Ένας θάνατος μέσα σε ιδιωτικό ιατρείο, ένα μηχάνημα πλασμαφαίρεσης που φέρεται να λειτουργούσε χωρίς έγκριση, και ένα σύστημα ελέγχων που καλείται να απαντήσει γιατί δεν πρόλαβε να το εντοπίσει εγκαίρως. Η υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη σε ιατρείο της οδού Καρνεάδου, στο Κολωνάκι, έφτασε ξανά στην Ολομέλεια της Βουλής, με τον Υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, να καλείται να απαντήσει σε Επίκαιρη Ερώτηση του βουλευτή Α΄ Ανατολικής Αττικής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΝΙΚΗ, Τάσου Οικονομόπουλου, με θέμα την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στον συγκεκριμένο χώρο και τη φερόμενη σύνδεσή του με κύκλωμα παράνομων σκευασμάτων. Η απάντηση του Υπουργού, αναλυτική και σε σημεία απότομη, άνοιξε ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά άμεσα κάθε πολίτη: πόσο αξιόπιστοι είναι σήμερα οι μηχανισμοί εποπτείας της ιδιωτικής υγειονομικής δραστηριότητας στη χώρα.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Το ιστορικό μιας υπόθεσης που συγκλόνισε
Η υπόθεση αφορά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσιεύματα, υποβλήθηκε σε διαδικασία πλασμαφαίρεσης σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι, με την ιατρό που διατηρούσε το συγκεκριμένο ιατρείο, Ιωάννα Γάκα, να βρίσκεται έκτοτε προφυλακισμένη. Το ερώτημα που έθεσε ο βουλευτής Τάσος Οικονομόπουλος στην Ολομέλεια αφορούσε ευθέως την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχων που θα έπρεπε, θεωρητικά, να έχει αποτρέψει τη λειτουργία ενός ιατρείου με μηχάνημα που δεν διέθετε την απαιτούμενη έγκριση, καθώς και τις ενδεχόμενες ευθύνες του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών (ΙΣΑ) για τη μη έγκαιρη διαπίστωση της παρανομίας.
Στην πρωτολογία του, ο Υπουργός Υγείας ξεκίνησε διευκρινίζοντας ένα σημείο που, όπως υποστήριξε, είχε παρουσιαστεί εσφαλμένα στη δημόσια συζήτηση: η μεταφορά του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ), γνωστού στη δημόσια συζήτηση και ως οι «Ράμπο», στην τότε Εθνική Αρχή Διαφάνειας δεν έγινε επί της δικής του θητείας, αλλά το 2019, ενώ ο ίδιος ανέλαβε καθήκοντα Υπουργού Υγείας τον Ιανουάριο του 2024. Ο κ. Γεωργιάδης τόνισε επίσης ότι το ΣΕΥΥΠ δεν καταργήθηκε, όπως είχε ειπωθεί, αλλά μεταφέρθηκε αυτούσιο, με το σύνολο των ελεγκτών του, στην πλέον Ενιαία Αρχή Διαφάνειας, μια αλλαγή που, όπως εξήγησε, κρίθηκε σκόπιμη ώστε η υπαγωγή σε ανεξάρτητη αρχή, αντί σε συγκεκριμένο Υπουργό, να ενισχύσει τη λειτουργικότητα και την αντικειμενικότητα των ελέγχων.
Το χρονολόγιο των ελέγχων στο ιατρείο
Ένα από τα πιο αναλυτικά σημεία της τοποθέτησης του Υπουργού αφορούσε το ιστορικό ελέγχων που είχε διενεργήσει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών στο συγκεκριμένο ιατρείο, στοιχεία τα οποία, όπως ανέφερε, είχε ζητήσει και λάβει προσωπικά προκειμένου να απαντήσει τεκμηριωμένα στη Βουλή. Σύμφωνα με το χρονολόγιο που παρουσίασε, η άδεια λειτουργίας του ιατρείου είχε εκδοθεί στις 12 Οκτωβρίου 2004, ενώ έκτοτε είχαν πραγματοποιηθεί διαδοχικοί έλεγχοι σε βάθος χρόνου, με τους πλέον πρόσφατους να συγκεντρώνονται πυκνά μέσα στο 2024 και το 2025: τον Ιανουάριο του 2024, τον Ιούλιο, τον Σεπτέμβριο και ξανά τον Σεπτέμβριο του 2025. Κομβικό σημείο στο χρονολόγιο αποτέλεσε η 23η Σεπτεμβρίου 2026, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με τον Υπουργό, η ιατρός απέστειλε στον ΙΣΑ τη γνωστοποίηση για το επίμαχο μηχάνημα, το οποίο είχε δηλώσει ως συνοδό εξοπλισμό οζονοθεραπείας, με τον Σύλλογο να ζητά διευκρινίσεις καθώς το τιμολόγιο δεν συμφωνούσε με τη δήλωσή της. Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, σύμφωνα με το χρονολόγιο που παρέθεσε ο Υπουργός, είχε προηγηθεί αυτής της γνωστοποίησης.
Ο κ. Γεωργιάδης στάθηκε ιδιαίτερα σε ένα νομικό σημείο που, όπως υποστήριξε, είναι κρίσιμο για την κατανόηση της υπόθεσης: η απλή γνωστοποίηση ενός ιατρικού μηχανήματος στον οικείο Ιατρικό Σύλλογο δεν ισοδυναμεί με άδεια χρήσης του. Αντίθετα, ο ιατρός οφείλει να αναμείνει την επίσημη έγκριση προτού το θέσει σε λειτουργία. Με βάση αυτή την αρχή, ο Υπουργός υποστήριξε ότι η ιατρός, εφόσον όντως χρησιμοποίησε το μηχάνημα πριν από την έγκριση, ενήργησε εν γνώσει της παράνομα, χαρακτηρίζοντάς την, με ιδιαίτερα αιχμηρή διατύπωση, ως «απατεώνισσα» που παραβίασε συνειδητά την ελληνική νομοθεσία. Επιπλέον, επικαλούμενος αναφορά υπαλλήλου του ιατρείου, ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια των προγραμματισμένων και απροειδοποίητων ελέγχων το μηχάνημα αποκρυβόταν, ενώ διαγράφονταν και τα σχετικά ραντεβού από τη μνήμη του, ώστε να μην εντοπιστεί η χρήση του.
Το «MedWatch» και η απάντηση της πολιτείας
Απαντώντας στο ερώτημα αν είναι δυνατόν να δρουν ανεξέλεγκτα «απατεώνες» μέσα στο σύστημα υγείας, ο Υπουργός δεν το απέκλεισε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι, προκειμένου να ενισχυθεί ο εντοπισμός τέτοιων περιπτώσεων, το Υπουργείο Υγείας δρομολόγησε την πλατφόρμα «MedWatch», η οποία, σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία λίγες ημέρες πριν από τη συζήτηση στη Βουλή, με σταδιακή επέκταση αρχικά στον Πειραιά, στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος σε ολόκληρη τη χώρα. Πρόκειται για ένα εργαλείο που, σύμφωνα με την παρουσίασή του, στοχεύει στην ευκολότερη καταγραφή και τον εντοπισμό παράτυπων ή παράνομων πρακτικών σε χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών.
Στη δευτερολογία του, ο Υπουργός επανήλθε στο ζήτημα της νομιμότητας του επίμαχου μηχανήματος, υπενθυμίζοντας ότι δεν είχε δηλωθεί ούτε στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ) ούτε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, στοιχείο που, όπως τόνισε, συνιστά παρανομία από την αρχή. Ως προς το ερώτημα αν χορηγήθηκε στον ασθενή μέθη, ο κ. Γεωργιάδης απάντησε με επιφύλαξη, αφήνοντας το ζήτημα στην κρίση των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, σημειώνοντας ωστόσο ότι, εφόσον κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί, θα συνιστά ακόμη μία παράνομη πράξη, δεδομένου ότι δεν θα έπρεπε να χορηγείται σε ένα παθολογικό ιατρείο χωρίς τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Ο Υπουργός διευκρίνισε επίσης πως δεν έχει κατατεθεί καμία επίσημη, έγγραφη καταγγελία για το συγκεκριμένο ιατρείο ούτε στο Υπουργείο Υγείας, ούτε στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ούτε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, πέραν μίας προφορικής καταγγελίας ιατρού, η οποία, όπως ανέφερε, πυροδότησε τον αμέσως επόμενο έλεγχο στο ιατρείο.
Η αντιπαράθεση για τα «νανογιλέκα» και το συνέδριο
Η συζήτηση στη Βουλή δεν περιορίστηκε στο ζήτημα των ελέγχων, αλλά επεκτάθηκε και σε παλαιότερες τηλεοπτικές δραστηριότητες του Υπουργού, με αιχμές να διατυπώνονται σχετικά με προϊόντα γνωστά ως «νανογιλέκα». Ο κ. Γεωργιάδης απάντησε ότι σε κάθε σχετική τηλεοπτική εμφάνιση διευκρίνιζε επανειλημμένα πως τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούσαν ούτε ιατρικό ούτε φαρμακευτικό προϊόν, αφήνοντας την τελική επιλογή αγοράς στην κρίση του κάθε καταναλωτή.
Ο Υπουργός αναφέρθηκε επίσης σε ένα ιατρικό συνέδριο στο οποίο φέρεται να είχε συμμετάσχει η ιατρός του Κολωνακίου, στο πλαίσιο κριτικής που ασκήθηκε για την τυχόν εμπλοκή της τότε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας και της οικείας Περιφέρειας. Ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι το συνέδριο διοργανώθηκε από επιστημονική επιτροπή αποτελούμενη από αναγνωρισμένους καθηγητές Ιατρικής, με πρόεδρο της οργανωτικής επιτροπής πρώην Πρόεδρο του ΕΟΦ, ενώ η συμμετοχή πολιτικών προσώπων περιορίστηκε, όπως ανέφερε, σε σύντομο, μαγνητοσκοπημένο χαιρετισμό λόγω της διαδικτυακής φύσης της εκδήλωσης εν μέσω πανδημίας. Ο Υπουργός αμφισβήτησε την άποψη ότι η αποστολή ενός χαιρετισμού συνεπάγεται γνώση του συνόλου των παρεμβάσεων που ακολούθησαν στο συνέδριο, χαρακτηρίζοντας τη σχετική συλλογιστική ως αναπόδεικτη.
Οι θέσεις του Υπουργού για τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Άδωνις Γεωργιάδης επανέλαβε ότι η μεταφορά του ΣΕΥΥΠ στην τότε Εθνική Αρχή Διαφάνειας δεν σχετίζεται αιτιωδώς με την καθυστερημένη διαπίστωση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι το Σώμα δεν καταργήθηκε, η διάδοχη αρχή συνέχισε κανονικά τους ελέγχους, και ότι, μόνο μέσα στο 2026, το Υπουργείο Υγείας είχε εντοπίσει τρία διαφορετικά κυκλώματα φαρμακοποιών και γιατρών που εξέδιδαν παράνομα σκευάσματα. Παρέθεσε μάλιστα ένα ακόμη περιστατικό από το παρελθόν, κατά το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, ένας άνθρωπος χωρίς πτυχίο Ιατρικής χορηγούσε θεραπείες για καρκίνο σε δημόσια νοσοκομεία, με αποτέλεσμα θανάτους ασθενών και τελική καταδίκη του από τη δικαιοσύνη, χωρίς ποτέ να έχει εντοπιστεί από το τότε ΣΕΥΥΠ, επιχείρημα με το οποίο επιδίωξε να δείξει ότι η ύπαρξη ενός ξεχωριστού ελεγκτικού σώματος δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αποτελεσματικότητας.
Τι μένει ανοιχτό
Η ανταλλαγή απόψεων στη Βουλή αναδεικνύει, πέρα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, ένα ζήτημα ουσίας που αφορά άμεσα τη δημόσια υγεία: κατά πόσο οι υφιστάμενοι μηχανισμοί αδειοδότησης και ελέγχου ιδιωτικών ιατρείων επαρκούν για να αποτρέψουν τη χρήση μη εγκεκριμένου εξοπλισμού, ιδίως όταν υπάρχει, όπως υποστηρίχθηκε στην προκειμένη περίπτωση, συνειδητή προσπάθεια απόκρυψης από την πλευρά του παρόχου. Η ποινική διάσταση της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της τυχόν χορήγησης μέθης, παραμένει στα χέρια της Δικαιοσύνης, ενώ η θεσμική διάσταση, δηλαδή το κατά πόσο απαιτούνται πρόσθετες εγγυήσεις στο σύστημα εποπτείας των ιδιωτικών δομών υγείας, αναμένεται να συνεχίσει να απασχολεί τη δημόσια συζήτηση, ιδίως καθώς η νέα πλατφόρμα ελέγχου βρίσκεται ακόμη στα πρώτα στάδια της πανελλαδικής εφαρμογής της.
