Listen to this article

Στον καύσωνα δεν αρκεί να πούμε “πίνετε νερό”, ποιος ελέγχει αν ο ηλικιωμένος είναι πράγματι ασφαλής;

Τι θα διαβάσετε στο άρθρο:

  • Γιατί οι ηλικιωμένοι κινδυνεύουν περισσότερο στη ζέστη.
  • Ποια σημάδια πρέπει να κινητοποιήσουν την οικογένεια.
  • Γιατί η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση κάνουν τον καύσωνα πιο επικίνδυνο.
  • Τι μπορούν να κάνουν πρακτικά συγγενείς, γείτονες και φαρμακεία.

Κάθε φορά που ανακοινώνεται καύσωνας, ακούμε τις ίδιες οδηγίες, να αποφεύγουμε τις άσκοπες μετακινήσεις, να πίνουμε υγρά, να μένουμε σε δροσερούς χώρους, να μην κυκλοφορούμε τις πιο ζεστές ώρες. Οι οδηγίες είναι σωστές. Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι που τις χρειάζονται περισσότερο είναι συχνά εκείνοι που δυσκολεύονται περισσότερο να τις εφαρμόσουν.

Ένας ηλικιωμένος που ζει μόνος του μπορεί να μην ανάψει το κλιματιστικό επειδή φοβάται τον λογαριασμό. Μπορεί να μην πιει νερό επειδή δεν αισθάνεται έντονη δίψα. Μπορεί να μην έχει εύκολη πρόσβαση σε δροσερό χώρο. Μπορεί να ντρέπεται να ζητήσει βοήθεια. Μπορεί, επίσης, να μπερδέψει την αδυναμία, τη ζάλη ή την αστάθεια με τη «φυσιολογική κούραση της ηλικίας», ενώ στην πραγματικότητα το σώμα του μπορεί να έχει αρχίσει να δυσκολεύεται από τη ζέστη.

Οι ηλικιωμένοι κινδυνεύουν περισσότερο στον καύσωνα για συγκεκριμένους λόγους. Ο οργανισμός τους δεν προσαρμόζεται πάντα εύκολα στις απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, ενώ συχνά υπάρχουν χρόνια νοσήματα, όπως καρδιολογικά προβλήματα, υπέρταση, διαβήτης, αναπνευστικά νοσήματα, νεφρική νόσος ή άνοια. Ο ΕΟΔΥ κατατάσσει τους ηλικιωμένους στις ομάδες υψηλού κινδύνου και επισημαίνει ότι ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται και όσοι πάσχουν από χρόνια νοσήματα ή λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή, όπως διουρητικά, β-αναστολείς, αντιυπερτασικά, αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αντιισταμινικά, αντιχολινεργικά, ινσουλίνη και αντιδιαβητικά δισκία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να αλλάξει μόνος του τα φάρμακά του επειδή έχει ζέστη. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο, ότι πρέπει να έχει προηγηθεί συνεννόηση με τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό, ειδικά όταν παίρνει πολλά φάρμακα ή έχει ιστορικό αφυδάτωσης, πτώσεων, υπότασης, καρδιακής ανεπάρκειας ή νεφρικής νόσου. Τα φάρμακα και η ζέστη μπορούν να αλληλεπιδράσουν με τρόπους που αυξάνουν τον κίνδυνο, για παράδειγμα μειώνοντας την αίσθηση της δίψας, επηρεάζοντας την εφίδρωση, προκαλώντας πτώση της πίεσης ή επιβαρύνοντας την ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών.

Η οικογένεια δεν πρέπει να περιμένει να γίνει το περιστατικό επείγον. Υπάρχουν σημάδια που πρέπει να κινητοποιούν άμεσα, έντονη αδυναμία, ζάλη, πονοκέφαλος, ναυτία ή εμετός, κράμπες, πολύ έντονη εφίδρωση, αστάθεια, υπνηλία, σύγχυση, ευερεθιστότητα, γρήγορη αναπνοή, ταχυκαρδία ή λιποθυμική τάση. Η θερμική εξάντληση μπορεί να ξεκινήσει ύπουλα και, αν δεν αντιμετωπιστεί, να εξελιχθεί σε θερμοπληξία. Το NHS αναφέρει ότι σύγχυση, απώλεια συντονισμού, πολύ υψηλή θερμοκρασία, γρήγορη αναπνοή, σπασμοί ή απώλεια συνείδησης είναι σημεία που απαιτούν άμεση ιατρική βοήθεια.

Σε πιο απλά λόγια, αν ένας ηλικιωμένος «δεν είναι όπως συνήθως», αυτό αρκεί για να μας ανησυχήσει. Αν μιλάει μπερδεμένα, αν δεν σηκώνεται εύκολα, αν δεν έχει φάει ή πιει, αν το σπίτι είναι πολύ ζεστό, αν έχει μείνει πολλές ώρες μόνος χωρίς επαφή, δεν περιμένουμε να περάσει. Τον μεταφέρουμε σε δροσερό χώρο, τον βοηθάμε να δροσιστεί, του δίνουμε μικρές ποσότητες υγρών εφόσον μπορεί να πιει με ασφάλεια και αναζητούμε ιατρική συμβουλή όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή είναι έντονα.

Η κοινωνική απομόνωση είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους κινδύνους του καύσωνα. Οι γενικές οδηγίες προϋποθέτουν ότι ο άνθρωπος τις ακούει, τις καταλαβαίνει, μπορεί να τις εφαρμόσει και έχει τα μέσα για να το κάνει. Αυτό δεν ισχύει πάντα. Ένας ηλικιωμένος μπορεί να μην έχει άνθρωπο να του φέρει νερό, τρόφιμα ή φάρμακα. Μπορεί να μην έχει κάποιον να ελέγξει αν λειτουργεί το κλιματιστικό. Μπορεί να έχει άνοια και να μην αντιλαμβάνεται τη ζέστη. Μπορεί να φοβάται να ενοχλήσει τα παιδιά του. Γι’ αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει τακτικό έλεγχο των ευάλωτων ανθρώπων, ιδιαίτερα όσων είναι άνω των 65 ετών, πάσχουν από καρδιακά, πνευμονικά ή νεφρικά νοσήματα, έχουν αναπηρία ή ζουν μόνοι.

Ένα τηλεφώνημα την ημέρα σε έναν ηλικιωμένο συγγενή δεν είναι τυπική ευγένεια. Είναι έλεγχος ασφάλειας. Ακόμη καλύτερα, τις ημέρες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες χρειάζεται επίσκεψη ή σταθερή επικοινωνία, ιδίως αν ο άνθρωπος ζει μόνος. Οι ερωτήσεις πρέπει να είναι συγκεκριμένες. Έχει πιει νερό; Έχει φάει κάτι ελαφρύ; Είναι δροσερό το σπίτι; Άνοιξε κλιματιστικό ή ανεμιστήρα; Πήρε τα φάρμακά του; Ούρησε κανονικά; Ζαλίζεται; Μιλάει όπως συνήθως; Έχει δύναμη να σηκωθεί; Χρειάζεται κάτι από το φαρμακείο ή το σούπερ μάρκετ;

Η απλή φράση «πίνε νερό και κάτσε μέσα» δεν φτάνει. Πρέπει να δούμε αν μπορεί πράγματι να το κάνει. Αν δεν υπάρχει κλιματισμός, χρειάζεται λύση, μεταφορά σε σπίτι συγγενή, σε δροσερό χώρο, σε χώρο φιλοξενίας του δήμου όπου υπάρχει, ή έστω οργάνωση του σπιτιού ώστε να μη μπαίνει ο ήλιος τις πιο ζεστές ώρες. Ο ΕΟΔΥ συστήνει για τους ηλικιωμένους να μη μένουν μόνοι τις ημέρες του καύσωνα, να έχουν επαρκή τροφή και υγρά, να έχουν πρόσβαση σε δροσερό ή κλιματιζόμενο χώρο και να παρακολουθούνται για συμπτώματα θερμικής εξάντλησης ή θερμοπληξίας.

Σημαντικό είναι και το φαγητό. Τα βαριά γεύματα και το αλκοόλ μπορούν να επιβαρύνουν τον οργανισμό. Προτιμώνται μικρά, ελαφρά γεύματα, φρούτα, λαχανικά και τροφές που βοηθούν στην ενυδάτωση, εκτός αν υπάρχει ειδικός ιατρικός περιορισμός. Αν ο γιατρός έχει περιορίσει τα υγρά ή το αλάτι, όπως συμβαίνει σε ορισμένους ασθενείς με καρδιακή ή νεφρική νόσο, δεν αυτοσχεδιάζουμε. Ρωτάμε τον γιατρό τι ισχύει τις ημέρες του καύσωνα.

Το φαρμακείο της γειτονιάς μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Ο φαρμακοποιός βλέπει συχνά ανθρώπους που ζουν μόνοι, παίρνουν πολλά φάρμακα, εμφανίζονται καταβεβλημένοι ή δυσκολεύονται να ακολουθήσουν σωστά τη θεραπεία τους. Δεν υποκαθιστά τον γιατρό ούτε την κοινωνική υπηρεσία, αλλά μπορεί να εντοπίσει εγκαίρως ότι κάτι δεν πάει καλά. Μπορεί να ρωτήσει αν υπάρχει υποστήριξη στο σπίτι, να θυμίσει την ανάγκη ενυδάτωσης, να επισημάνει ότι δεν αλλάζουμε μόνοι μας αγωγή, να προτείνει επικοινωνία με γιατρό και, όπου χρειάζεται, να κινητοποιήσει την οικογένεια.

Ρόλο έχει και η γειτονιά. Ένας γείτονας που ξέρει ότι στο διπλανό διαμέρισμα μένει ένας ηλικιωμένος μόνος, μπορεί να κάνει κάτι πολύ απλό, να χτυπήσει την πόρτα, να ρωτήσει αν χρειάζεται νερό, φάρμακα ή τρόφιμα, να δει αν ο άνθρωπος είναι καλά. Δεν χρειάζεται να γίνει κανείς ειδικός για να βοηθήσει. Χρειάζεται να μην αδιαφορήσει.

Ο καύσωνας δεν είναι απλώς δυσφορία. Για έναν ηλικιωμένο, μπορεί να γίνει σοβαρός κίνδυνος μέσα σε λίγες ώρες, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν χρόνια νοσήματα, φάρμακα, μοναξιά και ένα σπίτι που δεν δροσίζεται. Γι’ αυτό η προστασία δεν μπορεί να εξαντλείται σε ανακοινώσεις και γενικές οδηγίες. Χρειάζεται πρόληψη, επικοινωνία, πρακτική βοήθεια και ανθρώπινη παρουσία.

Τις ημέρες του καύσωνα, η ερώτηση δεν είναι μόνο αν ο ηλικιωμένος «ξέρει τι πρέπει να κάνει». Η πραγματική ερώτηση είναι αν μπορεί να το κάνει. Και εκεί αρχίζει η ευθύνη όλων μας, της οικογένειας, των φροντιστών, των γειτόνων, του φαρμακείου, της κοινότητας.

Share.
Exit mobile version