Listen to this article

Η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του προγράμματος αντιμετώπισης της παχυσαρκίας στο πλαίσιο του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» δεν αποτελεί είδηση. Κάθε πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από συγκεκριμένους πόρους έχει ημερομηνία έναρξης και ημερομηνία λήξης. Η κυβέρνηση είχε άλλωστε ενημερώσει εγκαίρως ότι ο κύκλος που χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται στις 30 Ιουνίου και ότι η δράση θα συνεχιστεί από τον Σεπτέμβριο με εθνική χρηματοδότηση.

Από τον Τάκη Μαραλέτο

Κι όμως, η συζήτηση που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες δεν αφορά στην ολοκλήρωση ενός προγράμματος. Αφορά σε αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στο τέλος της μίας φάσης και στην αρχή της επόμενης.

Κατ’ αρχήν αφορά τους ανθρώπους που βρίσκονται ήδη σε θεραπεία.

Σε κάθε πολιτική υγείας υπάρχει μια λεπτομέρεια που πολλές φορές χάνεται ανάμεσα στους αριθμούς, στις ανακοινώσεις και στα χρονοδιαγράμματα. Είναι η στιγμή που ο πολίτης πάει στο γιατρό, αποφασίζει να ακολουθήσει μια θεραπεία και εντάσσει αυτή την απόφαση στην καθημερινότητά του.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το πρόγραμμα δεν είναι πλέον ένας διοικητικός μηχανισμός είναι μέρος της καθημερινότητας και της ζωής του.

Η παχυσαρκία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Για δεκαετίες αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα εμφάνισης ή προσωπικής ευθύνης. Η επιστήμη όμως έχει προχωρήσει πολύ πέρα από αυτή την προσέγγιση. Σήμερα γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσο που συνδέεται με τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, την υπέρταση, τη λιπώδη νόσο του ήπατος, την υπνική άπνοια και μια σειρά άλλων παθήσεων που επιβαρύνουν τόσο τον ασθενή όσο και το σύστημα υγείας. ΣύμφωνΠαχυσαρκία και προλαμβάνωα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πάνω από το 60% των ενηλίκων στην Ελλάδα είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, ενώ εκτιμάται ότι έως και το 10% των συνολικών δαπανών υγείας σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με επιπλοκές της παχυσαρκίας.

Η Ελλάδα βρίσκεται εδώ και χρόνια στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στα ποσοστά υπερβαρότητας και παχυσαρκίας. Παράλληλα, εξακολουθεί να καταγράφει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας, με περίπου 1 στα 3 παιδιά να αντιμετωπίζει πρόβλημα αυξημένου σωματικού βάρους, γεγονός που προϊδεάζει για ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση τα επόμενα χρόνια. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ζήτημα δημόσιας υγείας. Πρόκειται και για ένα σημαντικό οικονομικό πρόβλημα, καθώς οι επιπλοκές που σχετίζονται με το αυξημένο σωματικό βάρος απορροφούν σημαντικούς πόρους του συστήματος υγείας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δημιουργία ενός οργανωμένου προγράμματος αντιμετώπισης της παχυσαρκίας αποτέλεσε μια θετική εξέλιξη. Όχι μόνο επειδή προσέφερε πρόσβαση σε σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές, αλλά κυρίως επειδή έστειλε ένα σαφές μήνυμα, ότι η Πολιτεία αναγνωρίζει πλέον την παχυσαρκία ως νόσο και όχι ως ζήτημα ατομικής αποτυχίας.

Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο κέρδος της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας.

Γι’ αυτό ακριβώς η σημερινή εικόνα προκαλεί προβληματισμό.

Το πρόβλημα δεν συνίσταται στο ότι ολοκληρώθηκε μια χρηματοδοτική περίοδος. Το πρόβλημα είναι ότι αρκετοί ασθενείς αντιλαμβάνονται πως η συνέχεια της θεραπείας τους εξαρτάται από τη μετάβαση από το ένα χρηματοδοτικό μοντέλο στο άλλο. Κάποιοι βρέθηκαν με συνταγές που δεν μπορούν να εκτελεστούν. Άλλοι καλούνται να περιμένουν μέχρι την επανέναρξη του προγράμματος. Άλλοι θα εξετάζουν το ενδεχόμενο να συνεχίσουν με δική τους οικονομική επιβάρυνση – η οποία είναι σημαντική.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση 52χρονης ασθενούς από την Αθήνα, η οποία είχε ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή μέσω του προγράμματος και μέσα σε λίγους μήνες είχε καταφέρει να μειώσει σημαντικά το βάρος της και να βελτιώσει τα επίπεδα σακχάρου της. Με τη λήξη της χρηματοδότησης, βρέθηκε ξαφνικά χωρίς πρόσβαση στη θεραπεία της. «Φοβάμαι ότι θα χάσω ό,τι έχω καταφέρει μέχρι τώρα», ανέφερε, εξηγώντας ότι το κόστος για να συνεχίσει ιδιωτικά είναι απαγορευτικό. Η εμπειρία της αποτυπώνει με σαφήνεια το κενό που δημιουργείται όταν η θεραπευτική συνέχεια διακόπτεται.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα. Πώς διασφαλίζεται η θεραπευτική συνέχεια σε μια χρόνια νόσο όταν μεσολαβεί ένα διοικητικό κενό;

Το ερώτημα εκτός της πολιτικής διάστασης έχει και κλινική.

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν λειτουργεί με τη λογική μιας σύντομης παρέμβασης που ολοκληρώνεται σε λίγες εβδομάδες. Απαιτεί μακροχρόνια παρακολούθηση, αλλαγή συμπεριφορών, υποστήριξη από επαγγελματίες υγείας και, σε αρκετές περιπτώσεις, συνεχή φαρμακευτική αγωγή. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η συνέπεια στη θεραπεία αποτελεί βασικό παράγοντα επιτυχίας.

Για τον ασθενή που έχει ήδη ξεκινήσει αυτή τη διαδρομή, η αβεβαιότητα λειτουργεί αποθαρρυντικά. Και για το σύστημα υγείας, η απώλεια της εμπιστοσύνης είναι συχνά πιο κοστοβόρα από οποιοδήποτε χρηματοδοτικό κενό.

Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα που συναντάται συχνά στη χώρα μας. Πολλές πολιτικές ξεκινούν σωστά, χρηματοδοτούνται επαρκώς και παράγουν αποτελέσματα, δυσκολεύονται όμως να περάσουν ομαλά από τη φάση του έργου στη φάση της μόνιμης λειτουργίας.

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή.

Η ανακοίνωση ότι το πρόγραμμα θα συνεχιστεί έως το 2030 είναι αναμφίβολα θετική. Η πραγματική επιτυχία όμως δεν θα κριθεί από τη διάρκεια της χρηματοδότησης. Θα κριθεί από το κατά πόσο η χώρα θα αποκτήσει μια σταθερή πολιτική αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, με προβλεψιμότητα για τους ασθενείς και σαφείς κανόνες για τους επαγγελματίες υγείας.

Η συζήτηση των τελευταίων ημερών ίσως τελικά αποδειχθεί χρήσιμη, εάν οδηγήσει σε κάτι περισσότερο από μια αντιπαράθεση γύρω από το τι προέβλεπε ή δεν προέβλεπε ένα πρόγραμμα. Αν οδηγήσει σε μια ουσιαστική συζήτηση για το πώς αντιμετωπίζουμε τις χρόνιες νόσους στη χώρα μας.

Γιατί η παχυσαρκία δεν σταματά όταν ολοκληρώνεται μια χρηματοδότηση. Δεν αναστέλλεται μέχρι να ενεργοποιηθεί η επόμενη φάση ενός έργου. Συνεχίζει να επηρεάζει την υγεία των πολιτών, την ποιότητα ζωής τους και τη βιωσιμότητα του ίδιου του συστήματος υγείας.

Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτούνται συγκεκριμένες παρεμβάσεις πολιτικής για να διασφαλιστεί η θεραπευτική συνέχεια. Απαιτείται πρόβλεψη μεταβατικών μηχανισμών χρηματοδότησης ώστε να μην διακόπτεται η αγωγή μεταξύ φάσεων, δημιουργία εθνικού μητρώου ασθενών για την παρακολούθηση της πορείας τους, σαφείς οδηγίες προς τους επαγγελματίες υγείας για τη διαχείριση των μεταβάσεων, καθώς και ενίσχυση της αποζημίωσης των θεραπειών μέσω μόνιμων πόρων. Παράλληλα, η ενσωμάτωση της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και η διασφάλιση σταθερής πρόσβασης σε φαρμακευτική και συμβουλευτική υποστήριξη μπορούν να λειτουργήσουν ως εγγύηση ότι κανένας ασθενής δεν θα μένει χωρίς φροντίδα λόγω διοικητικών κενών.

Και αυτός είναι ίσως ο κύριος και σημαντικότερος λόγος για τον οποίο η συζήτηση που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες αξίζει να γίνει με ψυχραιμία, αλλά και με σοβαρότητα. Δεν χρειάζεται για να αναζητηθούν υπεύθυνοι, αλλά για να διασφαλιστεί ότι η συνέχεια της φροντίδας θα αντιμετωπίζεται με την ίδια σημασία που δίνουμε στη δημιουργία νέων προγραμμάτων.

Γιατί σαφώς ενώ τα προγράμματα έχουν ημερομηνία λήξης, η συνεχής υποστήριξη των ασθενών δεν πρέπει να έχει!

Share.
Exit mobile version