Listen to this article

Ένας ασθενής που μπαίνει σε ένα ιατρείο για να υποβληθεί σε μια θεραπεία δεν έχει, συνήθως, τον τρόπο να ελέγξει ο ίδιος αν ο χώρος είναι αδειοδοτημένος για τη συγκεκριμένη πράξη, αν ο εξοπλισμός πληροί τις προδιαγραφές ασφαλείας ή αν υπάρχει σχέδιο αντιμετώπισης σε περίπτωση επιπλοκής. Εμπιστεύεται, ουσιαστικά, ότι κάποιος άλλος —το σύστημα υγείας, οι αρμόδιες αρχές, η Πολιτεία— έχει ήδη κάνει αυτόν τον έλεγχο γι’ αυτόν.

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση γύρω από σύνθετες ιατρικές πράξεις που φέρεται να διενεργήθηκαν σε ιδιωτικά ιατρεία ανέδειξε ξανά πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι αυτή η εμπιστοσύνη, όταν η εποπτεία δεν είναι επαρκής. Με αφορμή αυτή τη συζήτηση, η Ένωση Ασθενών Ελλάδας δημοσίευσε ανακοίνωση στην οποία υπενθυμίζει μια βασική αρχή: η ασφάλεια των ασθενών δεν είναι μια επιπλέον «καλή πρακτική» — είναι θεμελιώδες δικαίωμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα στην προστασία της υγείας.

Κάθε ιατρική πράξη χρειάζεται τεκμηρίωση, όχι μόνο επιστημονική εγκυρότητα

Η Ένωση ξεκαθαρίζει ότι η διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης που πυροδότησε τη δημόσια συζήτηση ανήκει στις αρμόδιες αρχές. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί μια ευρύτερη ευθύνη που βαραίνει διαρκώς την Πολιτεία: την αποτελεσματική εποπτεία του συστήματος υγείας και την πρόληψη αντίστοιχων περιστατικών πριν αυτά συμβούν, όχι μόνο τη διερεύνησή τους αφού πλέον έχει προκληθεί βλάβη.

Ένα σημείο που η Ένωση τονίζει ιδιαίτερα είναι ότι η επιστημονική εγκυρότητα μιας μεθόδου δεν αρκεί από μόνη της για να τη θεωρήσουμε ασφαλή. Κάθε ιατρική πράξη πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ένδειξη και σε εξατομικευμένη αξιολόγηση του οφέλους και των κινδύνων για τον συγκεκριμένο ασθενή που την υποβάλλεται. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις σύνθετες ή επεμβατικές πράξεις, οι οποίες προϋποθέτουν επαγγελματίες υγείας με την κατάλληλη εξειδίκευση, χώρο αδειοδοτημένο ειδικά για τη συγκεκριμένη υπηρεσία, επαρκή στελέχωση και εξοπλισμό, συστηματική παρακολούθηση του ασθενούς και, κυρίως, τη δυνατότητα άμεσης αντιμετώπισης τυχόν επιπλοκών. Με άλλα λόγια, ακόμη και μια μέθοδος με στέρεη επιστημονική βάση μπορεί να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο έναν ασθενή, αν εφαρμοστεί χωρίς επαρκή τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς της ή εκτός των προβλεπόμενων πρωτοκόλλων και συνθηκών ασφάλειας.

Το αίτημα για επαναφορά ενός εξειδικευμένου ελεγκτικού μηχανισμού

Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση Ασθενών Ελλάδας τάσσεται ανοιχτά υπέρ της επαναφοράς του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ). Η θέση της βασίζεται σε μια απλή λογική: ένας εξειδικευμένος ελεγκτικός μηχανισμός, με σαφείς αρμοδιότητες, κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και επαρκείς πόρους, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην πρόληψη και στον έγκαιρο εντοπισμό επικίνδυνων πρακτικών, πριν αυτές οδηγήσουν σε σοβαρές συνέπειες για τους ασθενείς. Η Ένωση θέτει ως προτεραιότητα τη διενέργεια τακτικών αλλά και αιφνιδιαστικών ελέγχων, οι οποίοι δεν θα εξετάζουν μόνο την τυπική αδειοδότηση ενός χώρου, αλλά και τις υπηρεσίες που πράγματι παρέχονται σε αυτόν, τον εξοπλισμό και τις συνθήκες λειτουργίας. Εξίσου σημαντική θεωρεί και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης μετά τη διαπίστωση τυχόν παραβάσεων, σε συντονισμό με τους Ιατρικούς Συλλόγους και τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές — γιατί ένας έλεγχος που δεν ακολουθείται από επαλήθευση της διόρθωσης έχει περιορισμένη αξία.

Το δικαίωμα του ασθενούς να γνωρίζει πριν αποφασίσει

Η ενίσχυση των ελέγχων, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της, τονίζει η Ένωση. Πρέπει να συνοδεύεται από την πλήρη ενημέρωση του ίδιου του ασθενούς. Πριν από κάθε παρέμβαση, ο ασθενής έχει δικαίωμα να γνωρίζει τον σκοπό της, την επιστημονική της τεκμηρίωση, τα αναμενόμενα οφέλη και τους κινδύνους που ενέχει, τις εναλλακτικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του, καθώς και το κόστος της. Δικαιούται επίσης να ενημερωθεί για την ιδιότητα και την εξειδίκευση του επαγγελματία υγείας που θα του τη διενεργήσει, καθώς και για την καταλληλότητα του χώρου όπου θα πραγματοποιηθεί. Εξίσου κρίσιμο είναι το δικαίωμα του ασθενούς να έχει τον χρόνο να θέσει τα ερωτήματά του και, αν το επιθυμεί, να αναζητήσει δεύτερη ιατρική γνώμη πριν προχωρήσει σε μια απόφαση — κάτι που δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζεται ως καθυστέρηση, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι μιας ασφαλούς θεραπευτικής διαδικασίας.

Η ψηφιακή εφαρμογή QR: ένα εργαλείο που χρειάζεται ουσία, όχι μόνο τεχνολογία

Η Ένωση αξιολογεί θετικά την εξαγγελθείσα δημιουργία ψηφιακής εφαρμογής, μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν, σαρώνοντας έναν κωδικό QR, να ενημερώνονται άμεσα για την αδειοδότηση ενός ιατρείου. Θέτει, ωστόσο, μια σαφή προϋπόθεση για να έχει η πρωτοβουλία αυτή πραγματική αξία: η εφαρμογή πρέπει να παρέχει επικαιροποιημένες και κατανοητές πληροφορίες, τόσο για την ισχύ της άδειας όσο και για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες που αυτή καλύπτει. Ένα ψηφιακό εργαλείο ενημέρωσης, όσο καλοσχεδιασμένο κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται να συνδυάζεται με ουσιαστικό έλεγχο της αντιστοιχίας ανάμεσα στις υπηρεσίες που είναι επίσημα αδειοδοτημένες και σε αυτές που πραγματικά διενεργούνται μέσα σε κάθε ιατρείο, καθώς η ευθύνη για τη νομιμότητα και την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών παραμένει, σε κάθε περίπτωση, στους ίδιους τους παρόχους και στις αρμόδιες αρχές.

Ο κρυφός κίνδυνος βοτάνων, συμπληρωμάτων και ατεκμηρίωτων υποσχέσεων ίασης

Η ανακοίνωση της Ένωσης δεν περιορίζεται στις οργανωμένες δομές υγείας, αλλά επεκτείνεται και σε μια λιγότερο ορατή, αλλά εξίσου σημαντική πηγή κινδύνου: τη λήψη βοτάνων, συμπληρωμάτων διατροφής και άλλων σκευασμάτων χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Όπως επισημαίνεται, ορισμένα από αυτά τα προϊόντα μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ή επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις με φάρμακα, ιδίως σε ανθρώπους που πάσχουν από χρόνια νοσήματα και λαμβάνουν ήδη φαρμακευτική αγωγή. Η Ένωση συνιστά ρητά στους ασθενείς να συμβουλεύονται τον θεράποντα ιατρό και τον φαρμακοποιό τους πριν από τη χρήση οποιουδήποτε τέτοιου σκευάσματος, ανεξάρτητα από το πόσο «φυσικό» ή αβλαβές φαίνεται να είναι.

Το ζήτημα αυτό συνδέεται στενά με ένα ακόμη πιο ευαίσθητο θέμα: τις ατεκμηρίωτες υποσχέσεις ίασης, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε επικίνδυνη καθυστέρηση της αναγκαίας θεραπείας, αλλά και σε οικονομική εκμετάλλευση ανθρώπων που αναζητούν απεγνωσμένα μια λύση. Η Ένωση περιγράφει με σαφήνεια τον μηχανισμό αυτής της ευαλωτότητας: η αγωνία που συνοδεύει μια σοβαρή νόσο, η αβεβαιότητα και η ανάγκη για ανακούφιση μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο ιδιαίτερα ευάλωτο σε υποσχέσεις θεραπείας που δεν στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα. Η καλλιέργεια φόβου, οι ατεκμηρίωτες «διαγνώσεις» και η πίεση για άμεση αποδοχή δαπανηρών παρεμβάσεων δημιουργούν ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμεί αυτού του είδους η εκμετάλλευση, με αποτέλεσμα όχι μόνο οικονομική επιβάρυνση, αλλά και καθυστέρηση ή πλημμελή τήρηση της θεραπείας που πραγματικά χρειάζεται ο ασθενής.

Το αίτημα προς την Πολιτεία: ενισχυμένοι έλεγχοι και οργανωμένη ενημέρωση

Η Ένωση Ασθενών Ελλάδας απευθύνει σαφές κάλεσμα προς το Υπουργείο Υγείας, τους Ιατρικούς Συλλόγους και τις λοιπές αρμόδιες αρχές, ζητώντας την ενίσχυση των συστηματικών ελέγχων στους χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στις πράξεις που πραγματικά διενεργούνται, στην αδειοδότηση των χώρων, στην επάρκεια της στελέχωσης και στην ετοιμότητα αντιμετώπισης επιπλοκών. Παράλληλα, καλεί τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ) και τους λοιπούς αρμόδιους ελεγκτικούς φορείς να ασκήσουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, αποτελεσματική εποπτεία στη διάθεση προϊόντων και στους θεραπευτικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται σε ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι έλεγχοι αυτοί, σημειώνει η Ένωση, χρειάζεται να συνοδεύονται από έγκαιρη παρέμβαση όποτε διαπιστώνονται παραβάσεις, καθώς και από σαφείς και προσβάσιμες διαδικασίες υποβολής και διερεύνησης καταγγελιών από τους πολίτες.

Τέλος, η Ένωση υπογραμμίζει την ανάγκη για οργανωμένη ενημέρωση του κοινού, με τη συμμετοχή τόσο των επιστημονικών φορέων όσο και των οργανώσεων ασθενών, ώστε οι πολίτες να αποκτήσουν τα εργαλεία που χρειάζονται για να αξιολογούν οι ίδιοι θεραπευτικούς ισχυρισμούς και να αναγνωρίζουν πιθανές αλληλεπιδράσεις σκευασμάτων με φάρμακα. Η ενίσχυση αυτής της «εγγραμματοσύνης υγείας» του κοινού πρέπει, όπως τονίζει, να συμβαδίζει με δύο παράλληλες ευθύνες: την ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών υγείας να διασφαλίζουν ασφαλείς πρακτικές, και την υποχρέωση της ίδιας της Πολιτείας για ουσιαστική και διαρκή εποπτεία. Στο κέντρο όλων αυτών παραμένει μία αρχή που η Ένωση θέτει ως καταληκτικό μήνυμα: κάθε ασθενής δικαιούται πρόσβαση σε επιστημονικά τεκμηριωμένες και ασφαλείς υπηρεσίες υγείας, με πλήρη σεβασμό στην αξιοπρέπειά του.


Share.
Exit mobile version