Γράφει ο Τάκης Μαραλέτος,CEO Vnet-Pharma
Δεν ξέρω αν σας συμβαίνει κι εσάς, αλλά κάθε χρόνο, όταν τελειώνει ένα μεγάλο συνέδριο για τα οικονομικά και την πολιτική υγείας στην Ελλάδα, μένω με το ίδιο διπλό συναίσθημα.
Από τη μία, μια πραγματική αισιοδοξία: υπάρχει γνώση, υπάρχει τεχνογνωσία, υπάρχει σοβαρός κόσμος που δουλεύει, μελετάει, προτείνει, και θέλει να πάει τα πράγματα μπροστά. Από την άλλη, μια ήρεμη (αλλά επίμονη) απογοήτευση: η συζήτηση είναι συχνά καλύτερη από την εφαρμογή. Και στο τέλος, το σύστημα γυρίζει πάλι στο «λίγα και αποσπασματικά».
Το φετινό Πανελλήνιο Συνέδριο Οικονομικών της Υγείας 2025 ήταν, όπως πάντα, άρτιο οργανωτικά και γεμάτο συμμετοχές. Οι θεματικές είχαν «μέλλον»: τεχνολογία, δεδομένα, αποδοτικότητα, ισότητα πρόσβασης, αξιολόγηση, ανθεκτικότητα. Μιλήσαμε για όλα τα σωστά. Κι όμως… για να είμαι ειλικρινής, ένιωσα ότι παράξαμε ξανά το ίδιο συμπέρασμα που παράγουμε χρόνια: «Χρειάζεται στρατηγική, χρειάζονται πόροι, χρειάζεται αξιολόγηση, χρειάζεται ανθρώπινο δυναμικό, χρειάζεται ψηφιακή ωριμότητα».
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν τα ξέρουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε χτίσει έναν μηχανισμό που να τα κάνει να συμβαίνουν με συνέχεια.
Πού «χαλάει» το πράγμα;
Στην Ελλάδα είμαστε δυνατοί στο να ξεκινάμε. Είμαστε αδύναμοι στο να συντηρούμε.
Φτιάχνουμε κάτι, το ανακοινώνουμε, το εγκαινιάζουμε, το χειροκροτούμε… και μετά, αν δεν υπάρχει καθημερινή φροντίδα, διαδικασία, μέτρηση και λογοδοσία, το αφήνουμε να ξεφτίσει. Κι αυτό στην υγεία δεν είναι απλώς κακή πρακτική. Είναι επικίνδυνο.
Και κάπου εκεί, εμφανίζεται ένα δεύτερο πρόβλημα: η υγεία γίνεται υπερβολικά «προσωποκεντρική» υπόθεση. Αν ο Υπουργός είναι καλός, κινείται κάτι. Αν ο επόμενος έχει άλλες προτεραιότητες, «παγώνει». Μα δεν γίνεται η υγεία 10 εκατομμυρίων ανθρώπων να εξαρτάται από το ποιος είναι σήμερα στο γραφείο.
Ναι, είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πρόοδος. Ειδικά σε κάποιες περιόδους υπήρξε μεγαλύτερη ταχύτητα, περισσότερη πίεση για αποτέλεσμα, πιο πρακτικός προσανατολισμός. Και ήταν αναγκαίο, γιατί η υγεία είχε μείνει πίσω και έπρεπε να ξαναπάρει μπροστά. Αλλά, στο μεγάλο κάδρο, η πρόοδος παραμένει άνιση: νησίδες καλής δουλειάς μέσα σε μια θάλασσα που ακόμα ψάχνει σταθερή ρότα.
Τρία μικρά (αλλά κλασικά) παραδείγματα αποσπασματικότητας
- Πρωτοβάθμια φροντίδα / προσωπικός γιατρός: κάθε λίγα χρόνια ξαναπιάνουμε το ίδιο θέμα με νέους κανόνες, νέα σχήματα, νέες “εκκινήσεις”. Η ΠΦΥ θέλει χρόνια για να σταθεροποιηθεί. Αν αλλάζεις συνεχώς το μοντέλο πριν ωριμάσει, δεν προλαβαίνει να γίνει καθημερινότητα ούτε για τον γιατρό ούτε για τον πολίτη.
- DRGs και νοσοκομειακή κοστολόγηση: σωστό εργαλείο, αναγκαίο, αλλά απαιτεί “μύες”: κωδικοποίηση, δεδομένα, διαδικασίες, ανθρώπους, εκπαίδευση. Αν αυτά δεν χτιστούν ομοιόμορφα, έχεις διαφορετικές ταχύτητες και τελικά το σύστημα δεν μιλάει την ίδια γλώσσα παντού.
- Ψηφιακή υγεία: γίνονται βήματα και μάλιστα σημαντικά. Όμως το κρίσιμο δεν είναι να έχεις εφαρμογές. Είναι να έχεις διασύνδεση, κοινά standards, καθημερινή χρήση στην πρώτη γραμμή και “data loop” που οδηγεί σε αποφάσεις. Αλλιώς μένουν κομμάτια που δεν κουμπώνουν μεταξύ τους.
Τι λείπει πραγματικά;
Κατά τη γνώμη μου λείπει ένα πράγμα που ακούγεται “μεγάλο”, αλλά είναι πολύ πρακτικό:
Εθνική Στρατηγική Υγείας για 10–20 χρόνια, με στόχους, δείκτες, χρηματοδότηση και θεσμική συνέχεια.
Όχι γενικά και αόριστα. Με ξεκάθαρο πλαίσιο:
- τι ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε (σε πρόσβαση, ποιότητα, αποτελέσματα),
- ποιος το αναλαμβάνει,
- πώς μετριέται,
- και τι αλλάζει όταν κάτι δεν πάει καλά.
Και μαζί με αυτό, κάτι που συχνά το ξεχνάμε: πόρους. Σοβαρούς πόρους, με αύξηση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στις ευρωπαϊκές πραγματικότητες. Όχι απλώς “περισσότερα χρήματα”, αλλά χρήματα που να πηγαίνουν εκεί που παράγουν αξία: για τον ασθενή, για τον επαγγελματία υγείας, για την κοινωνία.
Τέλος, λείπει μια καθαρή δέσμευση σε κάτι που δεν είναι καθόλου glamorous, αλλά είναι το μισό παιχνίδι: συντήρηση. Συντήρηση υποδομών, εξοπλισμού, διαδικασιών, δεδομένων, ανθρώπων. Η υγεία δεν είναι sprint. Είναι μαραθώνιος.
Αν κρατάω μια φράση από τη φετινή εμπειρία, είναι αυτή:
Δεν μας λείπουν οι λύσεις. Μας λείπει το σύστημα που τις κάνει να μένουν όρθιες όταν αλλάζουν τα πρόσωπα.
