NEA

Σήμερα τα επίσημα εγκαίνια του Γραφείου του ΠΟΥ στην Αθήνα

Σήμερα τα επίσημα εγκαίνια του Γραφείου του ΠΟΥ στην Αθήνα

Σήμερα το απόγευμα πραγματοποιούνται τα επίσημα εγκαίνια του Γραφείου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στην Αθήνα, από τον γενικό διευθυντή του Οργανισμού, δρ. Τέντρος Αντχανόμ Γκεμπεγιέσους. Όπως είχε επισημάνει εδώ και ημέρες ο γενικός γραμματέας Δημόσιας Υγείας, Γιάννης Μπασκόζος, η παρουσία του δρ. Τέντρος στην Αθήνα σηματοδοτεί τη μεγάλη σημασία που δίνει ο ΠΟΥ στο γραφείο της Αθήνας.

Την ίδια ώρα, μελέτη από 25 χώρες δείχνει πως το 8% των νοικοκυριών δεν είναι σε θέση να πληρώσει βασικές του ανάγκες, όπως είναι τα είδη διατροφής, το ενοίκιο και οι πάγιοι λογαριασμοί, εξαιτίας πληρωμών που έχει κάνει στην Υγεία. Η κατάσταση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον Χάρτη του Τάλιν, ο οποίος έχει υιοθετηθεί το 2008 από τις 53 χώρες – μέλη του ευρωπαϊκού τμήματος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ). Στη συμφωνία αναφέρεται ότι «είναι απαράδεκτο να γίνονται οι άνθρωποι πιο φτωχοί εξαιτίας προβλημάτων στην υγεία τους».

Το θέμα συζητήθηκε σε ειδική συνάντηση του ΠΟΥ, η οποία έγινε στο Ταλίν της Εσθονίας, με αφορμή τη συμπλήρωση 10 χρόνων από την υπογραφή του «Χάρτη». Η διευθύντρια του ΠΟΥ Ευρώπης Zsuzsanna Jakab επισήμανε ότι στα χρόνια της κρίσης, οι ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών έχουν ενταθεί και οι επενδύσεις από τα κράτη στην Υγεία δεν επαρκούν.

Η κ. Jakab ανέφερε πως ο ΠΟΥ πιέζει τις χώρες να κάνουν βήματα ώστε να διατηρήσουν τις ιδιωτικές πληρωμές κάτω από το 15% -και στη χώρα μας στο δυσθεώρητο 35%-. Πολλές χώρες με μεσαίο και υψηλό εισόδημα έχουν μεγάλες πληρωμές για την υγεία από τα νοικοκυριά. Οι πληρωμές αυτές καλύπτουν το 26% των συνολικών δαπανών Υγείας, με τεράστια  διακύμανση μεταξύ των χωρών, η οποία κινείται από το 5% έως το 72%!

Νεότερα στοιχεία του ΠΟΥ δείχνουν πως έχουν τη μεγαλύτερη επίπτωση στα πιο φτωχά νοικοκυριά, σε άτομα με χρόνιες παθήσεις και στους ηλικιωμένους. Σχετίζεται, δε, περισσότερο με τις πληρωμές για φάρμακα. Οι ειδικοί του Οργανισμού σημειώνουν ότι το βάρος αυτό μπορεί να περιοριστεί με τη μείωση των συμμετοχών και τη βελτίωση της πρόσβασης των πιο φτωχών.