Listen to this article

Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο

Η επίσημη ανακοίνωση της πορτογαλικής κυβέρνησης πριν λίγες μέρες, στις 11 Σεπτεμβρίου για τη διεύρυνση της λίστας των νοσοκομειακών φαρμάκων που διατίθενται μέσω των κοινοτικών φαρμακείων φέρνει στο προσκήνιο μια συζήτηση που αγγίζει άμεσα και την ελληνική φαρμακευτική αγορά.

Την ώρα που η Ελλάδα εφαρμόζει το δικό της μοντέλο για τα Φάρμακα Υψηλού Κόστους (ΦΥΚ), η Πορτογαλία επιχειρεί να εδραιώσει το μοντέλο «αποκεντρωμένης διάθεσης» (dispensa em proximidade όπως αναφέρεται στα πορτογαλικά) αυτών των φαρμάκων.

Η πιλοτική εφαρμογή του συστήματος στην Πορτογαλία ξεκίνησε την άνοιξη του 2020, κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας COVID-19.

Λόγω των τότε περιορισμών κυκλοφορίας και του ακραίου φόρτου εργασίας στα νοσοκομεία, οι υγειονομικές αρχές της Πορτογαλίας επέτρεψαν έκτακτα και προσωρινά τη μεταφορά της διάθεσης των νοσοκομειακών φαρμάκων στα ιδιωτικά φαρμακεία της κοινότητας, προκειμένου να προστατευτούν οι ευπαθείς ομάδες από άσκοπες μετακινήσεις.

Η εξαιρετική επιτυχία αυτού του πιλοτικού μοντέλου (το οποίο εξασφάλισε τη συνέχεια των θεραπειών και υψηλά ποσοστά ικανοποίησης των ασθενών) ήταν ο λόγος που οδήγησε την κυβέρνηση μερικά χρόνια αργότερα, στα τέλη του 2023, να το μετατρέψει από μια «έκτακτη λύση» σε επίσημο νόμο του κράτους.

Το πρόγραμμα ωστόσο κι εκεί δεν εφαρμόστηκε αυτόματα από τη μια μέρα στην άλλη. Ακολούθησε μια διετής επίμονη διαδικασία γραφειοκρατικής, οικονομικής και τεχνικής προετοιμασίας (2024–2025), η οποία, παρά τις επιμέρους επιτυχίες της, παρουσίασε καθυστερήσεις. Το 2025 το πρόγραμμα άρχισε να τρέχει, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς.

Στις αρχές του 2026, και συγκεκριμένα στις 20 Ιανουαρίου 2026, δημοσιεύθηκε Υπουργική Απόφαση η οποίααποτέλεσε το κρίσιμο οικονομικό και διοικητικό «κλείδωμα» που χρειαζόταν το σύστημα για να μπορέσει να λειτουργήσει σε σταθερές βάσεις

Όταν το οικονομικό και τεχνικό πλαίσιο λύθηκε, οι υγειονομικές αρχές κάθισαν στο τραπέζι για να αξιολογήσουν την κατάσταση. Τα επίσημα στατιστικά έδειξαν μια απογοητευτική πραγματικότητα: Μόλις 4.468 ασθενείς (το 3%) εξυπηρετούνταν από τα φαρμακεία, τη στιγμή που η χώρα είχε 150.000 ανθρώπους που ταλαιπωρούνταν στις ουρές των νοσοκομείων.

Το σύστημα είχε «κολλήσει» εξαιτίας δύο παραγόντων:

Η λίστα των φαρμάκων που είχε εγκρίνει το σχετικό πρόγραμμα το 2024 ήταν πολύ μικρή ενώ πολλά περιφερειακά νοσοκομεία (ULS) αρνούνταν να στείλουν τα φάρμακα στα ιδιωτικά φαρμακεία, προβάλλοντας δικαιολογίες για έλλειψη προσωπικού ή φόβο απώλειας του ελέγχου του προϋπολογισμού τους.

Έτσι, στις 11 Σεπτεμβρίου 2026, η κυβέρνηση παρενέβη πολιτικά: διεύρυνε αμέσως τη λίστα των φαρμάκων (βάζοντας μέσα ογκολογικά από του στόματος και σκευάσματα σκλήρυνσης κατά πλάκας) και κατέστησε υποχρεωτική την καθολική ψηφιακή διασύνδεση και των 40 περιφερειακών νοσοκομείων της χώρας, σπάζοντας την εσωτερική αντίσταση των νοσοκομείων.

Σημεία-κλειδιά που ενδιαφέρουν τους Έλληνες Φαρμακοποιούς

Σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα υπάρχουν τρία σημεία με μεγάλο ενδιαφέρον:

  • Η «μάχη» για τα Κλινικά Δεδομένα

Ενώ στην Ελλάδα η συζήτηση για τα ΦΥΚ επικεντρώθηκε κυρίως στις ψηφιακές εγκρίσεις (ΣΗΠ) και στα Logistics των αποθηκών, οι πορτογαλικές ενώσεις φαρμακοποιών ανέδειξαν εξαρχής κι αναδεικνύουν μια άλλη προτεραιότητα. Ζητούν οι κοινοτικοί φαρμακοποιοί να έχουν ελεγχόμενη πρόσβαση στα απαραίτητα κλινικά δεδομένα των ασθενών, ώστε η παράδοση του φαρμάκου να συνοδεύεται από ουσιαστική φαρμακευτική φροντίδα και ασφάλεια, αποφεύγοντας τον κίνδυνο μετατροπής του φαρμακείου σε απλό σταθμό διανομής κουτιών (box-moving).

  • Διαφορετική Φιλοσοφία στην Εφοδιαστική Αλυσίδα

Στην Ελλάδα, ο ΕΟΠΥΥ λειτουργεί ως κεντρικός αγοραστής και διανομέας των ΦΥΚ, έχοντας αναπτύξει παράλληλα και το σύστημα της κατ’ οίκον διανομής (courier). Στην Πορτογαλία, το μοντέλο βασίζεται 100% στο φυσικό δίκτυο των φαρμακείων. Το νοσοκομείο διατηρεί την ιδιοκτησία και το κόστος του φαρμάκου, και το κοινοτικό φαρμακείο λειτουργεί ως το τελικό σημείο ασφαλούς παράδοσης, διασφαλίζοντας ότι ο ασθενής δεν χάνει την ανθρώπινη επαφή με τον επιστήμονα υγείας.

  • Συντριπτικά καλύτερη η αποζημίωση για τον Έλληνα φαρμακοποιό

Ο Πορτογάλος φαρμακοποιός δεν πληρώνεται με ποσοστό κέρδους (markup) επί της αξίας του φαρμάκου, όπως συμβαίνει με τα κανονικά φάρμακα, αλλά με μια σταθερή αμοιβή υπηρεσίας ανά συνταγή (service fee).

Σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση της 20ής Ιανουαρίου, το πορτογαλικό κράτος καταβάλλει ένα σταθερό ποσό ύψους 11,96€ ανά εκτέλεση συνταγής. Το ποσό αυτό είναι απαλλαγμένο από ΦΠΑ και ο ασθενής δεν πληρώνει απολύτως τίποτα από την τσέπη του.

Ωστόσο, η μεγάλη διαφορά με το ελληνικό μοντέλο (των 20€ που πηγαίνουν καθαρά στον φαρμακοποιό) είναι ότι στην Πορτογαλία τα 11,96€ καλύπτουν ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα έξω από το νοσοκομείο.

Βάσει των κανόνων χρηματοδότησης, το ποσό αυτό μοιράζεται («σπάει») σε τρία μέρη:

  1. Η Φαρμακαποθήκη (Χονδρέμπορος): Λαμβάνει το 25,37% του ποσού (περίπου 3,03€) για τη μεταφορά.
  2. Η Κεντρική Αποθήκη / Logistics: Λαμβάνει το 17,56% (περίπου 2,10€) για τη διαχείριση.
  3. Το Ιδιωτικό Φαρμακείο: Κρατάει τελικά το 57,07%, δηλαδή περίπου 6,83€ καθαρά ανά συνταγή, ως αμοιβή για τη φύλαξη, τον έλεγχο και την παράδοση στον ασθενή.

Στα πορτογαλικά φαρμακευτικά φόρουμ υπάρχει έντονος προβληματισμός για την αναλογία ρίσκου/αμοιβής. Οι φαρμακοποιοί εκεί επισημαίνουν ότι η ευθύνη για τη διατήρηση της ψυχρής αλυσίδας, τη φύλαξη και την ασφάλιση σκευασμάτων που κοστίζουν χιλιάδες ευρώ, δεν αποζημιώνεται επαρκώς με μόλις 6,83€ καθαρά. Όταν βλέπουν το ελληνικό παράδειγμα των 20,00€ (όπου το κράτος πληρώνει επιπλέον 3€ την αποθήκη, αφήνοντας το 20άρικο ανέπαφο στο φαρμακείο), αντιλαμβάνονται ότι η δική τους κυβέρνηση τους υποτίμησε οικονομικά, φορτώνοντάς τους όλη τη γραφειοκρατία της διανομής.

Ακριβώς επειδή η οικονομική τους αποζημίωση είναι χαμηλή, οι Πορτογάλοι φαρμακοποιοί αντέδρασαν έξυπνα: μετέτρεψαν τη χαμηλή αμοιβή σε διαπραγματευτικό όπλο. Λένε στην κυβέρνηση: «Αφού δεχόμαστε να κάνουμε τη διανομή σχεδόν στο κόστος (6,83€), οφείλετε να μας δώσετε πρόσβαση στα κλινικά δεδομένα των ασθενών (interoperability) και να μας αναγνωρίσετε ως συμβούλους υγείας».

Κοινή ευρωπαϊκή τάση

Η πρόσφατη απόφαση της Πορτογαλίας επιβεβαιώνει ότι η μεταφορά των νοσοκομειακών φαρμάκων προς την κοινότητα αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή τάση. Το στοίχημα για τους φαρμακοποιούς και στις δύο χώρες παραμένει το ίδιο: να αποδείξουν ότι το κοινοτικό φαρμακείο δεν είναι ένας απλός σταθμός διανομής, αλλά ένας αναντικατάστατος πυλώνας δημόσιας υγείας.

Ειδικά δε για τη χώρα μας η γενικότερη αυτή ευρωπαϊκή τάση ενισχύει τη δυναμική που προβάλλει ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος ότι σταδιακά μπορούν όλο και περισσότερα ΦΥΚ να φτάνουν στα ιδιωτικά φαρμακεία με τον φαρμακοποιό να διασφαλίζει – και μέσα από τη διαρκή του εκπαίδευση πάνω σε κάθε νέο τέτοιο σκεύασμα – την ασφάλεια του ασθενή που τα λαμβάνει.

Share.
Exit mobile version