Listen to this article

Του Τάκη Μαραλέτου

Υπάρχουν θέματα που δεν επιτρέπεται να μένουν για μήνες στην αναμονή. Και οι αυξήσεις στα ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας είναι ένα από αυτά.

Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα. Έχει παραδεχθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ότι οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας είχαν ξεφύγει από τα όρια της λογικής για χιλιάδες ασφαλισμένους. Έχει ανακοινώσει παρέμβαση. Έχει νομοθετήσει νέο μηχανισμό. Έχει δώσει στην ΕΛΣΤΑΤ τον ρόλο να διαμορφώσει έναν νέο, αντικειμενικό δείκτη αναπροσαρμογής, ώστε να υπάρχει ένα καθαρό πλαίσιο και να μην καθορίζονται οι αυξήσεις με τρόπο που οι πολίτες δυσκολεύονται να κατανοήσουν, να ελέγξουν ή να αμφισβητήσουν.

Και όμως, μήνες μετά, η ουσία παραμένει η ίδια. Οι ασφαλισμένοι εξακολουθούν να λαμβάνουν ειδοποιητήρια υπέρμετρων αυξήσεων και η Πολιτεία δεν έχει ακόμη δώσει την καθαρή απάντηση που η ίδια έχει υποσχεθεί.

Το ερώτημα είναι απλό! Γιατί δεν έχει  οριστεί ο δείκτης αναπροσαρμογής; Πότε θα λειτουργήσει στην πράξη; Ποιος ελέγχει σήμερα αν οι αυξήσεις είναι εύλογες, τεκμηριωμένες και κοινωνικά ανεκτές;

Δεν μιλάμε για μια τεχνική λεπτομέρεια της ασφαλιστικής αγοράς. Μιλάμε για συμβόλαια υγείας. Μιλάμε για ανθρώπους που για χρόνια πλήρωναν και πληρώνουν ιδιωτική ασφάλιση με την ελπίδα ότι, όταν θα τη χρειαστούν, θα έχουν μια στοιχειώδη προστασία. Μιλάμε για οικογένειες, ηλικιωμένους, επαγγελματίες, συνταξιούχους, ανθρώπους που βλέπουν το κόστος να ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο και βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.  Να συνεχίσουν να πληρώνουν κάτι που γίνεται όλο και πιο ακριβό ή να χάσουν μια κάλυψη που έχουν χτίσει επί χρόνια γιατί αδυνατούν πλέον να την πληρώσουν.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες προβάλλουν τα δικά τους επιχειρήματα. Επικαλούνται την αύξηση του κόστους νοσηλείας, τις αποζημιώσεις προς τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, την ακριβότερη ιατρική τεχνολογία, τις ανατιμήσεις στις υπηρεσίες υγείας. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχουν. Όπως δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι το κόστος της υγείας αυξάνεται διεθνώς.

Άλλο όμως η τεκμηριωμένη αύξηση και άλλο η ανεξέλεγκτη επιβάρυνση του ασφαλισμένου.

Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη της Πολιτείας. Όταν η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα βάλει κανόνες, οφείλει να τους εφαρμόσει. Όταν ψηφίζει έναν μηχανισμό προστασίας, οφείλει να τον ενεργοποιήσει. Όταν δηλώνει ότι οι πολίτες δεν θα είναι πλέον εκτεθειμένοι σε αδιαφανείς αναπροσαρμογές, δεν μπορεί να αφήνει το θέμα να σέρνεται.

Η ΕΛΣΤΑΤ οφείλει να ενημερώσει με σαφήνεια σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία. Το Υπουργείο Ανάπτυξης οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η εφαρμογή ενός μηχανισμού που παρουσιάστηκε ως απάντηση στο πρόβλημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή της ασφαλιστικής αγοράς, οφείλει επίσης να τοποθετηθεί για το αν η σημερινή κατάσταση διασφαλίζει επαρκή διαφάνεια και προστασία για τον ασφαλισμένο.

Δεν αρκεί να λέμε ότι η αγορά πρέπει να λειτουργεί. Πρέπει να λειτουργεί με κανόνες. Ιδίως όταν το αντικείμενο δεν είναι ένα απλό καταναλωτικό προϊόν, αλλά η πρόσβαση του πολίτη σε υπηρεσίες υγείας.

Το θέμα έχει ήδη κοινωνικές διαστάσεις. Για πολλούς ασφαλισμένους, οι αυξήσεις δεν είναι ένας ακόμη λογαριασμός. Είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Είναι η στιγμή που αναγκάζονται να σκεφτούν αν θα διακόψουν ένα συμβόλαιο το οποίο πλήρωναν επί σειρά ετών. Και αυτό, σε μια χώρα όπου το δημόσιο σύστημα υγείας δοκιμάζεται καθημερινά, δεν είναι μικρό πράγμα.

Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας παρουσιάζεται εδώ και χρόνια ως συμπληρωματικός πυλώνας του συστήματος. Αν όμως ο πυλώνας αυτός γίνεται οικονομικά απρόσιτος για ολοένα και περισσότερους πολίτες, τότε η συζήτηση αλλάζει. Δεν μιλάμε πλέον για επιλογή. Μιλάμε για αποκλεισμό.

Είναι εμφανές ότι η σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος καθυστερεί. Και όσο η χώρα κινείται προς τον επόμενο εκλογικό κύκλο, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το ζήτημα σαν μια εκκρεμότητα που μπορεί να περιμένει. Η υγεία των πολιτών δεν μπορεί να μπαίνει σε αναμονή. Ούτε μπορούν χιλιάδες ασφαλισμένοι να μένουν εκτεθειμένοι σε πολιτικές που οι ίδιοι βιώνουν ως καταχρηστικές, χωρίς να υπάρχει ένα καθαρό και δεσμευτικό πλαίσιο ελέγχου.

Η κυβέρνηση οφείλει να δει το θέμα σοβαρά και άμεσα. Να σταματήσει την καθυστέρηση. Να οριοθετήσει τον δείκτη. Να δώσει καθαρούς κανόνες στην αγορά. Να προστατεύσει τους ασφαλισμένους από υπέρμετρες αυξήσεις. Να δείξει, στην πράξη και όχι στις ανακοινώσεις, ότι η παρέμβαση που νομοθετήθηκε δεν έγινε για να κατευνάσει πρόσκαιρα τις αντιδράσεις, αλλά για να λύσει ένα υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα. Επίσης δεν οφείλουν οι πολίτες να πληρώνουν το «μάρμαρο της ασυδοσίας». Η εφαρμογή του δείκτη θα πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ από την στιγμή που νομοθετήθηκε.

Για παράδειγμα οι φαρμακευτικές εταιρείες πληρώνουν clawbacks και συνδράμουν σημαντικά στην φαρμακευτική πολιτική από την  άλλη  θα πρέπει να μας εξηγήσει κάποιος αρμόδιος γιατί οι ασφαλιστικές είναι στο απυρόβλητο και μπορούν να αυξάνουν τα ασφάλιστρα όσο θέλουν. Και η σωστή απάντηση δεν μπορεί να είναι «επειδή δεν τους πληρώνει το κράτος». Οι πολίτες είναι το κράτος!

Διότι οι πολίτες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν διαφάνεια. Ζητούν λογική. Ζητούν να γνωρίζουν ποιος αποφασίζει, με ποια στοιχεία και με ποιο όριο. Και κυρίως ζητούν να μην πληρώνουν κάθε χρόνο περισσότερα χωρίς να μπορούν να ελέγξουν αν αυτό που τους ζητείται είναι δίκαιο.

Το DailyPharmaNews δεν θα σταματήσει να αναδεικνύει τέτοια φαινόμενα, όταν αυτά αγγίζουν την υγεία των πολιτών και επιβαρύνουν ανθρώπους που ήδη πιέζονται οικονομικά. Η δημοσιογραφία στον χώρο της υγείας δεν μπορεί να περιορίζεται στην αναπαραγωγή ανακοινώσεων. Οφείλει να ρωτά, να ελέγχει, να επιμένει και να ζητά απαντήσεις από όσους έχουν την ευθύνη.

Η κυβέρνηση νομοθέτησε τον νέο δείκτη. Η ΕΛΣΤΑΤ ανέλαβε να τον υπολογίζει. Οι ασφαλισμένοι περιμένουν.

Κάποιος πρέπει επιτέλους να εξηγήσει γιατί, ενώ το πρόβλημα ήταν γνωστό, η λύση που ανακοινώθηκε με τόσο θόρυβο παραμένει ακόμη ημιτελής.

Και όσο αυτή η εξήγηση δεν δίνεται, η καθυστέρηση δεν είναι απλώς διοικητική αδράνεια. Είναι πολιτική ευθύνη.

Share.
Exit mobile version