array ( 0 => app\models\CategoryArticles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26135, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26135, ), '_related' => array ( 'articles' => array ( 0 => app\models\Articles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26135, 'TITLE' => 'Τα ανεμβολίαστα παιδιά έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για μακρά Covid-19, σύμφωνα με αμερικανική έρευνα', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => 'Τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί κατά του κορονοϊού αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, σε περίπτωση που αρρωστήσουν εξαιτίας του, να εμφανίσουν πολύμηνης...', 'CONTENT' => '


Τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί κατά του κορονοϊού αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, σε περίπτωση που αρρωστήσουν εξαιτίας του, να εμφανίσουν πολύμηνης διάρκειας συμπτώματα της λεγόμενης μακράς Covid-19, άσχετα με το πόσο σοβαρή ήταν η αρχική λοίμωξή τους, σύμφωνα με μία νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη.
Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι, σε σχέση με τους ενήλικες, όλες οι επιμέρους ηλικιακές ομάδες παιδιών και εφήβων έχουν μικρότερο κίνδυνο για μακρά Covid-19, αλλά όχι ανύπαρκτο.


Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Σάρα Μεσάια του Πανεπιστημίου του Τέξας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο παιδιατρικό περιοδικό «The Pediatric Infectious Disease Journal», ανέλυσαν στοιχεία για 1.813 παιδιά που είχαν μολυνθεί από κορονοϊό μεταξύ Οκτωβρίου 2020 και Μαϊου 2022, στη διάρκεια των κυμάτων των παραλλαγών Δέλτα και Όμικρον.


Από αυτά τα παιδιά, το 4,5% είχε συμπτώματα (απώλεια όσφρησης/γεύσης, βήχα, δύσπνοια) που διήρκησαν τέσσερις έως δώδεκα εβδομάδες, ενώ το 3,3% για ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο κίνδυνος μακρόχρονης Covid-19 ήταν μεγαλύτερος στα ανεμβολίαστα παιδιά, στα παχύσαρκα και σε όσα είχαν νοσήσει πιο σοβαρά και είχαν χρειαστεί νοσηλεία. Πάντως, τα περισσότερα (93%) με μακρά Covid-19 είχαν ελαφρά έως μέτρια αρχική λοίμωξη.


«Υπάρχει η αντίληψη ότι κάποιος πρέπει να έχει νοσηλευθεί προηγουμένως για να εμφανίσει μετά μακρά Covid-19, αλλά αυτό δεν συμφωνεί με τα ευρήματά μας. Ενθαρρύνω τους γονείς να συνεχίσουν να παίρνουν προφυλάξεις και να εμβολιάσουν τα παιδιά τους κατά της Covid-19, επειδή γνωρίζουμε ότι έτσι θα μειώσουν τον κίνδυνο λοίμωξης και μακρόχρονης Covid-19», δήλωσε η δρ Μεσάια, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς.


Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:
https://journals.lww.com/pidj/Fulltext/9900/Comparison_of_Persistent_Symptoms_Following.151.aspx

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '12/08/2022 14:31:37', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '12/08/2022 13:29:46', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26135, 'TITLE' => 'Τα ανεμβολίαστα παιδιά έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για μακρά Covid-19, σύμφωνα με αμερικανική έρευνα', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => 'Τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί κατά του κορονοϊού αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, σε περίπτωση που αρρωστήσουν εξαιτίας του, να εμφανίσουν πολύμηνης...', 'CONTENT' => '


Τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί κατά του κορονοϊού αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, σε περίπτωση που αρρωστήσουν εξαιτίας του, να εμφανίσουν πολύμηνης διάρκειας συμπτώματα της λεγόμενης μακράς Covid-19, άσχετα με το πόσο σοβαρή ήταν η αρχική λοίμωξή τους, σύμφωνα με μία νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη.
Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι, σε σχέση με τους ενήλικες, όλες οι επιμέρους ηλικιακές ομάδες παιδιών και εφήβων έχουν μικρότερο κίνδυνο για μακρά Covid-19, αλλά όχι ανύπαρκτο.


Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Σάρα Μεσάια του Πανεπιστημίου του Τέξας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο παιδιατρικό περιοδικό «The Pediatric Infectious Disease Journal», ανέλυσαν στοιχεία για 1.813 παιδιά που είχαν μολυνθεί από κορονοϊό μεταξύ Οκτωβρίου 2020 και Μαϊου 2022, στη διάρκεια των κυμάτων των παραλλαγών Δέλτα και Όμικρον.


Από αυτά τα παιδιά, το 4,5% είχε συμπτώματα (απώλεια όσφρησης/γεύσης, βήχα, δύσπνοια) που διήρκησαν τέσσερις έως δώδεκα εβδομάδες, ενώ το 3,3% για ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο κίνδυνος μακρόχρονης Covid-19 ήταν μεγαλύτερος στα ανεμβολίαστα παιδιά, στα παχύσαρκα και σε όσα είχαν νοσήσει πιο σοβαρά και είχαν χρειαστεί νοσηλεία. Πάντως, τα περισσότερα (93%) με μακρά Covid-19 είχαν ελαφρά έως μέτρια αρχική λοίμωξη.


«Υπάρχει η αντίληψη ότι κάποιος πρέπει να έχει νοσηλευθεί προηγουμένως για να εμφανίσει μετά μακρά Covid-19, αλλά αυτό δεν συμφωνεί με τα ευρήματά μας. Ενθαρρύνω τους γονείς να συνεχίσουν να παίρνουν προφυλάξεις και να εμβολιάσουν τα παιδιά τους κατά της Covid-19, επειδή γνωρίζουμε ότι έτσι θα μειώσουν τον κίνδυνο λοίμωξης και μακρόχρονης Covid-19», δήλωσε η δρ Μεσάια, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς.


Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:
https://journals.lww.com/pidj/Fulltext/9900/Comparison_of_Persistent_Symptoms_Following.151.aspx

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '12/08/2022 14:31:37', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '12/08/2022 13:29:46', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), 'articleImages' => array ( 0 => app\models\ArticleImages::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26135, 'IMAGE_ID' => 30359, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26135, 'IMAGE_ID' => 30359, ), '_related' => array ( 'images' => array ( 0 => app\models\Images::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30359, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26135/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_oldAttributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30359, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26135/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), 1 => app\models\CategoryArticles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26137, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26137, ), '_related' => array ( 'articles' => array ( 0 => app\models\Articles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26137, 'TITLE' => 'ΕΟΔΥ: Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας από την ανίχνευση του νέου ιού Langya henipavirus ', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => ' Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για ιδιαίτερη ανησυχία αναφορικά με τον νέο ιό Langya henipavirus (LayV) που ανιχνεύθηκε στην Κίνα', 'CONTENT' => '

Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για ιδιαίτερη ανησυχία αναφορικά με τον νέο ιό Langya henipavirus (LayV) που ανιχνεύθηκε στην Κίνα, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ και σχετική ανακοίνωσε που εξέδωσε για το θέμα.


Ο νέος ιός, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ αφορά ζωονόσο (μετάδοση από ζώο σε άνθρωπο) που ανήκει στο γένος Henipavirus της οικογένειας Paramyxoviridae.

«Κάποιοι ιοί της συγκεκριμένης ομάδας μπορεί να  προκαλέσουν σοβαρή νόσο ακόμα και θάνατο σε ανθρώπους. Ο νέος ιός ανιχνεύθηκε κατά τη διερεύνηση εμπύρετων περιστατικών με πρόσφατο ιστορικό έκθεσης σε ζώα στην περιοχή της Ανατολικής Κίνας. Συγκεκριμένα εντοπίστηκε ένας γενετικά διακριτός ιός henipavirus, που ονομάστηκε Langya henipavirus (LayV). Το γονιδίωμα του LayV αποτελείται από 18.402 νουκλεοτίδια με οργάνωση γονιδιώματος που είναι παρόμοια με άλλων ιών henipavirus. Ο νέος ιός παρουσιάζει τη μεγαλύτερη γενετική συγγένεια με τον ιό henipavirus Mojiang, ο οποίος απομονώθηκε από τη Νότια Κίνα», αναφέρει ο ΕΟΔΥ.


 Περαιτέρω διερεύνηση για παρουσία του ιού στους ανθρώπους έδειξε ότι 35 άτομα είχαν μολυνθεί με τον ιό LayV στις επαρχίες Shandong και Henan της Κίνας, μεταξύ των οποίων 26 είχαν μολυνθεί μόνο με LayV (δεν ανιχνεύθηκαν άλλα παθογόνα).


Ο ΕΟΔΥ  αναφέρει πως  οι 26 ασθενείς παρουσίασαν συμπτώματα όπως πυρετό (100% των περιστατικών), κόπωση (54%), βήχα (50%), ανορεξία (50%), μυαλγία (46%), ναυτία (38%), πονοκέφαλο (35%), και έμετο (35%), συνοδευόμενα από θρομβοπενία (35%), λευκοπενία (54%) και διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (35%) και των νεφρών (8%). Σε οροεπιδημιολογική μελέτη σε οικόσιτα ζώα ανιχνεύθηκε η παρουσία αντισωμάτων σε κατσίκες (3 από 168, 2%) και σκύλους (4 από 79, 5%). Μεταξύ 25 ειδών άγριων μικρών ζώων που ερευνήθηκαν, το LayV RNA ανιχνεύθηκε κυρίως σε μυγαλές (71 από 262, 27%), ένα εύρημα που υποδηλώνει ότι η μυγαλή, πιθανόν, αποτελεί τη φυσική δεξαμενή του ιού LayV.


 «Σύμφωνα με τη μελέτη ο ιός LayV ήταν το μόνο παθογόνο που ανιχνεύθηκε σε 26 από τους 35 ασθενείς (74%) με οξεία λοίμωξη LayV. Σε δείγματα ορού που ελήφθησαν από 14 ασθενείς κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης της λοίμωξης και της ανάρρωσης, οι τίτλοι αντισωμάτων (IgG) στο 86% των δειγμάτων κατά την ανάρρωση ήταν 4 φορές υψηλότεροι από ότι στα δείγματα κατά την οξεία φάση. Η ιαιμία (ανίχνευση ιού) συσχετίστηκε με οξεία λοίμωξη LayV, ενώ οι ασθενείς με πνευμονία είχαν υψηλότερα ιικά φορτία από εκείνους χωρίς πνευμονία. Αν και η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εφικτή για τον ιό Nipah, δεν υπήρξε επιδημιολογική συσχέτιση (χωρική ή χρονική συρροή) των περιστατικών με LayV. Επίσης δεν αναφέρθηκε στενή επαφή ή κοινό ιστορικό έκθεσης μεταξύ των περιστατικών, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι μολύνσεις στους ανθρώπους αφορούν σποραδικά συμβάντα. Η ιχνηλάτηση επαφών για 9 περιστατικά έδειξε ότι δεν υπήρξε μετάδοση LayV στα 15 μέλη των στενών επαφών τους στη ίδια οικογένεια, αλλά παρόλα αυτά το μέγεθος του δείγματός ήταν πολύ μικρό για να προσδιοριστεί ο κίνδυνος μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο, αναφέρει η ανακοίνωση του ΕΟΔΥ.


 Η μελέτη έδειξε την ταυτοποίηση ενός νέου ιού πιθανής ζωικής προέλευσης στην Κίνα που ανιχνεύθηκε σε εμπύρετα περιστατικά χωρίς προς το παρόν να έχει προκαλέσει θάνατο σε κάποιο από αυτά. Όπως επισημαίνει ο ΕΟΔΥ «τα ευρήματα χρήζουν περαιτέρω έρευνας για την καλύτερη κατανόηση των χαρακτηριστικών και της επιδημιολογίας της νόσου στον άνθρωπο και προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για ιδιαίτερη ανησυχία αναφορικά με τον νέο ιό».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '12/08/2022 14:39:00', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '12/08/2022 13:37:56', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26137, 'TITLE' => 'ΕΟΔΥ: Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας από την ανίχνευση του νέου ιού Langya henipavirus ', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => ' Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για ιδιαίτερη ανησυχία αναφορικά με τον νέο ιό Langya henipavirus (LayV) που ανιχνεύθηκε στην Κίνα', 'CONTENT' => '

Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για ιδιαίτερη ανησυχία αναφορικά με τον νέο ιό Langya henipavirus (LayV) που ανιχνεύθηκε στην Κίνα, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ και σχετική ανακοίνωσε που εξέδωσε για το θέμα.


Ο νέος ιός, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ αφορά ζωονόσο (μετάδοση από ζώο σε άνθρωπο) που ανήκει στο γένος Henipavirus της οικογένειας Paramyxoviridae.

«Κάποιοι ιοί της συγκεκριμένης ομάδας μπορεί να  προκαλέσουν σοβαρή νόσο ακόμα και θάνατο σε ανθρώπους. Ο νέος ιός ανιχνεύθηκε κατά τη διερεύνηση εμπύρετων περιστατικών με πρόσφατο ιστορικό έκθεσης σε ζώα στην περιοχή της Ανατολικής Κίνας. Συγκεκριμένα εντοπίστηκε ένας γενετικά διακριτός ιός henipavirus, που ονομάστηκε Langya henipavirus (LayV). Το γονιδίωμα του LayV αποτελείται από 18.402 νουκλεοτίδια με οργάνωση γονιδιώματος που είναι παρόμοια με άλλων ιών henipavirus. Ο νέος ιός παρουσιάζει τη μεγαλύτερη γενετική συγγένεια με τον ιό henipavirus Mojiang, ο οποίος απομονώθηκε από τη Νότια Κίνα», αναφέρει ο ΕΟΔΥ.


 Περαιτέρω διερεύνηση για παρουσία του ιού στους ανθρώπους έδειξε ότι 35 άτομα είχαν μολυνθεί με τον ιό LayV στις επαρχίες Shandong και Henan της Κίνας, μεταξύ των οποίων 26 είχαν μολυνθεί μόνο με LayV (δεν ανιχνεύθηκαν άλλα παθογόνα).


Ο ΕΟΔΥ  αναφέρει πως  οι 26 ασθενείς παρουσίασαν συμπτώματα όπως πυρετό (100% των περιστατικών), κόπωση (54%), βήχα (50%), ανορεξία (50%), μυαλγία (46%), ναυτία (38%), πονοκέφαλο (35%), και έμετο (35%), συνοδευόμενα από θρομβοπενία (35%), λευκοπενία (54%) και διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (35%) και των νεφρών (8%). Σε οροεπιδημιολογική μελέτη σε οικόσιτα ζώα ανιχνεύθηκε η παρουσία αντισωμάτων σε κατσίκες (3 από 168, 2%) και σκύλους (4 από 79, 5%). Μεταξύ 25 ειδών άγριων μικρών ζώων που ερευνήθηκαν, το LayV RNA ανιχνεύθηκε κυρίως σε μυγαλές (71 από 262, 27%), ένα εύρημα που υποδηλώνει ότι η μυγαλή, πιθανόν, αποτελεί τη φυσική δεξαμενή του ιού LayV.


 «Σύμφωνα με τη μελέτη ο ιός LayV ήταν το μόνο παθογόνο που ανιχνεύθηκε σε 26 από τους 35 ασθενείς (74%) με οξεία λοίμωξη LayV. Σε δείγματα ορού που ελήφθησαν από 14 ασθενείς κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης της λοίμωξης και της ανάρρωσης, οι τίτλοι αντισωμάτων (IgG) στο 86% των δειγμάτων κατά την ανάρρωση ήταν 4 φορές υψηλότεροι από ότι στα δείγματα κατά την οξεία φάση. Η ιαιμία (ανίχνευση ιού) συσχετίστηκε με οξεία λοίμωξη LayV, ενώ οι ασθενείς με πνευμονία είχαν υψηλότερα ιικά φορτία από εκείνους χωρίς πνευμονία. Αν και η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εφικτή για τον ιό Nipah, δεν υπήρξε επιδημιολογική συσχέτιση (χωρική ή χρονική συρροή) των περιστατικών με LayV. Επίσης δεν αναφέρθηκε στενή επαφή ή κοινό ιστορικό έκθεσης μεταξύ των περιστατικών, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι μολύνσεις στους ανθρώπους αφορούν σποραδικά συμβάντα. Η ιχνηλάτηση επαφών για 9 περιστατικά έδειξε ότι δεν υπήρξε μετάδοση LayV στα 15 μέλη των στενών επαφών τους στη ίδια οικογένεια, αλλά παρόλα αυτά το μέγεθος του δείγματός ήταν πολύ μικρό για να προσδιοριστεί ο κίνδυνος μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο, αναφέρει η ανακοίνωση του ΕΟΔΥ.


 Η μελέτη έδειξε την ταυτοποίηση ενός νέου ιού πιθανής ζωικής προέλευσης στην Κίνα που ανιχνεύθηκε σε εμπύρετα περιστατικά χωρίς προς το παρόν να έχει προκαλέσει θάνατο σε κάποιο από αυτά. Όπως επισημαίνει ο ΕΟΔΥ «τα ευρήματα χρήζουν περαιτέρω έρευνας για την καλύτερη κατανόηση των χαρακτηριστικών και της επιδημιολογίας της νόσου στον άνθρωπο και προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για ιδιαίτερη ανησυχία αναφορικά με τον νέο ιό».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '12/08/2022 14:39:00', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '12/08/2022 13:37:56', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), 'articleImages' => array ( 0 => app\models\ArticleImages::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26137, 'IMAGE_ID' => 30361, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26137, 'IMAGE_ID' => 30361, ), '_related' => array ( 'images' => array ( 0 => app\models\Images::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30361, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26137/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_oldAttributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30361, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26137/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), 2 => app\models\CategoryArticles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26130, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26130, ), '_related' => array ( 'articles' => array ( 0 => app\models\Articles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26130, 'TITLE' => 'Έρευνα: Βιολογικό φύλο και προσδόκιμο επιβίωσης', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => 'Παρά την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι σχεδόν πάντα οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες,...', 'CONTENT' => '

Παρά την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι σχεδόν πάντα οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες, ένα σημαντικό ποσοστό ανδρών -που κυμαίνεται από 25% έως 50% στη Γη κατά τα τελευταία 200 χρόνια- έχουν πολύ υψηλή πιθανότητα να ζήσουν περισσότερο από τις γυναίκες, κάτι που αφορά πρωτίστως τους παντρεμένους άνδρες και εκείνους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Αυτό αποκαλύπτει μια νέα διεθνής επιστημονική έρευνα, σύμφωνα με την οποία όχι σπάνια οι διαφορές (υπέρ των γυναικών) στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ των δύο φύλων κρύβουν ότι στην πραγματικότητα το ένα τέταρτο έως το ήμισυ των ανδρών, ανάλογα με την ήπειρο και τη χρονική περίοδο, ζουν περισσότερο από ό,τι οι γυναίκες.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ Χεσούς-Αδριάν Αλβάρεζ του Διεπιστημονικού Κέντρου Δυναμικής του Πληθυσμού του δανικού Πανεπιστημίου Syddansk Universitet, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «BMJ Open», επεσήμαναν ότι το πλεονέκτημα επιβίωσης των γυναικών έχει παρατηρηθεί διαχρονικά σε πολλούς διαφορετικούς πληθυσμούς του πλανήτη. Όμως βασίζεται κυρίως στη σύγκριση του προσδόκιμου ζωής που συνοψίζει τη μέση διάρκεια ζωής και έχει οδηγήσει στην κυρίαρχη εντύπωση πως «οι άνδρες γενικά δεν ζουν τόσο όσο οι γυναίκες».

Η νέα ανάλυση σε σχεδόν 200 πληθυσμούς της Γης για την περίοδο 1751-2020 δείχνει ότι από το 1850 μέχρι σήμερα η πιθανότητα ενός άνδρα να ζήσει πιο πολύ από μια γυναίκα κυμαίνεται μεταξύ 25% και 50% και σπανιότατα έχει ξεπεράσει το 50% (ενδεικτικά στην Ισλανδία το 1898, στην Ιορδανία το 1950-54, στο Ιράν το 1950-1964, στο Μπαγκλαντές πριν το 1985 και στο Μπουτάν μεταξύ 1995-2010).

Στις ανεπτυγμένες χώρες η πιθανότητα των ανδρών να ζήσουν περισσότερο από τις γυναίκες εμφάνισε μείωση μέχρι τη δεκαετία του 1970, αλλά στη συνέχεια βαθμιαία αύξηση σε όλους τους πληθυσμούς. Η αυξομείωση στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ των δύο φύλων αποδίδεται κυρίως στο κάπνισμα (οι άνδρες καπνίζουν ολοένα λιγότερο, ενώ οι γυναίκες περισσότερο), καθώς και σε άλλες διαφορές στη συμπεριφορά των δύο φύλων.

  Η πιθανότητα των ανδρών να ζήσουν περισσότερο από τις γυναίκες είναι γενικά μεγαλύτερη στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Επίσης λιγότερα κορίτσια από ό,τι αγόρια άνω των 15 ετών έχουν πεθάνει μετά τη δεκαετία του 1980.                                                            

Η πιθανότητα ένας άνδρας να ζήσει πιο πολύ από μια γυναίκα είναι 39% για τους παντρεμένους έναντι 37% για τους ανύπαντρους και 43% για τους αποφοίτους πανεπιστημίου έναντι 39% για όσους δεν έχουν βγάλει το λύκειο. Επιπλέον, οι παντρεμένοι άνδρες με πανεπιστημιακό πτυχίο έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα επιβίωσης σε σχέση με τις ανύπαντρες γυναίκες απόφοιτες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Εξάλλου, με δεδομένο ότι στα ζευγάρια η υγεία των συντρόφων αλληλεπηρεάζεται, αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους άνδρες, οι οποίοι ωφελούνται περισσότερο συγκριτικά με τις γυναίκες από μία σταθερή σχέση, σύμφωνα με τη μελέτη.

«Δεν ζουν όλες οι γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες, αν και στην πλειονότητα τους αυτό συμβαίνει. Αλλά δεν είναι μικρή η μειονότητα των γυναικών που ζουν λιγότερο», σύμφωνα με τους ερευνητές.

Τα στοιχεία δείχνουν πάντως ότι η θνησιμότητα έχει υποχωρήσει ταχύτερα στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες κάτω των 50 ετών, ιδίως κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω μείωσης της παιδικής θνησιμότητας. Από την άλλη, οι άνδρες είναι ακόμη πιο επιρρεπείς σε ατυχήματα και φόνους, καθώς επίσης καπνίζουν και πίνουν αλκοόλ περισσότερο, πράγμα που συνεχίζει να αυξάνει, συγκριτικά με τις γυναίκες, την πιθανότητα θανάτου τους μετά τα 60.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

                            

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

https://bmjopen.bmj.com/lookup/doi/10.1136/bmjopen-2021-059964

', 'PUBLISH_DATE' => '04/08/2022 11:09:10', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '04/08/2022 10:02:12', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26130, 'TITLE' => 'Έρευνα: Βιολογικό φύλο και προσδόκιμο επιβίωσης', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => 'Παρά την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι σχεδόν πάντα οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες,...', 'CONTENT' => '

Παρά την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι σχεδόν πάντα οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες, ένα σημαντικό ποσοστό ανδρών -που κυμαίνεται από 25% έως 50% στη Γη κατά τα τελευταία 200 χρόνια- έχουν πολύ υψηλή πιθανότητα να ζήσουν περισσότερο από τις γυναίκες, κάτι που αφορά πρωτίστως τους παντρεμένους άνδρες και εκείνους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Αυτό αποκαλύπτει μια νέα διεθνής επιστημονική έρευνα, σύμφωνα με την οποία όχι σπάνια οι διαφορές (υπέρ των γυναικών) στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ των δύο φύλων κρύβουν ότι στην πραγματικότητα το ένα τέταρτο έως το ήμισυ των ανδρών, ανάλογα με την ήπειρο και τη χρονική περίοδο, ζουν περισσότερο από ό,τι οι γυναίκες.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ Χεσούς-Αδριάν Αλβάρεζ του Διεπιστημονικού Κέντρου Δυναμικής του Πληθυσμού του δανικού Πανεπιστημίου Syddansk Universitet, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «BMJ Open», επεσήμαναν ότι το πλεονέκτημα επιβίωσης των γυναικών έχει παρατηρηθεί διαχρονικά σε πολλούς διαφορετικούς πληθυσμούς του πλανήτη. Όμως βασίζεται κυρίως στη σύγκριση του προσδόκιμου ζωής που συνοψίζει τη μέση διάρκεια ζωής και έχει οδηγήσει στην κυρίαρχη εντύπωση πως «οι άνδρες γενικά δεν ζουν τόσο όσο οι γυναίκες».

Η νέα ανάλυση σε σχεδόν 200 πληθυσμούς της Γης για την περίοδο 1751-2020 δείχνει ότι από το 1850 μέχρι σήμερα η πιθανότητα ενός άνδρα να ζήσει πιο πολύ από μια γυναίκα κυμαίνεται μεταξύ 25% και 50% και σπανιότατα έχει ξεπεράσει το 50% (ενδεικτικά στην Ισλανδία το 1898, στην Ιορδανία το 1950-54, στο Ιράν το 1950-1964, στο Μπαγκλαντές πριν το 1985 και στο Μπουτάν μεταξύ 1995-2010).

Στις ανεπτυγμένες χώρες η πιθανότητα των ανδρών να ζήσουν περισσότερο από τις γυναίκες εμφάνισε μείωση μέχρι τη δεκαετία του 1970, αλλά στη συνέχεια βαθμιαία αύξηση σε όλους τους πληθυσμούς. Η αυξομείωση στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ των δύο φύλων αποδίδεται κυρίως στο κάπνισμα (οι άνδρες καπνίζουν ολοένα λιγότερο, ενώ οι γυναίκες περισσότερο), καθώς και σε άλλες διαφορές στη συμπεριφορά των δύο φύλων.

  Η πιθανότητα των ανδρών να ζήσουν περισσότερο από τις γυναίκες είναι γενικά μεγαλύτερη στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Επίσης λιγότερα κορίτσια από ό,τι αγόρια άνω των 15 ετών έχουν πεθάνει μετά τη δεκαετία του 1980.                                                            

Η πιθανότητα ένας άνδρας να ζήσει πιο πολύ από μια γυναίκα είναι 39% για τους παντρεμένους έναντι 37% για τους ανύπαντρους και 43% για τους αποφοίτους πανεπιστημίου έναντι 39% για όσους δεν έχουν βγάλει το λύκειο. Επιπλέον, οι παντρεμένοι άνδρες με πανεπιστημιακό πτυχίο έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα επιβίωσης σε σχέση με τις ανύπαντρες γυναίκες απόφοιτες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Εξάλλου, με δεδομένο ότι στα ζευγάρια η υγεία των συντρόφων αλληλεπηρεάζεται, αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους άνδρες, οι οποίοι ωφελούνται περισσότερο συγκριτικά με τις γυναίκες από μία σταθερή σχέση, σύμφωνα με τη μελέτη.

«Δεν ζουν όλες οι γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες, αν και στην πλειονότητα τους αυτό συμβαίνει. Αλλά δεν είναι μικρή η μειονότητα των γυναικών που ζουν λιγότερο», σύμφωνα με τους ερευνητές.

Τα στοιχεία δείχνουν πάντως ότι η θνησιμότητα έχει υποχωρήσει ταχύτερα στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες κάτω των 50 ετών, ιδίως κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω μείωσης της παιδικής θνησιμότητας. Από την άλλη, οι άνδρες είναι ακόμη πιο επιρρεπείς σε ατυχήματα και φόνους, καθώς επίσης καπνίζουν και πίνουν αλκοόλ περισσότερο, πράγμα που συνεχίζει να αυξάνει, συγκριτικά με τις γυναίκες, την πιθανότητα θανάτου τους μετά τα 60.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

                            

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

https://bmjopen.bmj.com/lookup/doi/10.1136/bmjopen-2021-059964

', 'PUBLISH_DATE' => '04/08/2022 11:09:10', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '04/08/2022 10:02:12', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), 'articleImages' => array ( 0 => app\models\ArticleImages::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26130, 'IMAGE_ID' => 30354, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26130, 'IMAGE_ID' => 30354, ), '_related' => array ( 'images' => array ( 0 => app\models\Images::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30354, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26130/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_oldAttributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30354, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26130/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), 3 => app\models\CategoryArticles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26128, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26128, ), '_related' => array ( 'articles' => array ( 0 => app\models\Articles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26128, 'TITLE' => 'Πώς σχετίζεται η γνωστική γήρανση με το χαμηλό μισθό;', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => 'Οι μόνιμα χαμηλοί μισθοί σχετίζονται με σημαντικά ταχύτερη εξασθένηση της μνήμης αργότερα στη ζωή,...', 'CONTENT' => '

Οι μόνιμα χαμηλοί μισθοί σχετίζονται με σημαντικά ταχύτερη εξασθένηση της μνήμης αργότερα στη ζωή, δείχνει μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, η πρώτη που κάνει αυτή τη συσχέτιση.

Οι ερευνητές της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, με επικεφαλής τη δρ Κατρίνα Κέζιος του Τμήματος Επιδημιολογίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό επιδημιολογίας «American Journal of Epidemiology», καθώς και ανάλογη ανακοίνωση σε διεθνές συνέδριο για τη νόσο Αλτσχάιμερ (2022 Alzheimer\'s Association International Conference), ανέλυσαν στοιχεία για 2.879 άτομα γεννημένα μεταξύ 1936-1941.

Χαμηλό θεωρήθηκε το ημερομίσθιο, όταν ήταν κάτω από τα δύο τρίτα του μέσου εθνικού ημερομισθίου σε ένα συγκεκριμένο έτος. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες αναφορικά με το ιστορικό των μισθών τους: εκείνους που ποτέ δεν είχαν πάρει χαμηλούς μισθούς, όσους είχαν πάρει τέτοιους μισθούς κατά περιόδους και όσους μόνιμα είχαν χαμηλούς μισθούς μεταξύ 1992-2004. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε η κατάσταση της μνήμης τους τα επόμενα 12 χρόνια (2004-2016).

Διαπιστώθηκε ότι, σε σχέση με εκείνους που ποτέ δεν είχαν πάρει χαμηλούς μισθούς, οι μόνιμα χαμηλόμισθοι εμφάνιζαν πολύ πιο γρήγορη εξασθένηση της μνήμης τους στην τρίτη ηλικία. Κατά προσέγγιση, παρουσίαζαν ένα έξτρα έτος γνωστικής γήρανσης ανά δέκα χρόνια χαμηλών μισθών. Με άλλα λόγια, ένας χαμηλόμισθος επί μια δεκαετία εμφάνιζε μετά από δέκα χρόνια την μνήμη που θα είχε μετά από 11 χρόνια ένας υψηλόμισθος.

Στο παρελθόν οι χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας έχουν σχετιστεί με διάφορα προβλήματα υγείας, όπως συμπτώματα κατάθλιψης, παχυσαρκία, υπέρταση κ.α., που όλα συνιστούν, μεταξύ άλλων, παράγοντες κινδύνου για πρόωρη γνωστική γήρανση. Η νέα μελέτη για πρώτη φορά συσχετίζει συγκεκριμένα τους μόνιμα χαμηλούς μισθούς στη διάρκεια του εργασιακού βίου με την κατοπινή γνωστική λειτουργία.

«Η έρευνα μας παρέχει νέα στοιχεία ότι η διαρκής έκθεση ενός ανθρώπου σε χαμηλούς μισθούς, στη διάρκεια ιδίως της κορύφωσης του εργασιακού βίου του, σχετίζεται με επιταχυνόμενη μείωση της μνήμης του αργότερα στη ζωή», δήλωσε η δρ Κέζιος. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η αύξηση του ελάχιστου ημερομισθίου θα έχει θετική επίπτωση και στη γνωστική υγεία των ανθρώπων.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '04/08/2022 10:32:37', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '04/08/2022 09:22:23', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26128, 'TITLE' => 'Πώς σχετίζεται η γνωστική γήρανση με το χαμηλό μισθό;', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => 'Οι μόνιμα χαμηλοί μισθοί σχετίζονται με σημαντικά ταχύτερη εξασθένηση της μνήμης αργότερα στη ζωή,...', 'CONTENT' => '

Οι μόνιμα χαμηλοί μισθοί σχετίζονται με σημαντικά ταχύτερη εξασθένηση της μνήμης αργότερα στη ζωή, δείχνει μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, η πρώτη που κάνει αυτή τη συσχέτιση.

Οι ερευνητές της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, με επικεφαλής τη δρ Κατρίνα Κέζιος του Τμήματος Επιδημιολογίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό επιδημιολογίας «American Journal of Epidemiology», καθώς και ανάλογη ανακοίνωση σε διεθνές συνέδριο για τη νόσο Αλτσχάιμερ (2022 Alzheimer\'s Association International Conference), ανέλυσαν στοιχεία για 2.879 άτομα γεννημένα μεταξύ 1936-1941.

Χαμηλό θεωρήθηκε το ημερομίσθιο, όταν ήταν κάτω από τα δύο τρίτα του μέσου εθνικού ημερομισθίου σε ένα συγκεκριμένο έτος. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες αναφορικά με το ιστορικό των μισθών τους: εκείνους που ποτέ δεν είχαν πάρει χαμηλούς μισθούς, όσους είχαν πάρει τέτοιους μισθούς κατά περιόδους και όσους μόνιμα είχαν χαμηλούς μισθούς μεταξύ 1992-2004. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε η κατάσταση της μνήμης τους τα επόμενα 12 χρόνια (2004-2016).

Διαπιστώθηκε ότι, σε σχέση με εκείνους που ποτέ δεν είχαν πάρει χαμηλούς μισθούς, οι μόνιμα χαμηλόμισθοι εμφάνιζαν πολύ πιο γρήγορη εξασθένηση της μνήμης τους στην τρίτη ηλικία. Κατά προσέγγιση, παρουσίαζαν ένα έξτρα έτος γνωστικής γήρανσης ανά δέκα χρόνια χαμηλών μισθών. Με άλλα λόγια, ένας χαμηλόμισθος επί μια δεκαετία εμφάνιζε μετά από δέκα χρόνια την μνήμη που θα είχε μετά από 11 χρόνια ένας υψηλόμισθος.

Στο παρελθόν οι χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας έχουν σχετιστεί με διάφορα προβλήματα υγείας, όπως συμπτώματα κατάθλιψης, παχυσαρκία, υπέρταση κ.α., που όλα συνιστούν, μεταξύ άλλων, παράγοντες κινδύνου για πρόωρη γνωστική γήρανση. Η νέα μελέτη για πρώτη φορά συσχετίζει συγκεκριμένα τους μόνιμα χαμηλούς μισθούς στη διάρκεια του εργασιακού βίου με την κατοπινή γνωστική λειτουργία.

«Η έρευνα μας παρέχει νέα στοιχεία ότι η διαρκής έκθεση ενός ανθρώπου σε χαμηλούς μισθούς, στη διάρκεια ιδίως της κορύφωσης του εργασιακού βίου του, σχετίζεται με επιταχυνόμενη μείωση της μνήμης του αργότερα στη ζωή», δήλωσε η δρ Κέζιος. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η αύξηση του ελάχιστου ημερομισθίου θα έχει θετική επίπτωση και στη γνωστική υγεία των ανθρώπων.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '04/08/2022 10:32:37', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '04/08/2022 09:22:23', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), 'articleImages' => array ( 0 => app\models\ArticleImages::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26128, 'IMAGE_ID' => 30352, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26128, 'IMAGE_ID' => 30352, ), '_related' => array ( 'images' => array ( 0 => app\models\Images::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30352, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26128/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_oldAttributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30352, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26128/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), 4 => app\models\CategoryArticles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26136, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26136, ), '_related' => array ( 'articles' => array ( 0 => app\models\Articles::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26136, 'TITLE' => 'Δεν σχετίζεται ο κορονοϊός με εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη στα παιδιά', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => ' Καθησυχαστικά είναι τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήχθη σε παιδιά και νέους στο Οντάριο του Καναδά σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη... ', 'CONTENT' => '

Καθησυχαστικά είναι τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήχθη σε παιδιά και νέους στο Οντάριο του Καναδά σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας.


Σύμφωνα με ενημέρωση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τη νόσο covid-19 και θέματα υγείας που ενδεχομένως σχετίζονται με αυτήν, οι ερευνητές στον Καναδά ανέλυσαν δεδομένα από ψηφιακές βάσεις δεδομένων από τον Ιανουάριο του 2017 έως τον Σεπτέμβριο του 2021. Μέσα σε αυτό το δείγμα εντόπισαν περίπου 2,7 εκατ. παιδιά και νέους στο Οντάριο που ήταν κάτω των 18 ετών το 2021, με μέση ηλικία τα 9 έτη, εκ των οποίων περίπου ο μισός πληθυσμός ήταν κορίτσια. Μεταξύ Νοεμβρίου 2020 και Απριλίου 2021 εκτιμάται ότι 3,3% των παιδιών στο Οντάριο είχαν λοίμωξη από κορονοϊό. Οι νέες διαγνώσεις διαβήτη σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα αφορούν κυρίως σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.


Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το ποσοστό νεοεμφανιζόμενου σακχαρώδη διαβήτη ήταν κατά 15%-32% χαμηλότερο κατά τους πρώτους τρεις μήνες της πανδημίας, δηλαδή το διάστημα Μαρτίου-Μάϊου 2020 (1,67-2,34 περιπτώσεις ανά 100.000), συγκριτικά με το μηνιαίο ποσοστό προ πανδημίας το 2017, το 2018 και το 2019 (2,54-2,59 περιπτώσεις ανά 100.000). Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κατά 33% έως 50% υψηλότερο από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2021 (3,48-4,18 περιπτώσεις ανά 100.000) συγκριτικά με το ποσοστό πριν από την πανδημία. Τα μηνιαία ποσοστά πριν από την πανδημία και κατά την πανδημία ήταν παρόμοια για τους άλλους μήνες. Συμπερασματικά, συνολικά, ο σχετικός κίνδυνος ήταν ίδιος κατά τους πρώτους 18 μήνες της πανδημίας covid-19 σε σύγκριση με τα προηγούμενα τρία έτη.


Αν και «αισιόδοξα», όπως αναφέρει το ενημερωτικό δελτίο του ΕΚΠΑ, τα αποτελέσματα έρχονται σε αντίθεση με τα ευρήματα προηγούμενων μελετών, μίας αμερικανικής και μίας γερμανικής, που κατέδειξαν σημαντική αύξηση στην εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη σε παιδιά και νέους μετά από covid-19. Επισημαίνεται ότι η διεθνής καταγραφή περιστατικών νεοεμφανιζόμενου σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 σε παιδιά και εφήβους στα πλαίσια της πανδημίας, συμπεριλαμβανομένων και των περιστατικών από ελληνικά παιδιατρικά νοσοκομεία, βρίσκεται σε εξέλιξη.


Διεθνώς, ο στόχος είναι να αποσαφηνιστούν τα πραγματικά ποσοστά νέων περιστατικών που θα αποδοθούν είτε στην ίδια τη λοίμωξη covid-19 είτε στο στρες ή και άλλα προβλήματα που προέκυψαν κατά την αντιμετώπιση της πανδημίας σε αυτές τις νεαρές ηλικίες.


Οι καθηγήτριες της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ που συνόψισαν τα κύρια σημεία της μελέτης είναι οι Χριστίνα Κανακά-Gantenbein (καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας), Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου (επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας), Κυριακή Καραβανάκη (καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας) και Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (καθηγήτρια Θεραπευτικής-Επιδημιολογίας-Προληπτικής Ιατρικής) και η μελέτη είναι διαθέσιμη στον σύνδεσμο: https://jamanetwork.com/journals/jamanetworkopen/fullarticle/2794549.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '12/08/2022 14:35:27', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '12/08/2022 13:34:22', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26136, 'TITLE' => 'Δεν σχετίζεται ο κορονοϊός με εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη στα παιδιά', 'SUBTITLE' => NULL, 'AUTHOR_ID' => '0', 'CATEGORY_ID' => '2', 'DESCRIPTION' => ' Καθησυχαστικά είναι τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήχθη σε παιδιά και νέους στο Οντάριο του Καναδά σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη... ', 'CONTENT' => '

Καθησυχαστικά είναι τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήχθη σε παιδιά και νέους στο Οντάριο του Καναδά σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας.


Σύμφωνα με ενημέρωση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τη νόσο covid-19 και θέματα υγείας που ενδεχομένως σχετίζονται με αυτήν, οι ερευνητές στον Καναδά ανέλυσαν δεδομένα από ψηφιακές βάσεις δεδομένων από τον Ιανουάριο του 2017 έως τον Σεπτέμβριο του 2021. Μέσα σε αυτό το δείγμα εντόπισαν περίπου 2,7 εκατ. παιδιά και νέους στο Οντάριο που ήταν κάτω των 18 ετών το 2021, με μέση ηλικία τα 9 έτη, εκ των οποίων περίπου ο μισός πληθυσμός ήταν κορίτσια. Μεταξύ Νοεμβρίου 2020 και Απριλίου 2021 εκτιμάται ότι 3,3% των παιδιών στο Οντάριο είχαν λοίμωξη από κορονοϊό. Οι νέες διαγνώσεις διαβήτη σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα αφορούν κυρίως σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.


Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το ποσοστό νεοεμφανιζόμενου σακχαρώδη διαβήτη ήταν κατά 15%-32% χαμηλότερο κατά τους πρώτους τρεις μήνες της πανδημίας, δηλαδή το διάστημα Μαρτίου-Μάϊου 2020 (1,67-2,34 περιπτώσεις ανά 100.000), συγκριτικά με το μηνιαίο ποσοστό προ πανδημίας το 2017, το 2018 και το 2019 (2,54-2,59 περιπτώσεις ανά 100.000). Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κατά 33% έως 50% υψηλότερο από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2021 (3,48-4,18 περιπτώσεις ανά 100.000) συγκριτικά με το ποσοστό πριν από την πανδημία. Τα μηνιαία ποσοστά πριν από την πανδημία και κατά την πανδημία ήταν παρόμοια για τους άλλους μήνες. Συμπερασματικά, συνολικά, ο σχετικός κίνδυνος ήταν ίδιος κατά τους πρώτους 18 μήνες της πανδημίας covid-19 σε σύγκριση με τα προηγούμενα τρία έτη.


Αν και «αισιόδοξα», όπως αναφέρει το ενημερωτικό δελτίο του ΕΚΠΑ, τα αποτελέσματα έρχονται σε αντίθεση με τα ευρήματα προηγούμενων μελετών, μίας αμερικανικής και μίας γερμανικής, που κατέδειξαν σημαντική αύξηση στην εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη σε παιδιά και νέους μετά από covid-19. Επισημαίνεται ότι η διεθνής καταγραφή περιστατικών νεοεμφανιζόμενου σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 σε παιδιά και εφήβους στα πλαίσια της πανδημίας, συμπεριλαμβανομένων και των περιστατικών από ελληνικά παιδιατρικά νοσοκομεία, βρίσκεται σε εξέλιξη.


Διεθνώς, ο στόχος είναι να αποσαφηνιστούν τα πραγματικά ποσοστά νέων περιστατικών που θα αποδοθούν είτε στην ίδια τη λοίμωξη covid-19 είτε στο στρες ή και άλλα προβλήματα που προέκυψαν κατά την αντιμετώπιση της πανδημίας σε αυτές τις νεαρές ηλικίες.


Οι καθηγήτριες της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ που συνόψισαν τα κύρια σημεία της μελέτης είναι οι Χριστίνα Κανακά-Gantenbein (καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας), Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου (επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας), Κυριακή Καραβανάκη (καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας) και Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (καθηγήτρια Θεραπευτικής-Επιδημιολογίας-Προληπτικής Ιατρικής) και η μελέτη είναι διαθέσιμη στον σύνδεσμο: https://jamanetwork.com/journals/jamanetworkopen/fullarticle/2794549.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

', 'PUBLISH_DATE' => '12/08/2022 14:35:27', 'PRIORITY' => 21, 'PRIORITY_CAT' => 21, 'PRIORITY_SUBCAT' => 9, 'PRIORITY_3RD_SUBCAT' => 9, 'CREATED_DATE' => '12/08/2022 13:34:22', 'SUBCATEGORY_ID' => NULL, 'THIRDLVLCATEGORY_ID' => NULL, 'PROJECT_ID' => NULL, 'TEMPLATE' => 'photoText', 'MAIN_DISPLAY' => NULL, 'CAT_DISPLAY' => NULL, 'FIRST_IN_SUBCAT' => 'no', 'CLICKS' => 0, 'BTN_TEXT' => '', 'DISP_ON_HEAD' => 0, ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), 'articleImages' => array ( 0 => app\models\ArticleImages::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26136, 'IMAGE_ID' => 30360, ), '_oldAttributes' => array ( 'ARTICLE_ID' => 26136, 'IMAGE_ID' => 30360, ), '_related' => array ( 'images' => array ( 0 => app\models\Images::__set_state(array( '_attributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30360, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26136/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_oldAttributes' => array ( 'IMAGE_ID' => 30360, 'IMAGE_TAG' => '', 'IMAGE_PATH' => '/Images/26136/.jpg', 'IMAGE_TYPE_ID' => 'SUBCAT_TEMPLATE', ), '_related' => array ( ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), ), ), '_errors' => NULL, '_validators' => NULL, '_scenario' => 'default', '_events' => array ( ), '_behaviors' => array ( ), )), )