Μπάμπης Καραθάνος: «Είναι ευθύνη μας να τονίσουμε την αξία του φαρμακείου»

Μπάμπης Καραθάνος: «Είναι ευθύνη μας να τονίσουμε την αξία του φαρμακείου»

Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Πετρόχειλο

 

Συνήθως οι φαρμακοποιοί αναφέρονται στην πολύτιμη σχέση τους με τον ασθενή/πολίτη. Ο κ. Μπάμπης Καραθάνος, φαρμακοποιός είναι από εκείνους τους φαρμακοποιούς που γνωρίζει καλά τις ανάγκες του ασθενή/ πολίτη αλλά μέσα από την ιδιότητα του συμβούλου του Υπουργού Υγείας, επί Άδωνι Γεωργιάδη και Μάκη Βορίδη, γνωρίζει καλά και τις θέσεις των πολιτικών που παίρνουν αποφάσεις  για τον φαρμακοποιό και το φαρμακείο.

Υποψήφιος με τον συνδυασμό Φαρμακευτική Αναμόρφωση στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, στο Φαρμακευτικό Σύλλογο Αττικής, καταθέτει αυτήν την πολύτιμη εμπειρία του στο DailyPharmaNews. Αναφέρεται στα πράγματα που πέτυχε, σε εκείνα που ήθελε να κάνει αλλά δεν πρόλαβε και περιγράφει πως βλέπει το παρόν αλλά και το μέλλον του ελληνικού φαρμακείου, κάνοντας παράλληλα και μία ενδιαφέρουσα αποκάλυψη που θα προκαλέσει συζητήσεις.     

 

Κύριε Καραθάνο, σε άρθρο σας το 2013 είχατε μιλήσει για το μέλλον του Έλληνα φαρμακοποιού. Έξι χρόνια μετά, υπάρχουν ραγδαίες εξελίξεις. Θεωρείτε ότι ο φαρμακοποιός πορεύτηκε προς την ορθή κατεύθυνση για να συναντήσει αυτό το μέλλον ή έγιναν λάθη;

Θεωρώ ότι το φαρμακείο που θα επιβιώσει στην Ελλάδα, θα πρέπει να είναι πλήρως οργανωμένο και στελεχωμένο, με επιστημονικό προσωπικό που θα παρέχει πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, με γνώμονα τις αρχές της ποιοτικής φαρμακευτικής μέριμνας και διαθέτοντας κάθε σύγχρονο και αναγκαίο προϊόν που προσφέρει λύση στον ασθενή-καταναλωτή. Είτε είναι φάρμακο, καλλυντικό, προϊόν υγιεινής φροντίδας, διαγνωστικό, διατροφικό προϊόν, οτιδήποτε έχει σχέση με τη φροντίδα του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα θα πρέπει να παρέχει και υπηρεσίες, όπως αυτές που παρέχουμε σήμερα δωρεάν, όπως η μέτρηση της πίεσης, του σακχάρου, η πραγματοποίηση εμβολίων κτλ.

Αυτό το φαρμακείο είναι απαραίτητο. Να καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσμού και μάλιστα σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου δεν υπάρχει γιατρός και καμία άλλη υγειονομική υπηρεσία σε κοντινή απόσταση. Αυτό το ρόλο θα πρέπει να τον υποστηρίξουμε εμείς οι φαρμακοποιοί και θεωρώ ότι πρέπει να υπάρξουν και συνεργασίες φαρμακοποιών, είτε με συμφωνίες για κοινές αγορές, με στόχο την επίτευξη μεγαλύτερων προσφορών, εκπτώσεων και καλύτερων τιμών, είτε με συστεγάσεις ώστε να μπορέσουμε να φτιάξουμε πιο δυνατά φαρμακεία τόσο σε επίπεδο οικονομικής διαπραγμάτευσης όσο και σε επίπεδο προσφοράς περισσότερων και καλύτερων υπηρεσιών προς τον πολίτη. Φαρμακεία δυναμικά, πλήρως εξοπλισμένα με προσωπικό, με εξειδίκευση, με όλα τα προϊόντα. Σήμερα δεν υπάρχει φαρμακείο που να μπορεί να επιζήσει μόνο με το φάρμακο, το οποίο εξακολουθεί μεν να είναι το κύριο προϊόν αλλά χρειάζεται και όλα τα άλλα. Χρειάζεται βιταμίνες, συμπληρώματα, χρειάζεται ορθοπεδικά, οδοντιατρικά. Είναι καλό όταν πάει ο ασθενής να πάρει το φάρμακό του, να έχει τη δυνατότητα να πάρει και όλα αυτά και να μην πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ. Είναι δικό μας χρέος να έχουμε αυτό το φαρμακείο. Για μένα λοιπόν το φαρμακείο του μέλλοντος είναι το φαρμακείο που θα παρέχει όλα τα προϊόντα, όλες τις λύσεις, με προσωπικό που θα μπορεί να εξυπηρετήσει, να εξηγήσει, να βοηθήσει τον ασθενή και γενικότερα τον πελάτη, σε οτιδήποτε χρειάζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.      

Τι θεωρείτε ως ύψιστη προτεραιότητα σήμερα για τον κλάδο;

Θεωρώ ότι το πρώτο και βασικό πρόβλημα για τον κλάδο των ιδιωτικών φαρμακείων σήμερα είναι ο τζίρος. Είναι το πρόβλημα που δημιουργήθηκε ουσιαστικά από το 2011 – 2012, μέσα στην οικονομική κρίση, όπου από 5,2 δισεκατομμύρια ευρώ δημόσια φαρμακευτική δαπάνη πέσαμε στα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Εάν δε, σκεφτεί κανείς ότι από τα χρήματα αυτά σχεδόν το ένα δισεκατομμύριο αφορούν φάρμακα υψηλού κόστους-τα οποία δεν κινούνται από τα φαρμακεία μέχρι στιγμής, λόγω του ότι ένα κομμάτι τους είναι νοσοκομειακά-ελάχιστα μπορούν να διακινηθούν από το φαρμακείο-το ποσοστό κέρδους είναι χαμηλό.  Καταλαβαίνετε πόσο μεγάλη μείωση τζίρου υπήρξε; Το πρώτο λοιπόν ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το να αυξηθεί αυτός ο τζίρος. Και για να αυξηθεί θα πρέπει να υπάρξει ένας εξορθολογισμός στις τιμές των φαρμάκων και όχι συνεχείς μειώσεις. Οι συνεχείς μειώσεις ουσιαστικά διώχνουν καλά φθηνά φάρμακα από τα φαρμακεία, δημιουργούν ελλείψεις και οδηγούν την αγορά να καλύψει αυτό το κενό που δημιουργείται με αντικατάστασή τους από φάρμακα ξένων εταιρειών, σε πολλαπλάσια τιμή, με αποτέλεσμα να χάνουν οι ελληνικές φαρμακευτικές εταιρείες. Χρειάζεται λοιπόν εξορθολογισμός των τιμών, χρειάζεται να έρθουν τα φάρμακα υψηλού κόστους στα ιδιωτικά φαρμακεία κάτι που βλέπουμε θετικά, να συμβαίνει ως απόφαση της κυβέρνησης. Βεβαίως, όλο αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται δωρεάν, όπως έχει αποφασισθεί, μέχρι τον ερχόμενο Αύγουστο αλλά από τη στιγμή που το σύστημα θα εξορθολογιστεί. Θέλουμε να μπορούν αυτά τα φάρμακα να δίνονται από τα φαρμακεία, μ’ ένα ποσοστό κέρδους για όλη αυτή τη διαδικασία, που εγώ θεωρώ ότι δεν μπορεί να είναι κάτω του 5%, της αξίας του φαρμάκου. Μαζί με ένα πλαφόν που θα μπαίνει ανά φαρμακείο σε αξία ΦΥΚ, που θα μπορεί να εκτελέσει κάθε μήνα -το οποίο θα έπρεπε να είναι περίπου στις 20.000 ευρώ και να αντιστοιχεί σε κέρδος μέχρι χίλια ευρώ για το κάθε φαρμακείο- νομίζω ότι εξασφαλίζεται μία αξιοπρεπής αμοιβή για τον φαρμακοποιό. Με αυτόν τον τρόπο και ο φαρμακοποιός και ο πολίτης θα βγουν κερδισμένοι αλλά και ο ΕΟΠΥΥ θα διευκολυνθεί, αφού θα απαλλαγεί ουσιαστικά από το κόστος ενός μεγάλου αριθμού υπαλλήλων, οι οποίοι θα μπορέσουν να πάνε στα νοσοκομεία, όπου υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη και σε φαρμακοποιούς και σε βοηθούς φαρμακοποιών αλλά και σε άλλες ειδικότητες που αυτή την στιγμή απασχολούνται στα φαρμακεία του Οργανισμού.           

Βρεθήκατε κάποια στιγμή να είστε σύμβουλος υπουργού Υγείας. Έχει επιβεβαιωθεί από σχετικές έρευνες, ότι ο φαρμακοποιός είναι ο επαγγελματίας υγείας που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη. Θεωρείτε ότι οι πολιτικοί έχουν τη σωστή εικόνα για τον φαρμακοποιό και τι θα μπορούσε να κάνει ο κλάδος για να τη βελτιώσει;

Θεωρώ ότι το ιδιωτικό φαρμακείο, όπως λειτουργεί στην Ελλάδα, λειτουργεί προς μεγάλο όφελος του κοινού, δηλαδή του πολίτη, του ασθενούς. Και αυτό διότι το φαρμακείο στη χώρα μας είναι πολύ σωστά απλωμένο σε όλη την επικράτεια. Μπορείς να βρεις φαρμακείο παντού, ως το τελευταίο χωριό, σε ακριτικές περιοχές αλλά και μέσα στην πόλη και αυτό διασφαλίζει μία εύκολη πρόσβαση για να βρει ο πολίτης το φάρμακό του, τη στιγμή που το χρειάζεται. Ακόμη και τις μέρες που δεν είναι ανοικτά τα φαρμακεία, τα Σαββατοκύριακα ή τα βράδια υπάρχουν αρκετά διανυκτερεύοντα φαρμακεία που μπορούν να εξυπηρετήσουν. Το ελληνικό φαρμακείο παρέχει συμβουλευτική, παρέχει πρωτοβάθμια περίθαλψη, εάν χρειαστεί κάποιος να κάνει μία ένεση, κάτι που επείγει για να σώσουμε τη ζωή ενός ανθρώπου ή να τον βοηθήσουμε να καλυτερεύσει την κατάστασή του. Το ελληνικό φαρμακείο παρέχει υπηρεσίες που στο εξωτερικό δεν υπάρχουν. Εκεί είναι απρόσωπα τα φαρμακεία και σε  απόσταση το ένα από το άλλο. Το φαρμακείο της γειτονιάς λοιπόν, που έχουμε στην Ελλάδα, το μεσαίο φαρμακείο που παρέχει όλες αυτές τις υπηρεσίες θα πρέπει να συντηρηθεί. Και εδώ χρειάζεται μία συγκεκριμένη πολιτική. Αυτήν την πολιτική θα πρέπει η σημερινή κυβέρνηση να την υπηρετήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Το αντιλαμβάνονται αρκετοί πολιτικοί. Θεωρώ ότι θα πρέπει και εμείς οι φαρμακοποιοί να το τονίσουμε, να το αναδείξουμε ως ανάγκη πιο έντονα και να πείσουμε ότι το ιδιωτικό φαρμακείο χρειάζεται στήριξη.        

Υπήρξαν στιγμές που βρεθήκατε πραγματικά σε δύσκολη θέση όντας σύμβουλος υπουργού και φαρμακοποιός;

Φυσικά και υπήρξαν τέτοιες στιγμές. Ειδικά στις διαπραγματεύσεις που είχαμε με την τρόικα και τον υπεύθυνο της τρόικα τότε, τον κ. Καρόνε. Σε μία από αυτές τις συσκέψεις, μάς είπε ότι ήταν μνημονιακή μας υποχρέωση το ποσοστό κέρδους των φαρμακείων να πάει στο 15%. Αυτό ήταν κάτι το οποίο είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου και έπρεπε να υλοποιηθεί στις δικές μας μέρες. Θυμίζω πως όταν έγιναν αυτές οι συζητήσεις, το ποσοστό κέρδους των φαρμακείων ήταν στο 23%. Με βάση αυτό και εάν αφαιρέσουμε όλα τα έξοδα ενός φαρμακείου, το πραγματικό κέρδος από 23% πήγαινε γύρω στο 12%, περίπου στο μισό. Εάν λοιπόν το ποσοστό κέρδους πήγαινε στο 15% και αφαιρώντας και ένα 1,5% περίπου rebate που πληρώνουμε μεσοσταθμικά, θα πηγαίναμε στο 13,5%. Αφαιρώντας από αυτό ένα 10% περίπου κόστος, θα πηγαίναμε γύρω στο 3,5% - 4%. Καταλαβαίνετε πως τα μισά φαρμακεία θα έκλειναν κατευθείαν. Θα μπορούσαν να σταθούν μόνο φαρμακεία που είχαν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι παραφαρμάκων, καλλυντικών κτλ. Τα υπόλοιπα μεσαία και μικρά φαρμακεία που στηρίζονταν κυρίως στο φάρμακο, θα έκλειναν όλα! Αυτή πραγματικά ήταν μία πάρα πολύ δύσκολη στιγμή για μένα. Μίλησα στον τότε υπουργό Υγείας, τον Άδωνι Γεωργιάδη και με το υπόλοιπο επιτελείο που είχαμε εκεί κάναμε στους εκπροσώπους της τρόικα κάποιες ασκήσεις επί Χάρτου, εξηγώντας πως αυτό το 15% που ήθελαν δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Βεβαίως, η θέση του κ. Καρόνε ήταν πως λειτουργούν πολλά φαρμακεία στην Ελλάδα και θα έπρεπε να κλείσουν τα μισά, κάτι στο οποίο είχα αντιταχθεί, εξηγώντας του ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει, γιατί η Ελλάδα είναι μία χώρα διαφορετική από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες με πολλά νησιά, ορεινούς όγκους που δεν μπορεί να τους προσεγγίσει κανείς εύκολα και επομένως τα φαρμακεία είναι απαραίτητο να υπάρχουν και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Εξηγήσαμε ότι η Ελλάδα δεν είναι ούτε Ελβετία ούτε Γερμανία ούτε Ολλανδία. Είναι μία χώρα που έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Και ουσιαστικά κερδίσαμε αυτή τη μάχη, παρόλο που ξεκινήσαμε από δύσκολη αφετηρία. Κρατήσαμε το ποσοστό κέρδους, με μία μείωση μόλις 2%, πηγαίνοντας στο 21% που ισχύει και σήμερα.

Το άλλο μεγάλο θέμα που παλέψαμε και το οποίο πράγματι θεωρούσα πολύ κομβικό, ήταν το ιδιοκτησιακό. Έπρεπε να εξηγηθεί στην τρόικα, ότι το φαρμακείο έπρεπε να μείνει στη ιδιοκτησία των επιστημόνων φαρμακοποιών, τουλάχιστον με το 51% και όποιος θέλει, να μπει και να επενδύσει στο χώρο του φαρμακείου. Και πραγματικά, όπως είπα, το φαρμακείο μπορεί να γίνει ένα πολυδύναμο κέντρο πρωτοβάθμιας υγειονομικής φροντίδας και αυτός που πιστεύει σε αυτό να βάλει το 49%. Αλλά το φαρμακείο πρέπει να λειτουργεί με την ευθύνη του φαρμακοποιού. Πρέπει ο φαρμακοποιός ως επαγγελματίας υγείας για ό,τι δίνει να είναι υπεύθυνος. Αυτό σε μεγάλο βαθμό τότε κερδήθηκε. Δέχθηκε ο κ. Καρόνε πως το θέμα της ιδιοκτησίας μπορούσε να καλυφθεί, συμφωνώντας πως ένας φαρμακοποιός θα μπορούσε να έχει μέχρι πέντε φαρμακεία. Αλλά ο ιδιοκτήτης θα παρέμενε ο φαρμακοποιός. Αυτό λοιπόν ήταν η λύση. Ήθελαν άνοιγμα του επαγγέλματος και με αυτόν τον τρόπο ικανοποιήθηκαν, αφού με αυτόν τον τρόπο υποτίθεται ότι άνοιγε το επάγγελμα.

Σημαντικό για μένα ήταν το ότι προστατέψαμε και τα πληθυσμιακά κριτήρια, τα οποία υπάρχουν και στην Ευρώπη. Ότι δηλαδή στην Ελλάδα πια αντιστοιχεί ένα φαρμακείο στους χίλιους κατοίκους, πράγμα που σημαίνει ότι σ’ ένα δήμο 100.000 κατοίκων μπορούν να εκδοθούν 100 άδειες ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείου. Και αυτό νομίζω ότι είναι μία προστασία διότι διευκολύνει και δίνει τη δυνατότητα, όταν έχουν μπλοκάρει όλα τα αστικά κέντρα, να μπορεί ο νέος φαρμακοποιός, που δεν μπορεί να ανοίξει φαρμακείο σ’ ένα αστικό κέντρο, να πηγαίνει σε μία επαρχιακή πόλη. Και μάλιστα, οι περισσότεροι που έχουν ανοίξει φαρμακείο στην επαρχία, σε ακριτικά μέρη, πάνε πάρα πολύ καλά και είναι πάρα πολύ ευχαριστημένοι. Κατά κάποιον τρόπο αισθάνονται ικανοποιημένοι από τον νόμο που δεν τους επέτρεψε να ανοίξουν φαρμακείο σ’ ένα μεγάλο αστικό κέντρο και πήγαν εκτός, δημιουργώντας πολύ καλά φαρμακεία, πετυχημένα επιχειρηματικά.                  

Σήμερα βλέπουμε να γίνεται ντόρος για το ότι στο ΔΣ του ΕΟΦ δεν υπάρχει ούτε ένας φαρμακοποιός. Ο κ. Βαλτάς ανέφερε ότι θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος φαρμακοποιός, χωρίς να είναι απαραίτητα συνδικαλιστής, ο κ. Λουράντος αναρωτήθηκε για ποιο λόγο η κυβέρνηση δεν τοποθέτησε έναν δικό της άνθρωπο, φαρμακοποιό. Ποια είναι η άποψή σας;

Εδώ θα πρέπει να σας αποκαλύψω, ότι είχα μιλήσει και με τον υπουργό Υγείας, τον κ. Κικίλια  και με το Γραφείο του Πρωθυπουργού και είχα δηλώσει το ενδιαφέρον μου να αναλάβω πρόεδρος στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων. Δεν πήρα ποτέ απάντηση, ούτε θετική ούτε αρνητική και είδα ξαφνικά ότι διορίζονται κάποιοι γιατροί, κάποιοι δικηγόροι, κάποιοι άνθρωποι άλλων ειδικοτήτων, πλην φαρμακοποιού στο Δ.Σ. του ΕΟΦ. Βεβαίως οφείλω να σημειώσω ότι αυτό είναι πρώτη φορά που γίνεται. Δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να ήμουν εγώ αλλά θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος φαρμακοποιός στο Δ.Σ του ΕΟΦ. Υπάρχουν φαρμακοποιοί εξαιρετικοί, που ξέρουν πολύ καλά το αντικείμενο, υπάρχουν φαρμακοποιοί στη φαρμακοβιομηχανία, υπάρχουν φαρμακοποιοί στην ακαδημαϊκή κοινότητα, που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν αυτόν τον Οργανισμό. Είναι ένας πολύ σημαντικός Οργανισμός ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκου, ο οποίος έχε τους ελέγχους των φαρμάκων, τις τιμολογήσεις, τις αδειοδοτήσεις, τις κλινικές μελέτες και ουσιαστικά είναι ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο μπορεί να προσλάβει και προσωπικό από τον ιδιωτικό τομέα, εξειδικευμένο και να κάνει όλες αυτές τις πράξεις, εισπράττοντας χρήματα. Μπορεί να φέρει πολλά χρήματα στο δημόσιο ταμείο, προσφέροντας υπηρεσίες που αυτή τη στιγμή προσφέρονται στο εξωτερικό και δεν μπορούμε να τις έχουμε στην Ελλάδα.

Θεωρώ ότι ο Οργανισμός θα έχει πολύ μεγάλο πρόβλημα. Όπως είδα, δεν έχουν αναλάβει άνθρωποι που ξέρουν το φάρμακο. Ακόμη κι εάν έχουν καλή πρόθεση και διάθεση να το μάθουν, θα χρειαστούν πολύ χρόνο και δυστυχώς οι ανάγκες του ΕΟΦ και γενικά του φαρμάκου στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλες και δεν μπορούν να περιμένουν. Και η τεχνολογία και η τεχνογνωσία προχωράει και τρέχει και γι’ αυτό απαιτεί ανθρώπους ειδικούς. Ελπίζω αυτή η επιλογή να μην αποβεί μοιραία για τον Οργανισμό.

Έχετε κάποια εξήγηση γι’ αυτήν την επιλογή;

Νομίζω ότι η επιλογή αυτή δεν έχει γίνει με κριτήρια επιστημονικά. Νομίζω ότι έχει γίνει με κριτήρια πολιτικά και φοβάμαι και μικροπολιτικά.

     Λένε, ότι λάθη δεν κάνουν μόνο εκείνοι που δεν κάνουν τίποτα. Εσείς είστε ένας νέος δραστήριος, πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Έχετε στο μυαλό σας κάτι που θεωρείτε ότι εάν μπορούσατε, θα το κάνετε αλλιώς;

Αυτό που θέλαμε να κάνουμε και ουσιαστικά δεν προλάβαμε, ήταν η ενίσχυση του συστήματος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Θεωρώ ότι τα πρωτοβάθμια κέντρα υγείας, όπως λειτούργησαν, αρχικά ως κέντρα υγείας ανά δήμο, είναι κάτι που μπορεί να βοηθήσει πάρα πολύ στην αποτελεσματική αντιμετώπιση απλών περιστατικών, αποφορτίζοντας τα νοσοκομεία, που έτσι θα μπορούν να ασχοληθούν με τα πιο σοβαρά περιστατικά. Το σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, πρέπει να αναπτυχθεί.

Σε προσωπικό επίπεδο, θα ήθελα να είχα καταφέρει να προστατεύσω περισσότερο τις τιμές των ελληνικών φαρμάκων, ώστε να κρατηθούν τα ελληνικά φάρμακα στην αγορά. Εάν θυμάστε, φέραμε έναν νόμο που δεν επέτρεπε μείωση τιμών στα φάρμακα ελληνικής παραγωγής κάτω των 12 ευρώ. Σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, το είχαμε προστατεύσει. Όμως νομίζω ότι ήθελε περισσότερο. Θέλαμε περισσότερο. Έπρεπε να ενισχύσουμε περισσότερο την ελληνική παραγωγή. Το κυριότερο, το οποίο δεν προλάβαμε να κάνουμε και ελπίζω να το κάνουμε τώρα, είναι ότι είχαμε πει να κατεβάσουμε το clawback για τις εταιρείες που παράγουν στην Ελλάδα, στο ήμισυ. Δεν προλάβαμε να το κάνουμε. Θα ήταν ένα κίνητρο ακόμη για τις ξένες εταιρείες, να παράγουν στην Ελλάδα και άρα να πάνε στα ελληνικά εργοστάσια, τα οποία μπορούν να παράγουν τα φάρμακα των πολυεθνικών. Νομίζω ότι αυτά ήταν τα δύο πράγματα που θέλαμε αλλά δεν προλάβαμε να κάνουμε και θα ήθελα πολύ να έχω συμβάλει στο να γίνουν.           

Μιλάμε για το μέλλον του φαρμακείου. Πως βλέπετε τους νέους συναδέλφους σας και τη συμμετοχή τους στα του κλάδου;

Θεωρώ ότι οι νέοι φαρμακοποιοί θα πρέπει να προσανατολίζονται και σε άλλους χώρους εκτός φαρμακείου. Μπορούν να παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση νέων πιο οργανωμένων και σύγχρονων φαρμακείων, με εξειδικευμένο προσωπικό που να παρέχει στους ασθενείς και συμβουλευτικές υπηρεσίες υγείας. Όμως πιστεύω ακόμη, πως οι νέοι φαρμακοποιοί, θα πρέπει να κοιτάξουν τη φαρμακοβιομηχανία αλλά και την παρουσία τους στα νοσοκομεία, και να ενισχύσουν την προσπάθεια που γίνεται. Επομένως, θα πρέπει να δούμε λίγο και τις ειδικότητες των φαρμακοποιών, κάτι το οποίο το είχαμε ξεκινήσει εμείς στο υπουργείο Υγείας όταν ήμουν, αλλά που δυστυχώς δεν προχώρησε. Πιστεύω πως όταν ο νέος φαρμακοποιός τελειώνει το Πανεπιστήμιο, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένας ακόμη χρόνος σπουδών για την εξειδίκευσή του, ώστε να παίρνει έναν τίτλο ,είτε του φαρμακοποιού φαρμακείου, είτε του φαρμακοποιού νοσοκομείου είτε του φαρμακοποιού βιομηχανίας. Αυτό θεωρώ ότι θα είναι πάρα πολύ καλό, διότι έχουμε αξιόλογους νέους φαρμακοποιούς, με πολύ καλές σπουδές, για τους οποίους δεν πρέπει να είναι μονόδρομος το φαρμακείο. Το φαρμακείο είναι μία πολύ καλή επιχείρηση, που όμως χρειάζεται να έχεις και επιχειρηματικό πνεύμα, να επιλέξεις το σωστό σημείο, τους σωστούς συνεργάτες, το σωστό προϊόν, να κάνεις σωστή εμπορική πολιτική. Ο φαρμακοποιός που θα ασχοληθεί στη φαρμακοβιομηχανία, μπορεί να βοηθήσει με τις γνώσεις του, καθώς τα νέα φάρμακα απαιτούν ειδικές γνώσεις. Δεν είναι πια μόνο θέμα χημείας όταν μιλάμε για βιολογικά φάρμακα, που χρειάζονται μεγαλύτερη τεχνογνωσία. Επομένως ο φαρμακοποιός έχει να παίξει ακόμη πιο σημαντικό ρόλο. Και στο κομμάτι του νοσοκομείου όμως υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον και με τα φάρμακα υψηλού κόστους ο ρόλος του φαρμακοποιού γίνεται ολοένα και πιο σημαντικός. Νομίζω ότι οι νέοι φαρμακοποιοί ξέροντας γλώσσες, έχοντας περισσότερες γνώσεις  και παρακολουθώντας από κοντά τις διεθνείς εξελίξεις και όλη την πρόοδο της φαρμακευτικής επιστήμης, μπορούν να βοηθήσουν πολύ και στα νοσοκομεία.

Πως βλέπετε τις επικείμενες εκλογές για το Φαρμακευτικό Σύλλογο Αττικής;

Έχουμε στις 24 του μήνα, την ερχόμενη Κυριακή, τις εκλογές μας στον Φαρμακευτικό Σύλλογο Αττικής. Ασχολούμαι πολλά χρόνια με τα συνδικαλιστικά. Είμαι πολλά χρόνια εκλεγμένο μέλος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου. Ξανακατεβαίνω υποψήφιος και σε αυτές τις εκλογές με το ψηφοδέλτιο της Φαρμακευτικής Αναμόρφωσης, υπό την ηγεσία του Μπάμπη του Κρανιώτη, παλιού φαρμακοποιού και συνδικαλιστή και ζητώ την ψήφο των φαρμακοποιών και για το Δ.Σ. του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής αλλά και ως εκλέκτορας του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου. Θεωρώ ότι ο ρόλος των συνδικαλιστών του κλάδου και κάθε συνδικαλιστή είναι πολύ σημαντικός. Πρέπει στα συνδικαλιστικά μας όργανα να είμαστε μαχητικοί και διεκδικητικοί αλλά παράλληλα σε γόνιμο διάλογο με το Υπουργείο και με τους λοιπούς φορείς Υγείας.Τα προβλήματα δεν είναι μόνο των φαρμακοποιών αλλά όλου του χώρου της υγείας και γι’ αυτό θα πρέπει να επιδιώκουμε τη συνεργασία και με το υπουργείο αλλά και με τους άλλους συναδέλφους.

Ο λόγος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, δεν πρέπει να είναι απλά καταγγελτικός αλλά θα πρέπει να επιδιώκει τη σωστή συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς. Να διεκδικεί και να πετυχαίνει, στο μέτρο του δυνατού, τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα για τα συμφέροντα των φαρμακοποιών. Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε πράγματα χωρίς να καταθέτουμε από την πλευρά μας προτάσεις. Δεν είναι δυνατόν να βγαίνει ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, για παράδειγμα στις προηγούμενες εκλογές και να καλεί όλους τους φαρμακοποιούς να κάνουμε εκλογικά κέντρα του ΣΥΡΙΖΑ τα φαρμακεία μας, για να πέσει η μνημονιακή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Δεν είναι δυνατόν να κομματικοποιούμε τα συνδικαλιστικά μας όργανα και να είμαστε υπέρ της μίας ή της άλλης κυβέρνησης. Βεβαίως, μπορεί να έχουμε ταυτότητα πολιτική ο καθένας αλλά όταν υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα του κλάδου θα πρέπει και να συζητάμε γόνιμα, με την όποια κυβέρνηση είναι στα πράγματα, είτε αυτή ανήκει, είτε δεν ανήκει στον ιδεολογικό μας χώρο και ταυτοχρόνως να προτείνουμε λύσεις. Δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε και να είμαστε ενάντια σε όλα. Αυτό δηλαδή που έχει κάνει μέχρι σήμερα ο κ. Λουράντος, ως πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής.

Είναι πολύ σημαντικό αυτό και ελπίζω, η νέα ηγεσία που θα προκύψει από αυτές τις εκλογές στο Φαρμακευτικό Σύλλογο Αττικής αλλά και στον Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Σύλλογο την Άνοιξη, να είναι τέτοια ώστε πραγματικά να προτείνει προς την πολιτική ηγεσία λύσεις, συνολικά για τον κλάδο και το χώρο της υγείας, να συζητάει καλόπιστα και καλοπροαίρετα και να είναι πραγματικά μαχητική,  σε αυτά που θεωρούμε ότι είναι κομβικά για τον κλάδο μας και για την υγεία του ελληνικού λαού. Γιατί πάνω απ’ όλα, όλοι εμείς οι φορείς του χώρου της υγείας, πρέπει να κοιτάμε την υγεία του ασθενούς. Αυτό είναι το αγαθό που πρέπει να παρέχουμε. Και φυσικά παράλληλα με αυτό, προσφέροντας τις υπηρεσίες μας, θα πρέπει να έχουμε και μία αμοιβή που να ανταποκρίνεται στην επιστημονική μας αξία. Γι’ αυτόν το λόγο κατεβαίνω υποψήφιος και ζητώ την ψήφο των συναδέλφων μου, ακριβώς για να υπηρετήσω αυτές τις αξίες. Μαζί με τη γνώση που έχω συγκεντρώσει υπηρετώντας στο υπουργείο Υγείας αλλά και με την πολυετή εμπειρία που έχω ως φαρμακοποιός πάγκου του φαρμακείου, θέλω να προσφέρω λύσεις στα προβλήματα των φαρμακοποιών αλλά και ένα καλύτερο μέλλον για το ελληνικό φαρμακείο και για τον ασθενή/πολίτη,  ο οποίος χρειάζεται ένα καλύτερο φαρμακείο.