Από τη Γιάννα Τριανταφύλλη.
Γνωρίζατε ότι το πέος, αν και δεν έχει οστά, μπορεί να υποστεί κάταγμα;
Ο όρος “κάταγμα” χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη ρήξη του ινώδους χιτώνα που περιβάλλει τα σηραγγώδη σώματα του πέους. Εσωτερικά, το πέος αποτελείται από δύο σηραγγώδη σώματα – τα οποία εκτείνονται από τη ρίζα του πέους μέχρι τη βάλανο – και το σπογγώδες σώμα της ουρήθρας.
Αυτό που κάνει σκληρό το πέος όταν βρίσκεται σε στύση είναι το αίμα που γεμίζει τον σπογγώδη ιστό που καταλαμβάνει τα σηραγγώδη σώματα. Τα σηραγγώδη σώματασυγκρατούνται από μια σκληρή μεμβράνη που ονομάζεται ινώδης χιτώνας. Σε περίπτωση που σπάσει αυτή η ισχυρή μεμβράνη προκαλείται κάταγμα πέους.
Πρόκειται για μια επώδυνη κατάσταση, η οποία συνήθως προκαλείται είτε κατά την προσπάθεια εισόδου του πέους σε στύση στο γυναικείο κόλπο με απότομες και βίαιες κινήσεις είτε κατά τη διάρκεια αυνανισμού. Το κάταγμα πέους μπορεί να συμβεί μόνο όταν το πέος είναι σε πλήρη στύση, καθώς τότε οι ιστοί του είναι έντονα τεντωμένοι και λιγότερο ελαστικοί και ανθεκτικοί.
Σύμφωνα με μελέτες, πάνω από το 80% των καταγμάτων προκαλείται όταν το πέος προσκρούει – κατά λάθος – και με μεγάλη ταχύτητα στο περίνεο, την περιοχή που βρίσκεται μεταξύ αιδοίου και πρωκτού της συντρόφου.
Ένα άνδρας θα αντιληφθεί ότι έχει υποστεί κάταγμα πέους από τον χαρακτηριστικό ήχο του σπασίματος, τον έντονο πόνο, την ταχεία απώλεια στύσης και το οίδημα που θα σχηματιστεί στο πέος.
Πως αντιμετωπίζεται το κάταγμα πέους
Το κάταγμα πέους, αν και συμβαίνει σπάνια, είναι μια εξαιρετικά επείγουσα ιατρική κατάσταση που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης και αποκατάστασης για την πρόληψη μακροχρόνιων επιπλοκών όπως η καμπυλότητα του πέους, ο χρόνιος πόνος και μόνιμη η στυτική δυσλειτουργία.
Ταυτόχρονη βλάβη της ουρήθρας εμφανίζεται σε 10-25% των περιπτώσεων και μπορεί να οδηγήσει σε αιμορραγία από την ουρήθρα ή δυσκολία στην ούρηση. Εάν το κάταγμα αποσυμπιεστεί μέσω της ουρήθρας, τα ευρήματα κατά την κλινική εξέταση είναι συνήθως σχετικά καλοήθη.
Εάν δεν υπάρχει ρήξη του ινώδους χιτώνα, ο τραυματισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί μη χειρουργικά με κρύες κομπρέσες και απλή αναλγησία. Ωστόσο, σε περιπτώσεις ρήξης του ινώδους χιτώνα, συνιστάται η άμεση χειρουργική παρέμβαση – μέσα σε 6-8 ώρες από το συμβάν – για να αποκατασταθεί ο χιτώνας και να μειωθούν οι πιθανότητες σχηματισμού ινώδους πλάκας ή γωνιώδους πέους.
