Όποιος έχει ψάξει ποτέ ψυχοθεραπευτή στην Ελλάδα έχει πιθανότατα βρεθεί μπροστά σε μια ασάφεια. Τίτλοι, ειδικεύσεις και πιστοποιήσεις πολλαπλασιάζονται, ενώ ο νόμος δεν λέει καθαρά ποιος έχει το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή στις 19 Οκτωβρίου για τη σύσταση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) των ψυχολόγων θα μπορούσε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Κατά τη διαπίστωση σημαντικού μέρους του κλάδου, όμως, το αφήνει και πάλι αναπάντητο.
Ένας νέος φορέας για τους ψυχολόγους, μετά από δεκαετίες αναμονής
Η σύσταση του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων (Πα.Συ.Ψυ.) ως ΝΠΔΔ είναι αναμφισβήτητα κομβικός σταθμός. Ο κλάδος αποκτά ενιαία θεσμική εκπροσώπηση, ενιαίο μητρώο και πειθαρχικό έλεγχο, μετά από δεκαετίες αδράνειας. Το Υπουργείο Υγείας αιτιολογεί την πρωτοβουλία με την έλλειψη ενιαίας εκπροσώπησης και εθνικού μητρώου ψυχολόγων, με την απουσία μηχανισμού ελέγχου και με την περιορισμένη συμμετοχή των ψυχολόγων στη χάραξη πολιτικών. Επιδιώκει, επίσης, να ενισχυθεί η προστασία των πολιτών. Το αίτημα δεν είναι καινούριο. Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία (ΕΛΨΕ) είχε καταθέσει σχετική πρόταση στο Υπουργείο Υγείας ήδη από τον Δεκέμβριο του 2023 και, όπως αναφέρει σε ερώτηση της (στις 10 Μαρτίου 2025)η βουλευτής Νοτοπούλου Αικατερίνη, τη στήριζαν πάνω από 2.500 ψυχολόγοι.
Ο κλάδος πάντως δεν είναι ενιαίος απέναντι στο εγχείρημα. Ο Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), που ιδρύθηκε το 1963 και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Συλλόγων Ψυχολόγων (EFPA) από το 1988, έχει διατυπώσει δημόσια τις αντιρρήσεις του για τη δημιουργία ΝΠΔΔ. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το αν χρειάζεται ένας νέος φορέας αλλά και το τι περιεχόμενο θα έχει.
Αυτό το περιεχόμενο εξετάζεται εδώ. Η σύγκριση του τελικού κειμένου με εκείνο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, σε συνδυασμό με την ανάλυση των διατάξεων για τα επαγγελματικά δικαιώματα, δείχνει ότι το νομοσχέδιο άφησε άθικτη τη μεγαλύτερη ιστορική παθογένεια του κλάδου. Δεν κατοχυρώνει ρητά την ψυχοθεραπεία ως πράξη του ψυχολόγου και, κατά την άποψη των επικριτών του, χάνει έτσι μια ιστορική ευκαιρία.
Τι άλλαξε στο κείμενο μετά τη δημόσια διαβούλευση
Η δημόσια κριτική και οι αντιδράσεις οδήγησαν το Υπουργείο Υγείας σε ορισμένες νομοτεχνικές υποχωρήσεις, χωρίς όμως να μεταβληθεί η κεντρική φιλοσοφία του σχεδίου.
Η πρώτη αλλαγή αφορά τις εξουσίες της Προσωρινής Διοίκησης (Άρθρο 25). Αφαιρέθηκε η επίμαχη διάταξη που έδινε στην 11μελή διορισμένη διοίκηση το δικαίωμα να υπογράφει δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις για όλους τους ψυχολόγους. Η αρμοδιότητα αυτή πέρασε στο πρώτο εκλεγμένο Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο (Άρθρο 4 παρ. 2ιγ). Παραμένει ωστόσο το αγκάθι της υπερβολικά μακράς θητείας της διορισμένης επιτροπής, που μπορεί να φτάσει τα δύο συν ένα έτη.
Η δεύτερη αλλαγή αφορά τα μη κρατικά πανεπιστήμια (Άρθρο 6). Προστέθηκαν ρητά ως δυνητικά μέλη οι απόφοιτοι των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Ν.Π.Π.Ε.) του ν. 5094/2024.
Η τρίτη αλλαγή είναι οικονομική και αφορά το πρώτο έτος (Άρθρο 9 παρ. 5). Θεσπίστηκε απαλλαγή από την ετήσια εισφορά των 60 ευρώ για το έτος εγγραφής του νέου μέλους.
Η τέταρτη αλλαγή αφορά τον Κώδικα Δεοντολογίας (Άρθρο 27). Εντάχθηκαν ρητοί κανόνες προστασίας του απορρήτου και ενημερωμένης συναίνεσης για τις ψυχολογικές αξιολογήσεις που γίνονται για λογαριασμό τρίτων φορέων.
Η πέμπτη αλλαγή είναι η ρητή κατάργηση του παλαιού πλαισίου (Άρθρο 32). Προστέθηκε άρθρο καταργούμενων διατάξεων, που καταργεί τα άρθρα 3 (παρ. 3 και 6), 7 και 8 του ν. 991/1979.
Το κενό που κουβαλά ο νόμος του 1979
Για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει σήμερα, πρέπει να γυρίσει στο 1979. Ο ιδρυτικός νόμος του επαγγέλματος (ν. 991/1979) δεν περιείχε ποτέ άρθρο με αναλυτικά επαγγελματικά δικαιώματα και δεν ανέφερε ούτε μία φορά τη λέξη «ψυχοθεραπεία».
Ολόκληρο το επάγγελμα στηρίχθηκε επί 47 χρόνια σε μία γενική πρόταση του Άρθρου 1 παρ. 1. Σύμφωνα με αυτήν, ο ψυχολόγος «ερευνά και αξιολογεί την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά» και «εργάζεται με τις καθιερωμένες μεθόδους της επιστήμης για τη βελτίωσή τους». Το παλιό Άρθρο 7 υποσχόταν ότι το έργο και οι ειδικότητες θα ορίζονταν με υπουργικές αποφάσεις, που δεν εκδόθηκαν ποτέ. Στην πράξη, οι ψυχολόγοι ασκούσαν ψυχοθεραπεία de facto, ως αυτονόητο κλάδο της επιστήμης τους, αλλά χωρίς καμία ρητή νομοθετική κάλυψη.
Η ίδια λογική επαναλαμβάνεται το 2026
Το νέο νομοσχέδιο είχε την ευκαιρία να κλείσει αυτό το κενό. Στο νέο Άρθρο 26 (Άρθρο 7Α) θα μπορούσε να γραφτεί καθαρά ότι στο έργο του ψυχολόγου περιλαμβάνονται η ψυχοδιαγνωστική αξιολόγηση, η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία. Αντί γι’ αυτό, καταργεί το παλιό Άρθρο 7 και περιορίζεται να ορίσει ότι τα δικαιώματα «συναρτώνται με το πρόγραμμα σπουδών». Μεταθέτει το ζήτημα στο μέλλον, καθώς τα δικαιώματα θα καθοριστούν με Προεδρικό Διάταγμα κατόπιν γνώμης του ΚΕΣΥ. Στο όργανο αυτό κυριαρχούν οι γιατροί, και δεν απαιτείται καν η σύμφωνη γνώμη του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων.
Το Παρατηρητήριο και η ψυχοθεραπεία «εκτός» πτυχίου
Την απάντηση στο ζήτημα της ψυχοθεραπείας το Υπουργείο την αναζητά όχι στις διατάξεις για τους ψυχολόγους αλλά στα Άρθρα 35 και 36, με τη σύσταση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Στις ανακοινώσεις του Υπουργείου, το Παρατηρητήριο παρουσιάζεται ως νέος φορέας που φιλοδοξεί να βάλει τάξη σε ένα πεδίο επαγγελματικών δικαιωμάτων που μέχρι σήμερα είναι κατακερματισμένο.
Οι επικριτές του σχεδίου βλέπουν εδώ έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό. Κατά την ανάγνωσή τους, η ψυχοθεραπεία αποκόπτεται από το βασικό πτυχίο της Ψυχολογίας και παραπέμπεται στο Παρατηρητήριο, ώστε να οριστεί από το μηδέν και συγκεντρωτικά ποιος δικαιούται να την ασκεί. Το 7μελές κυβερνητικό όργανο θα εισηγείται στο ΚΕΣΥ τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια εκπαίδευσης, τους τίτλους εξειδίκευσης και μετεκπαίδευσης και την αναγνώριση των εκπαιδευτικών κέντρων. Ο νεοσύστατος Πα.Συ.Ψυ. υποβαθμίζεται σε απλό τρίτο συνομιλητή (Άρθρο 36 παρ. 2β). Παράλληλα εισάγεται ο όρος «συμβουλευτική ψυχικής υγείας» χωρίς κανέναν νομικό, εννοιολογικό ή επαγγελματικό ορισμό. Αυτό, όπως υποστηρίζεται, διαιωνίζει τη σύγχυση και την αντιποίηση επαγγέλματος.
Το πεδίο είναι ήδη φορτισμένο. Η Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ), τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας (EAP), δηλώνει ότι εκπροσωπεί σχεδόν το σύνολο του κλάδου της ψυχοθεραπείας στη χώρα. Έχει εκφράσει ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογηθούν τα εκπαιδευτικά κέντρα και ζητά να ακουστεί η άποψη των επιστημονικών φορέων ψυχοθεραπείας.
Ψυχολόγοι που ήδη κάνουν ψυχοθεραπεία: το κενό στις μεταβατικές διατάξεις
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο για τους χιλιάδες επαγγελματίες που εργάζονται ήδη στην αγορά είναι η παντελής απουσία μεταβατικών διατάξεων. Το νομοσχέδιο στέλνει τα κριτήρια της ψυχοθεραπείας σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις, αλλά δεν προβλέπει τίποτα για όσους ήδη ασκούν. Μένουν έτσι αναπάντητα βασικά ερωτήματα. Πώς θα αναγνωριστούν όσοι έχουν ολοκληρώσει τετραετείς ή πενταετείς πιστοποιημένες εκπαιδεύσεις σε έγκυρες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις; Τι θα ισχύσει για όσους βρίσκονται σήμερα στη μέση της εκπαίδευσής τους; Με ποιο δικαίωμα θα συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες μέχρι να εκδοθούν τα διατάγματα;
Όπως υπογράμμισε και η ΕΕΨΕ στις θέσεις της, το σχέδιο νόμου απειλεί να εγκλωβίσει τους υφιστάμενους επαγγελματίες σε αδιέξοδο. Μπορεί να τους αφήσει αναδρομικά ακάλυπτους απέναντι σε μελλοντικά κριτήρια, που θα θέσουν όργανα χωρίς ουσιαστική εκπροσώπηση των ίδιων των ψυχοθεραπευτών.
Τι ζητά ο κλάδος πριν από την ψήφιση
Η ίδρυση του ΝΠΔΔ είναι ένα απαραίτητο κέλυφος, αλλά χωρίς σαφές περιεχόμενο κινδυνεύει να λειτουργήσει ως παγίδα. Πριν από την τελική ψήφιση, οι ψυχολόγοι που διατυπώνουν αυτές τις επιφυλάξεις ζητούν τρία πράγματα.
Το πρώτο είναι άμεση τροποποίηση του Άρθρου 26. Ο νομικός ορισμός των πράξεων του ψυχολόγου, δηλαδή η αξιολόγηση, η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία, να ενταχθεί ρητά στον νόμο. Για κάθε μελλοντική ρύθμιση να απαιτείται υποχρεωτικά η σύμφωνη γνώμη του Πα.Συ.Ψυ.
Το δεύτερο είναι σαφής μεταβατική διάταξη, με αυτόματη θεσμική κατοχύρωση και αναγνώριση όλων των ψυχολόγων που ήδη διαθέτουν τεκμηριωμένη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και κλινική εμπειρία.
Το τρίτο είναι να μην υπάρξει ιατρική κηδεμονία στην ψυχοθεραπεία. Το Παρατηρητήριο να συγκροτηθεί με καθοριστική εκπροσώπηση των πανεπιστημίων και των επαγγελματικών συλλόγων ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας, ώστε να διασφαλιστεί ο αυτόνομος, μη ιατρικοποιημένος χαρακτήρας της μεθόδου.
Γιατί αφορά και τους πολίτες
Ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για την ψυχοθεραπεία, όσο τεχνικό κι αν ακούγεται, έχει άμεση σχέση με όποιον ζητά βοήθεια για την ψυχική του υγεία. Σαφείς τίτλοι, αναγνωρισμένη εκπαίδευση και πειθαρχικός έλεγχος σημαίνουν ότι ο πολίτης μπορεί να ξέρει με ποιον έχει να κάνει. Η ψυχοθεραπεία στην Ελλάδα δεν ξεκινά το 2026. Η Πολιτεία, όπως υποστηρίζουν οι ψυχολόγοι, οφείλει να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και να προστατεύσει τόσο τους επαγγελματίες που δουλεύουν εδώ και χρόνια με εγκυρότητα και αξιοπιστία όσο και τους πολίτες που τους εμπιστεύονται εδώ και δεκαετίες.
