέων επιστημόνων.
Στρατηγική συρρίκνωση με πρόσχημα την ποιότητα
Η ΟΕΝΓΕ υποστηρίζει ότι η διαδικασία αξιολόγησης που προωθείται δεν αποσκοπεί στον εντοπισμό και τη θεραπεία των παθογενειών, αλλά χρησιμοποιεί τις εσκεμμένες κυβερνητικές ελλείψεις ως εργαλείο «τιμωρίας» των κλινικών. Η Ομοσπονδία συνδέει άμεσα αυτές τις αλλαγές με:
- Τη συγκέντρωση των ειδικευομένων σε ελάχιστα, μεγάλα πανεπιστημιακά κέντρα.
- Την προώθηση φραγμών, όπως οι εξετάσεις για την έναρξη της ειδικότητας.
- Τη νομιμοποίηση της εκπαίδευσης ειδικευομένων σε ιδιωτικές κλινικές, παράλληλα με τη λειτουργία ιδιωτικών ιατρικών σχολών.
«Η αξιολόγηση μετατρέπεται σε πολιορκητικό κριό για συγχωνεύσεις και καταργήσεις κλινικών», σημειώνει η ΟΕΝΓΕ, τονίζοντας ότι η πολιτική ηγεσία χρησιμοποιεί το αποτέλεσμα μιας κρίσης που η ίδια δημιούργησε για να δικαιολογήσει το κλείσιμο τμημάτων.
Αντιεπιστημονικά κριτήρια και γραφειοκρατικό «φόρτωμα»
Η αντίδραση των γιατρών εστιάζει και στα πρακτικά ζητήματα της διαδικασίας. Οι διευθυντές των κλινικών καλούνται πλέον να συμπληρώνουν ογκώδη έντυπα με στοιχεία που οι διοικήσεις των νοσοκομείων ήδη κατέχουν, μεταθέτοντας την ευθύνη για τις ελλείψεις από το κράτος στους ίδιους τους λειτουργούς.
Ιδιαίτερη αιχμή αποτελούν οι υπουργικές αποφάσεις του Ιουλίου 2025, οι οποίες εισάγουν κριτήρια που χαρακτηρίζονται ως «παράλογα» από την ιατρική κοινότητα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται η ρύθμιση για τις χειρουργικές ειδικότητες, η οποία απαιτεί ο αριθμός των ειδικευομένων να είναι αυστηρά τριπλάσιος των ειδικευμένων ιατρών, μια αναλογία που σύμφωνα με την ΟΕΝΓΕ στερείται οποιασδήποτε εκπαιδευτικής ή επιστημονικής βάσης.
Τα αμείλικτα ερωτήματα προς την ηγεσία του Υπουργείου
Η Ομοσπονδία θέτει προ των ευθυνών της την κυβέρνηση, αναδεικνύοντας τις δομικές αντιφάσεις του συστήματος μέσω κρίσιμων ερωτημάτων:
- Χειρουργικός χρόνος: Πώς θα αξιολογηθεί μια κλινική όταν 100 χειρουργικές αίθουσες στην Αττική παραμένουν κλειστές λόγω έλλειψης αναισθησιολόγων και νοσηλευτών;
- Εμπορευματοποίηση: Με ποιο κριτήριο θα κριθούν γιατροί που αρνούνται να συμμετάσχουν σε απογευματινά επί πληρωμή χειρουργεία, προστατεύοντας τον ασθενή από τη διπλή χρέωση;
- Εκπαιδευτική στήριξη: Πώς βαθμολογείται η συμμετοχή σε συνέδρια, όταν το κράτος δεν καλύπτει το κόστος και δεν εγκρίνει τις απαραίτητες εκπαιδευτικές άδειες;
- Υπερεφημέρευση: Πώς θα κριθεί η επάρκεια κλινικών στην περιφέρεια, όπου το προσωπικό εξουθενώνεται με έως και δέκα εφημερίες τον μήνα;
Η «μάχη» για τη δημόσια ιατρική εκπαίδευση
Για την ΟΕΝΓΕ, η ευθύνη για τη δυσλειτουργία δεν βαραίνει τους γιατρούς, αλλά την πολιτική που μετατρέπει την υγεία σε εμπόρευμα. Υπενθυμίζεται ότι το 70% των ειδικευομένων στην Ελλάδα εκπαιδεύεται στο ΕΣΥ, το οποίο διαθέτει μια μακρά και επιτυχημένη παράδοση που κινδυνεύει να ισοπεδωθεί.
Η Ομοσπονδία καλεί τους διευθυντές των κλινικών να αρνηθούν τη συμμετοχή σε αυτή την «εικονική αξιολόγηση» και να προτάξουν τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος.
Το διεκδικητικό πλαίσιο της ΟΕΝΓΕ
Προκειμένου να αναβαθμιστεί ουσιαστικά η εκπαίδευση και η παροχή υγείας, η Ομοσπονδία προτείνει:
- Άμεση και μαζική προκήρυξη όλων των κενών οργανικών θέσεων.
- Δραστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για την υγεία.
- Εκσυγχρονισμό των υποδομών και του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού.
- Πλήρη κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης εντός του δημόσιου συστήματος.
Το συμπέρασμα των νοσοκομειακών γιατρών είναι σαφές: Στην αξιολόγηση που επιβάλλει η κυβέρνηση, η ίδια η κυβερνητική πολιτική είναι αυτή που παίρνει τον χαμηλότερο βαθμό.
