Listen to this article

Από τον Τάκη Μαραλέτο

Για περισσότερο από έναν χρόνο η δημόσια συζήτηση γύρω από τα ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό των ασφαλιστικών εταιρειών ότι η εκρηκτική αύξηση του κόστους των ιδιωτικών κλινικών καθιστούσε αναπόφευκτες τις σημαντικές αυξήσεις στα ασφάλιστρα.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες υποστήριζαν ότι το κόστος νοσηλείας είχε εκτοξευθεί, ότι οι αποζημιώσεις αυξάνονταν με ταχύ ρυθμό και ότι η βιωσιμότητα των χαρτοφυλακίων τους απαιτούσε αναπροσαρμογές που σε αρκετές περιπτώσεις έφτασαν ακόμη και σε διψήφια ποσοστά.

Οι ασφαλισμένοι, από την άλλη πλευρά, έβλεπαν τον λογαριασμό να μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο, ιδιαίτερα όσοι είχαν πολυετή συμβόλαια και βρίσκονταν σε ηλικίες όπου η αλλαγή ασφαλιστικής εταιρείας είναι πρακτικά αδύνατη. Το θέμα πήρε πολιτικές διαστάσεις, έφθασε στη Βουλή, προκάλεσε κυβερνητικές παρεμβάσεις και οδήγησε στη θέσπιση ενός νέου αντικειμενικού μηχανισμού υπολογισμού των αναπροσαρμογών, με την ευθύνη να περνά πλέον στην Ελληνική Στατιστική Αρχή.

Η δημοσίευση του πρώτου Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ) αποτελεί ίσως την πιο ουσιαστική εξέλιξη που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην αγορά της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας. Για πρώτη φορά, η συζήτηση μπορεί να βασιστεί σε πραγματικά δεδομένα που προέρχονται από τις ίδιες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και όχι σε εκτιμήσεις ή διαφορετικές μεθοδολογίες.

Και εδώ αρχίζουν τα ενδιαφέροντα.

Ο συνολικός δείκτης για το 2024 διαμορφώθηκε στο 6,24%. Με την πρώτη ματιά το ποσοστό μοιάζει να επιβεβαιώνει όσους υποστήριζαν ότι το κόστος αυξάνεται σημαντικά. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση, όμως, αποκαλύπτει κάτι πολύ διαφορετικό.

Η ΕΛΣΤΑΤ διαχωρίζει για πρώτη φορά την επίδραση της ηλικιακής γήρανσης των ασφαλισμένων από την πραγματική αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας. Όταν αφαιρεθεί η ηλικία, ο αντίστοιχος δείκτης περιορίζεται μόλις στο 1,25%. Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη επιβάρυνση δεν φαίνεται να προέρχεται από ανατιμήσεις στις υπηρεσίες υγείας αλλά από το γεγονός ότι οι ασφαλισμένοι μεγαλώνουν, χρησιμοποιούν συχνότερα το σύστημα υγείας και συνεπώς κοστίζουν περισσότερο.

Τα επιμέρους στοιχεία ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα.

Στις μακροχρόνιες ασφαλίσεις υγείας οι συνολικές αποζημιώσεις αυξήθηκαν ελάχιστα, από 227,7 εκατ. ευρώ το 2023 σε περίπου 229 εκατ. ευρώ το 2024. Το μέσο κόστος ανά ζημιά αυξήθηκε από 4.563 ευρώ σε 4.938 ευρώ, όμως ο δείκτης χωρίς την επίδραση της ηλικίας διαμορφώθηκε μόλις στο 1,76%.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα στις ετησίως ανανεούμενες συμβάσεις. Οι ασφαλισμένοι αυξήθηκαν από περίπου 664.000 σε περισσότερους από 707.000, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων. Ωστόσο, το μέσο κόστος ανά ζημιά δεν αυξήθηκε. Αντίθετα, υποχώρησε οριακά, από 3.604 ευρώ σε 3.578 ευρώ, ενώ ο σχετικός δείκτης χωρίς την επίδραση της ηλικίας διαμορφώθηκε μόλις στο 0,79%.

Τα στοιχεία αυτά ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν αντιμετωπίζουν πραγματικές πιέσεις. Η δημογραφική γήρανση είναι μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Οι νέες θεραπευτικές τεχνολογίες είναι ακριβότερες, οι απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν αυστηρές και η συγκέντρωση της αγοράς ιδιωτικών θεραπευτηρίων σε λίγους μεγάλους ομίλους έχει ενισχύσει σημαντικά τη διαπραγματευτική τους δύναμη απέναντι στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Από την άλλη πλευρά, όμως, ο πρώτος επίσημος δείκτης δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.

Εάν η πραγματική αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας κυμάνθηκε κοντά στο 1%, πώς εξηγούνται αναπροσαρμογές ασφαλίστρων που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν πολλαπλάσιες;

Ποιο μέρος αυτών των αυξήσεων αντανακλούσε πραγματικό κόστος και ποιο μέρος αφορούσε προβλέψεις, διαχείριση κινδύνου ή στρατηγικές τιμολόγησης;

Υπάρχει σήμερα επαρκής διαφάνεια ώστε ο ασφαλισμένος να γνωρίζει πώς ακριβώς υπολογίζεται η ετήσια επιβάρυνση που καλείται να πληρώσει;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που πλέον καλείται να απαντήσει η αγορά.

Ο νέος δείκτης δεν αποτελεί εργαλείο ελέγχου της κερδοφορίας των ασφαλιστικών εταιρειών ούτε μπορεί από μόνος του να χαρακτηρίσει δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη μία αναπροσαρμογή.

Προσφέρει όμως, για πρώτη φορά, ένα κοινό και αντικειμενικό σημείο αναφοράς, πάνω στο οποίο μπορούν να αξιολογηθούν οι αποφάσεις όλων των εμπλεκομένων.

Η εξέλιξη αυτή αλλάζει ουσιαστικά τους όρους της δημόσιας συζήτησης. Μέχρι σήμερα κάθε πλευρά παρουσίαζε τα δικά της στοιχεία. Από εδώ και στο εξής θα υπάρχει μία κοινά αποδεκτή στατιστική βάση.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η σημαντικότερη είδηση.

Όχι επειδή αποδεικνύει ότι κάποια πλευρά είχε απόλυτο δίκιο ή άδικο, αλλά επειδή για πρώτη φορά επιτρέπει ο διάλογος να γίνεται πάνω σε πραγματικά δεδομένα.

Είναι σαφές πλέον ότι όταν οι αριθμοί λένε μια διαφορετική ιστορία από αυτή που κυριαρχούσε μέχρι σήμερα, όλοι οι εμπλεκόμενοι, ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιωτικές κλινικές, Πολιτεία και εποπτικές αρχές  καλούνται να δώσουν πιο πειστικές απαντήσεις.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τις απαντήσεις αυτές δικαιούνται πλέον να τις ακούσουν οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι επί χρόνια πληρώνουν το τίμημα μιας αγοράς όπου η εμπιστοσύνη αποτελεί το σημαντικότερο συμβόλαιο από όλα και να ορίσουν την απάντηση τους σε τυχόν καταχρηστικές χρεώσεις βάσει πραγματικών δεδομένων.

Share.
Exit mobile version