Listen to this article

Μια σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνη αγορά αναπτύσσεται εδώ και χρόνια στο περιθώριο του επίσημου συστήματος υγείας, εκμεταλλευόμενη το άγχος, τον φόβο και μερικές φορές την απόγνωση ασθενών που αναζητούν λύσεις εκεί όπου η καθιερωμένη ιατρική φαίνεται να μην προσφέρει άμεση απάντηση.

Από την Ρούλα Σκουρογιάννη

Κέντρα με εντυπωσιακές ονομασίες, συσκευές που υπόσχονται «ενεργειακή εξισορρόπηση» και θεραπευτές που παρουσιάζονται με τίτλους χωρίς καμία επίσημη αναγνώριση συνθέτουν ένα τοπίο το οποίο, σύμφωνα με την Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος (ΕΕΠΕ), λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτο. Η Ένωση, με  παρέμβασή της, ζητά τη θεσμοθέτηση ενός αυστηρού και σαφούς νομικού πλαισίου για κάθε δραστηριότητα και πρακτική που δεν διαθέτει διεθνώς αναγνωρισμένη επιστημονική τεκμηρίωση, τοποθετώντας ξεκάθαρα την προστασία της δημόσιας υγείας στο επίκεντρο του αιτήματός της. 

Ένα πρόβλημα που βγήκε στο φως

Η ανάγκη για ρύθμιση δεν προκύπτει στο κενό. Όπως επισημαίνει η ΕΕΠΕ, η ένταση του ζητήματος αναδείχθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια μετά από πρόσφατες αποκαλύψεις που έφεραν στην επιφάνεια σοβαρές αδυναμίες στους μηχανισμούς αδειοδότησης και ελέγχου χώρων οι οποίοι διαφημίζουν την παροχή υπηρεσιών χρησιμοποιώντας εντυπωσιακούς, αλλά συχνά παραπλανητικούς, ιατροβιολογικούς όρους. Η ασάφεια αυτή δεν αφορά μόνο κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις: αντανακλά ένα ευρύτερο κενό στον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία εποπτεύει δραστηριότητες που παρουσιάζονται ως θεραπευτικές, χωρίς ωστόσο να πληρούν τις προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν έναν τέτοιο χαρακτηρισμό.

Η θέση της Ένωσης είναι ξεκάθαρη και στηρίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης ιατρικής: κάθε θεραπευτική μέθοδος μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή μόνο εφόσον υποστηρίζεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, τόσο ως προς την ασφάλειά της απέναντι σε πιθανές επιπλοκές όσο και ως προς την πραγματική της αποτελεσματικότητα. Οι λεγόμενες «εναλλακτικές» θεραπευτικές μέθοδοι και πρακτικές, όπως τις αποκαλούν οι ίδιοι οι πάροχοί τους, δεν εντάσσονται σε καμία αναγνωρισμένη ειδικότητα ή εξειδίκευση της Ιατρικής Επιστήμης. Για τον λόγο αυτό, όπως τονίζει η ΕΕΠΕ, δεν θα πρέπει ποτέ να παρουσιάζονται ή να γίνονται αντιληπτές από το κοινό ως ιατρικές πράξεις, μια σύγχυση που φαίνεται να καλλιεργείται συστηματικά.

Άλλωστε, το ισχύον νομικό πλαίσιο για την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος στην Ελλάδα είναι, τουλάχιστον στο επίπεδο των αρχών, σαφές. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) ορίζει ρητά ότι κάθε γιατρός οφείλει να ασκεί το επάγγελμά του με βάση την επιστημονική του κατάρτιση και τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση, ακολουθώντας τους κανόνες μιας ιατρικής τεκμηριωμένης και βασισμένης σε επιστημονικές ενδείξεις. Παράλληλα, υποχρεούται να ενημερώνει τον ασθενή με τρόπο πλήρη, κατανοητό και αληθή σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, καθώς και για τα οφέλη, τους κινδύνους και τις συνέπειες κάθε προτεινόμενης θεραπευτικής πράξης. Το ζήτημα, όπως αναδεικνύει η ΕΕΠΕ, δεν είναι τόσο η απουσία αρχών όσο η ελλιπής εφαρμογή και ο ανεπαρκής έλεγχος τους στην πράξη.

Παραπλανητική διαφήμιση και το φαινόμενο της «ψευδοεπιστήμης»

Ένα από τα σημεία που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία στην Ένωση είναι η σχεδόν απεριόριστη διαφήμιση τέτοιων πρακτικών, κυρίως μέσω του διαδικτύου, όπου παρουσιάζονται ως δήθεν καινοτόμες θεραπευτικές λύσεις μέθοδοι όπως ο «βιοσυντονισμός» ή διάφορες «κβαντικές» εφαρμογές. Ο βιοσυντονισμός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος που περιγράφει η ΕΕΠΕ. Πρόκειται για μια μέθοδο που επινοήθηκε στη Γερμανία το 1977 από τον Franz Morell και τον γαμπρό του, μηχανικό Erich Rasche, και η οποία υπόσχεται τη διάγνωση και θεραπεία παθήσεων μέσω της καταγραφής και του «επανασυντονισμού» ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων του οργανισμού. Παρά το γεγονός ότι η επιστημονική κοινότητα την κατατάσσει με σαφήνεια στην κατηγορία της ψευδοεπιστήμης, αφού καμία αξιόπιστη μελέτη δεν έχει επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς περί αποτελεσματικότητάς της, η μέθοδος συνεχίζει να διαφημίζεται ευρέως, ακόμη και για την αντιμετώπιση σοβαρών νοσημάτων όπως ο καρκίνος.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός, όπως έχουν επισημάνει κατά καιρούς και τοπικοί Ιατρικοί Σύλλογοι της χώρας, ότι πολλές από αυτές τις υπηρεσίες παρέχονται από πρόσωπα που φέρουν τον τίτλο του γιατρού, χωρίς όμως να διαθέτουν επίσημα αναγνωρισμένη ειδικότητα στο αντικείμενο που διαφημίζουν, χρησιμοποιώντας αντ’ αυτού ψευδεπίγραφους ή αυτοαποδιδόμενους τίτλους. Η πρακτική αυτή δημιουργεί επικίνδυνη σύγχυση στο κοινό ως προς το τι πραγματικά συνιστά αναγνωρισμένη ιατρική πράξη, δίνοντας ταυτόχρονα μια ψευδαίσθηση επιστημονικού κύρους σε μεθόδους που δεν το διαθέτουν. Ιατρικοί Σύλλογοι σε διάφορες περιοχές της χώρας έχουν επανειλημμένα καλέσει τους πολίτες σε επαγρύπνηση, υπενθυμίζοντας ότι ο θεράπων ιατρός παραμένει ο μόνος επιστημονικά υπεύθυνος για τη διαχείριση ενός προβλήματος υγείας, και ότι μέθοδοι σαν τον βιοσυντονισμό δεν συνιστούν δοκιμασμένη ιατρική πρακτική.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μία μόνο μέθοδο. Η ΕΕΠΕ επισημαίνει την ανάγκη προστασίας των πολιτών από κάθε είδους πρακτική που προβάλλεται ως θεραπευτική χωρίς την απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση, συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής προώθησης «μαγικών» βοτάνων, αλοιφών, κηραλοιφών, αλλά και προϊόντων που επικαλούνται, συχνά καταχρηστικά, όρους από τον χώρο της νανοτεχνολογίας. Πρόκειται για ένα ευρύτερο οικοσύστημα προϊόντων και υπηρεσιών ευεξίας που δανείζονται τη γλώσσα και το κύρος της επιστήμης χωρίς να διαθέτουν την ουσία της, εκμεταλλευόμενα συχνά την ελλιπή επιστημονική παιδεία μέρους του κοινού ή την απελπισία ασθενών με δύσκολα ή χρόνια προβλήματα υγείας.

Ποιοι φορείς καλούνται να αναλάβουν δράση

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος δεν αρκείται σε μια γενική καταγγελία, αλλά προσδιορίζει συγκεκριμένα τους θεσμικούς φορείς από τους οποίους ζητά ουσιαστικότερο και πιο αποτελεσματικό έλεγχο. Στη λίστα αυτή περιλαμβάνονται το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας, αρμόδιο για την εποπτεία της διαφήμισης, ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος και οι κατά τόπους Ιατρικοί Σύλλογοι, οι οποίοι διαθέτουν πειθαρχική αρμοδιότητα επί των μελών τους, καθώς και το Υπουργείο Υγείας, ως ο θεσμικός φορέας που έχει την τελική ευθύνη για τη χάραξη και εφαρμογή πολιτικής δημόσιας υγείας. Το αίτημα της ΕΕΠΕ εστιάζει ουσιαστικά σε μια συντονισμένη δράση ανάμεσα σε αυτούς τους φορείς, ώστε τα κενά που επιτρέπουν σήμερα την απρόσκοπτη λειτουργία και διαφήμιση τέτοιων πρακτικών να κλείσουν οριστικά.

Η θέση αυτή δεν είναι άσχετη με τον ρόλο που η ίδια η Ένωση επιδιώκει να διαδραματίσει στο σύστημα υγείας. Η ΕΕΠΕ υπενθυμίζει ότι οι ειδικοί Παθολόγοι αποτελούν εδώ και πολλές δεκαετίες τον κορμό όλων των βαθμίδων περίθαλψης στη χώρα, από την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας έως τη διαχείριση σύνθετων περιστατικών με πολλαπλές συννοσηρότητες. Η ολιστική προσέγγιση που χαρακτηρίζει την ειδικότητα, σε συνδυασμό με τη στέρεη επιστημονική κατάρτιση που απαιτεί η απόκτησή της, καθιστά, κατά την Ένωση, τους Παθολόγους θεμελιώδη πυλώνα της κλασικής, τεκμηριωμένης ιατρικής. Είναι ακριβώς αυτή η κλασική ιατρική, μαζί με την ίδια την ειδικότητα της Παθολογίας, που η ΕΕΠΕ ζητά να προστατευθεί απέναντι σε πρακτικές και δραστηριότητες που δεν στηρίζονται σε αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα.

Τι διακυβεύεται για τους πολίτες

Πέρα από το καθαρά θεσμικό σκέλος, το ζήτημα που θέτει η ΕΕΠΕ έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα και στην ασφάλεια των πολιτών. Η καθυστέρηση στη νομοθέτηση ενός σαφούς πλαισίου σημαίνει, στην πράξη, ότι ασθενείς με πραγματικά προβλήματα υγείας μπορεί να στραφούν σε μεθόδους χωρίς τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο θεραπείας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτιθέμενοι σε άμεσους κινδύνους από τη χρήση μη ελεγμένων συσκευών ή ουσιών. Η οικονομική διάσταση δεν είναι επίσης αμελητέα, καθώς πολλές από αυτές τις υπηρεσίες διατίθενται έναντι σημαντικού κόστους, χωρίς καμία εγγύηση αποτελέσματος.

Το αίτημα της Επαγγελματικής Ένωσης Παθολόγων Ελλάδος αποκτά έτσι μια διάσταση που ξεπερνά τα στενά όρια μιας επαγγελματικής διεκδίκησης και αγγίζει ευθέως το δημόσιο συμφέρον. Η θεσμοθέτηση ενός αυστηρού πλαισίου ελέγχου για πρακτικές χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση δεν αφορά μόνο την προάσπιση του κύρους της ιατρικής επιστήμης, αλλά πρωτίστως την ασφάλεια όσων αναζητούν βοήθεια σε μια περίοδο ευαλωτότητας, στρεφόμενοι πολλές φορές, εν αγνοία τους, σε λύσεις που δεν μπορούν να τους προσφέρουν αυτό που υπόσχονται.

Share.
Exit mobile version