Listen to this article

Ο τραγικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που ταλανίζει εδώ και χρόνια τον χώρο της υγείας στην Ελλάδα: την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στην άσκηση της ιατρικής και στη διαφήμιση θεραπειών χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση.

Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη 

Η υπόθεση αυτή, πέρα από την ανθρώπινη τραγωδία που κρύβει, αποκάλυψε και μια βαθύτερη θεσμική αντιπαράθεση μέσα στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (ΠΙΣ), όπου “συνυπάρχουν”, σήμερα δύο διοικήσεις με διαφορετική νομιμοποίηση: η “δημοκρατικά εκλεγμένη διοίκηση” (όπως αυτοαναφέρεται), με πρόεδρο τον Βασίλειο Ψυχογυιό, και η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή που έχει οριστεί από το υπουργείο Υγείας, με πρόεδρο τη Ματίνα Παγώνη. Οι δύο πλευρές δημοσιοποίησαν σχεδόν ταυτόχρονα, σήμερα, ανακοίνωση και επιστολή στον υπουργό Υγείας, με αφορμή το τραγικό συμβάν, οι οποίες, αν και εκκινούν από κοινή ανησυχία, διαφοροποιούνται σημαντικά ως προς την οπτική και τις προτεραιότητές τους. 

Η θέση της εκλεγμένης διοίκησης: «Μη γίνεται εργαλειοποίηση μιας τραγωδίας»

Ο Βασίλειος Ψυχογυιός, μιλώντας ως πρόεδρος της –όπως ο ίδιος τη χαρακτηρίζει– δημοκρατικά εκλεγμένης διοίκησης του ΠΙΣ, ξεκίνησε την παρέμβασή του με μια καθαρή τοποθέτηση: θεωρεί «τραγικά αδόκιμη» την άποψη που εξέφρασαν ορισμένοι θεσμικοί παράγοντες μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη, σύμφωνα με την οποία η απώλειά του θα μπορούσε να αποτελέσει την αφορμή για να μπει επιτέλους τάξη στο σημερινό, όπως το χαρακτηρίζει, άναρχο πεδίο άσκησης της ιατρικής στη χώρα. Επικαλούμενος την ιπποκρατική αρχή ότι η πρόληψη υπερτερεί της θεραπείας, ο πρόεδρος της αιρετής διοίκησης υποστηρίζει ότι η πρόληψη δεν έπρεπε να περιμένει μια τραγωδία για να τεθεί σε προτεραιότητα, αφού –όπως επισημαίνει στο κείμενο– το σχετικό έργο είχε ήδη ξεκινήσει εδώ και χρόνια από την ίδια τη διοίκηση που σήμερα έχει αντικατασταθεί.

Στο κείμενό του, ο κ. Ψυχογυιός υπενθυμίζει ότι η αιρετή διοίκηση του ΠΙΣ είχε ήδη εκδώσει δύο αναλυτικές γνωμοδοτήσεις της Νομικής της Υπηρεσίας, η πρώτη το 2021 και η δεύτερη το 2023, με τις οποίες ενημέρωσε τους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους ότι οι μη συμβατικές θεραπευτικές προσεγγίσεις δεν αποτελούν αναγνωρισμένη ιατρική μέθοδο στην Ελλάδα, δεν εντάσσονται στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και δεν μπορούν να θεωρηθούν ιατρικές ειδικότητες. Οι ίδιες γνωμοδοτήσεις επεσήμαναν ότι πρακτικές όπως ο λεγόμενος βιοσυντονισμός δεν διαθέτουν επιστημονική τεκμηρίωση αποτελεσματικότητας ούτε αναγνωρίζονται ως θεραπευτική μέθοδος, με αποτέλεσμα ο ΠΙΣ να μην αναγνωρίζει τις εναλλακτικές μεθόδους θεραπείας ως ιατρικές πράξεις.

Δύο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που, σύμφωνα με τον κ. Ψυχογυιό, «μπλοκαρίστηκαν»

Η εκλεγμένη διοίκηση επιμένει ότι δεν αρκέστηκε σε γνωμοδοτήσεις, αλλά προχώρησε και σε πρακτικές παρεμβάσεις. Η πρώτη ήταν η δημιουργία του Εθνικού Μητρώου Ιατρών, μιας ηλεκτρονικής εφαρμογής προσβάσιμης μέσω της ιστοσελίδας του ΠΙΣ, η οποία επιτρέπει σε κάθε πολίτη να ελέγξει αν ένας ιατρός διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος και ποια ειδικότητα κατέχει. Ο κ. Ψυχογυιός σημειώνει χαρακτηριστικά ότι όποιος αναζητήσει στο μητρώο αυτό το όνομα της ιατρού που εμπλέκεται στην υπόθεση Μαζωνάκη θα διαπιστώσει ότι είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθήνας χωρίς ειδικότητα.

Η δεύτερη πρωτοβουλία που αναφέρεται στο κείμενο αφορά τη συνεργασία με το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής για τη δημιουργία ψηφιακής ταυτότητας ιατρού, η οποία, στην περίπτωση ιατρών με ιδιωτικό ιατρείο, θα λειτουργούσε παράλληλα και ως ταυτότητα νόμιμης λειτουργίας του ίδιου του ιατρείου, ώστε ο πολίτης να γνωρίζει άμεσα αν επισκέπτεται πιστοποιημένο χώρο και ποια είναι η ειδικότητα του θεράποντος. Η ταυτότητα αυτή προβλεπόταν να ανανεώνεται περιοδικά, ώστε τα στοιχεία να παραμένουν πάντα επίκαιρα. Σύμφωνα με τον κ. Ψυχογυιό, η προσπάθεια αυτή είχε φτάσει μέχρι το στάδιο σύνταξης σχεδίου Κοινής Υπουργικής Απόφασης, όμως, όπως τονίζει, τόσο η ηγεσία του υπουργείου Υγείας όσο και η ηγεσία του Ιατρικού Συλλόγου Αθήνας έθεσαν εκ των υστέρων εμπόδια που τελικά ανέστειλαν την εφαρμογή της. Ο ίδιος αναγνωρίζει πάντως πως καμία από τις δύο αυτές εφαρμογές δεν αποτελεί από μόνη της πανάκεια, κρίνει όμως ότι δίνουν στον πολίτη τη δυνατότητα να γνωρίζει αν απευθύνεται σε νόμιμο ιατρείο και στα θεσμικά όργανα εργαλείο ουσιαστικής εποπτείας.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος της αιρετής διοίκησης αναφέρεται και στην αντίθεσή της στη νομοθετική πρόβλεψη που επέτρεψε τη συστέγαση ιατρείων με εμπορικές επιχειρήσεις, πρόταση που αποδίδει στον κ. Πατούλη και η οποία τελικά νομοθετήθηκε από την ηγεσία του υπουργείου Υγείας παρά τις αντιρρήσεις που είχαν διατυπωθεί.

«Δεν είναι καινοτομία, είναι συνέχεια»

Κλείνοντας, ο κ. Ψυχογυιός σχολιάζει τις πρόσφατες εξαγγελίες του υπουργού Υγείας για τη δημιουργία εφαρμογής πιστοποίησης ιατρείων και ιατρών, χαρακτηρίζοντάς τες όχι ως κάτι νέο, αλλά ως συνέχεια ενός έργου που, κατά τους ισχυρισμούς του, η αιρετή διοίκηση του ΠΙΣ είχε ήδη σχεδιάσει, δρομολογήσει και προωθήσει σε προχωρημένο βαθμό πολύ πριν η πολιτική ηγεσία αναγνωρίσει δημόσια τη χρησιμότητά του. Χαρακτηρίζει θετικό το γεγονός ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία φαίνεται να υιοθετεί κατευθύνσεις που η ίδια η αιρετή διοίκηση είχε έγκαιρα επισημάνει, σημειώνοντας πάντως πως αυτό που απομένει δεν είναι η εκ νέου εξαγγελία ενός ήδη δρομολογημένου εγχειρήματος, αλλά η ουσιαστική συνέχιση και ολοκλήρωσή του, υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική βούληση που εκφράζεται σήμερα θα επιβεβαιωθεί και στην πράξη.

Η θέση της διορισμένης διοίκησης: Έμφαση στην παραπλανητική διαφήμιση

Παράλληλα, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του ΠΙΣ, υπό την προεδρία της Ματίνας Παγώνη, απέστειλε επιστολή προς τον υπουργό Υγείας με θέμα τις παραπλανητικές διαφημίσεις στον χώρο της υγείας, ζητώντας άμεση και αυστηρή αντιμετώπιση του φαινομένου. Η επιστολή, γραμμένη με τυπικό και θεσμικό ύφος, ξεκινά επίσης από την αφορμή του θανάτου Μαζωνάκη, τον οποίο η διοίκηση θεωρεί ότι πρέπει να αποτελέσει έναυσμα για να τεθεί εκ νέου, με ιδιαίτερη έμφαση, το ζήτημα της παραπλανητικής προβολής ιατρικών πράξεων, θεραπειών και υπηρεσιών υγείας.

Στο κείμενο, αναγνωρίζεται η ευαισθησία που έχει επιδείξει έως τώρα ο υπουργός σε θέματα προστασίας της δημόσιας υγείας και διασφάλισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, με τη διοίκηση να εκφράζει την προσδοκία της για τη συνδρομή του απέναντι σε ένα φαινόμενο που, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις». Η επιστολή είναι σαφής ως προς το ποιους θεωρεί υπεύθυνους: ιατρεία, εταιρείες, διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αισθητικής ιατρικής και άλλες επιχειρήσεις του χώρου υγείας που προβάλλουν, κατά παράβαση νομοθεσίας και δεοντολογίας, θεραπείες που παρουσιάζονται ως θαυματουργές, ανύπαρκτα επιστημονικά αποτελέσματα, εγγυημένες ιάσεις ή υποσχέσεις αναστροφής της φυσιολογικής φθοράς του χρόνου.

«Ο φόβος και η ελπίδα δεν πρέπει να γίνονται εμπόρευμα»

Ιδιαίτερα εμφατικό είναι το σημείο της επιστολής όπου η διορισμένη διοίκηση τονίζει ότι ο φόβος του θανάτου, η επιθυμία για αιώνια νεότητα, αλλά και η αγωνία ασθενών και οικείων τους μπροστά σε σοβαρές ή ανίατες παθήσεις δεν επιτρέπεται να αποτελούν πεδίο εμπορικής εκμετάλλευσης. Η επιτροπή ζητά να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος, όσοι προβάλλουν θεραπείες χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, παραπλανώντας το κοινό και θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Ο ΠΙΣ, όπως αναφέρεται, δεν προτίθεται να ανεχθεί την υποβάθμιση της ιατρικής επιστήμης σε πεδίο ανεξέλεγκτης εμπορικής δραστηριότητας, καθώς κάτι τέτοιο πλήττει άμεσα τους πολίτες και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στην ιατρική επιστήμη και στους λειτουργούς της.

Τέσσερα συγκεκριμένα αιτήματα προς Συλλόγους και υπουργείο

Η επιστολή δεν περιορίζεται σε γενικές διαπιστώσεις, αλλά καταλήγει σε συγκεκριμένα αιτήματα προς δύο κατευθύνσεις. Προς τον υπουργό Υγείας, η διορισμένη διοίκηση ζητά τη συνδρομή του υπουργείου προς τους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους μέσω των ελεγκτικών μηχανισμών που αυτό διαθέτει. Προς τους ίδιους τους Ιατρικούς Συλλόγους της χώρας απευθύνει τέσσερα αιτήματα: πρώτον, την άμεση εντατικοποίηση των ελέγχων στις διαφημίσεις ιατρικών υπηρεσιών, θεραπειών και προϊόντων υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· δεύτερον, την αυστηρή εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας και την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών, πειθαρχικών και λοιπών κυρώσεων σε κάθε παραβάτη, χωρίς εξαιρέσεις· τρίτον, την άμεση διακοπή διαφημιστικών πρακτικών που περιέχουν ψευδείς, παραπλανητικούς ή επιστημονικά ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς· και τέταρτον, τη στενότερη συνεργασία του υπουργείου με τον ΠΙΣ και τους κατά τόπους Συλλόγους για την καταγραφή, τον έλεγχο και την παραπομπή σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες αρχές.

Η επιστολή ολοκληρώνεται με την εκτίμηση ότι η προστασία της δημόσιας υγείας απαιτεί αποφασιστικότητα, αποτελεσματικούς ελέγχους και μηδενική ανοχή απέναντι σε όσους παραβιάζουν τους κανόνες εκμεταλλευόμενοι την ανθρώπινη ανάγκη για θεραπεία, με τη διορισμένη διοίκηση να δηλώνει διαθέσιμη για κάθε αναγκαία θεσμική συνεργασία.

Δύο κείμενα, μία κοινή αφετηρία, διαφορετική έμφαση

Διαβάζοντας παράλληλα τα δύο κείμενα, προκύπτει ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: και οι δύο πλευρές συμφωνούν στη διάγνωση ότι ο χώρος της υγείας χρειάζεται περισσότερο έλεγχο, μεγαλύτερη διαφάνεια και αυστηρότερη αντιμετώπιση φαινομένων παραπλάνησης του κοινού. Διαφέρουν όμως αισθητά στην έμφαση και στο αφήγημα. Η εκλεγμένη διοίκηση επικεντρώνεται στο να καταδείξει ότι το έργο αυτό είχε ήδη ξεκινήσει από την ίδια, με συγκεκριμένα εργαλεία και θεσμικές πρωτοβουλίες, και ότι η τρέχουσα πολιτική ηγεσία απλώς επαναφέρει σήμερα κάτι που η ίδια, κατά την άποψή της, καθυστέρησε ή εμπόδισε να ολοκληρωθεί όταν βρισκόταν ακόμη στη διοίκηση. Πρόκειται για μια θέση που έχει ερεισμα στα στοιχεία που παραθέτει, καθώς οι αναφερόμενες γνωμοδοτήσεις, το Εθνικό Μητρώο Ιατρών και η προσπάθεια για ψηφιακή ταυτότητα ιατρού είναι επαληθεύσιμες πρωτοβουλίες που πράγματι προηγήθηκαν χρονικά.

Η διορισμένη διοίκηση, από την πλευρά της, επιλέγει να απευθυνθεί απευθείας στον υπουργό Υγείας, με πιο θεσμικό και συναινετικό τόνο, εστιάζοντας στο ζήτημα της παραπλανητικής διαφήμισης και ζητώντας πρακτική συνεργασία και ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών. Είναι μια προσέγγιση που, ως φυσικό επακόλουθο του τρόπου με τον οποίο προέκυψε η ίδια η διοίκηση, κινείται πιο κοντά στις κατευθύνσεις της πολιτικής ηγεσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι τα αιτήματά της για εντατικοποίηση ελέγχων και αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας δεν έχουν ουσιαστική βάση.

Τι μένει να αποδειχθεί

Πέρα από την ένταση ανάμεσα στις δύο διοικήσεις, το ζήτημα που αναδεικνύεται και από τα δύο κείμενα παραμένει ουσιαστικό: η ανάγκη για αξιόπιστη πιστοποίηση ιατρών και ιατρείων, για αυστηρότερο έλεγχο των μη τεκμηριωμένων επιστημονικά θεραπειών και για αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραπλανητικής διαφήμισης στον ευαίσθητο χώρο της υγείας. Όποια κι αν είναι η τελική εκτίμηση για το ποια πλευρά έχει κάνει περισσότερα μέχρι σήμερα, το ζητούμενο για τον πολίτη παραμένει κοινό: να μπορεί να γνωρίζει με σιγουριά αν ο ιατρός ή το ιατρείο που επισκέπτεται είναι πιστοποιημένα, και να προστατεύεται από υποσχέσεις που εκμεταλλεύονται τον φόβο, την ελπίδα και την αγωνία μπροστά στην ασθένεια. Το αν οι εξαγγελίες της πολιτικής ηγεσίας θα μετουσιωθούν τελικά σε συγκεκριμένα μέτρα, και ποιος θα φέρει την ουσιαστική ευθύνη υλοποίησής τους, είναι κάτι που θα κριθεί στην πράξη τους επόμενους μήνες.

Share.
Exit mobile version