Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο
Αν και ακόμα δεν έχει προσδιοριστεί η ημερομηνία επανέναρξης του προγράμματος «Προλαμβάνω» για τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας με την Αναπληρώτρια Υπουργό Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη να μιλά αποκλειστικά για τη συνέχιση του προγράμματος που αφορά τις προληπτικές εξετάσεις καρκίνου του μαστού και τα καρδιαγγειακά από τις 13 Οκτωβρίου, υπάρχει η διαβεβαίωση ότι το εν λόγω πρόγραμμα θα συνεχιστεί.
Στο πρόσφατο 6ο Συμπόσιο Φαρμακοεπιδημιολογίας που πραγματοποιήθηκε από τις 2 έως τις 4 Οκτωβρίου και πιο συγκεκριμένα στο Στρογγυλό Τραπέζι με θέμα «Φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με αγωνιστές GLP-1: η αξία της πολυδιάστασης και διεπιστημονικής φροντίδας» με ομιλητές τους κ.κ. Αλέξανδρο Μουρουγλάκη, Ειδικό Παθολόγο, με εξειδίκευση στη διαχείριση της παχυσαρκίας, Αικατερίνη Μπαρμπαγιάννη, Ειδική Παθολόγο με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη, Medical Advisor, Φαρμασερβ – Lilly, Χαρίλαο Δημοσθενόπουλο, Κλινικό Διαιτολόγο – Βιολόγο, Προϊστάμενο Διαιτολογικού Τμήματος Γ.Ν.Α. «Λαϊκό» – Αντιπρόεδρο Εταιρείας Μελέτης Παραγόντων Κινδύνου για Αγγειακα Νοσήματα (ΕΜΠΑΚΑΝ), Communication Officer of the Diabetes Nutrition Study Group – IDF Europe Board Member, Χρύσα Κλάψη, Ψυχολόγο και Διαμαντή Κλημεντίδη, Κλινικό Φαρμακοποιό υπήρξε μία κοινή διαπίστωση ότι ναι μεν ήταν καλό που ξεκίνησε ένα τέτοιο πρόγραμμα αλλά έγιναν λάθη τα οποία με την επανέναρξή του είναι ευκαιρία να διορθωθούν.
Ο κ. Αλέξανδρος Μουρουγλάκης, Ειδικός Παθολόγος με εξειδίκευση στη διαχείριση της παχυσαρκίας, Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Πανελλήνιου Συλλόγου Στήριξης Ατόμων με Παχυσαρκία «Ιμερόεσσα», European Clinical Fellow της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Παχυσαρκίας (EASO) μιλώντας στο DailyPharmaNews ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα είχε πει στην τοποθέτησή του στη Βουλή σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν στις 15 Ιουνίου, λίγες μόλις ημέρες πριν από την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου του προγράμματος «Προλαμβάνω» για την παχυσαρκία, η Ιμερόεσσα με την Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων υποστηρίζοντας την ανάγκη για διεπιστημονική συνεργασία ιατρών και διαιτολόγων, καθώς και τη θεσμοθέτηση της «συνταγογράφησης» της δίαιτας και της άσκησης.
Αυτό το πρόγραμμα, σύμφωνα με τον κ. Μουρουγλάκη είχε σκοπό να εξοικειώσει τους ασθενείς με παχυσαρκία με τους αγωνιστές GLP-1. «Αφενός», όπως εξήγησε, «τα φάρμακα αυτά πολλοί τα φοβόντουσαν μέχρι πρότινος για όλους αυτούς τους μύθους που έχουν δημιουργηθεί για καρκίνους κλπ. ενώ ταυτόχρονα λόγω του κόστους τους γίνονταν δυσπρόσιτα, αφού για παράδειγμα η μέγιστη δοσολογία της τιζερπατίδης είναι στα 450 ευρώ, οπότε, όπως καταλαβαίνετε δύσκολα κάποιος θα αποφάσιζε να μπει σε αυτή τη διαδικασία».
Ένα μεγάλο λάθος που έγινε είχε να κάνει με τη μη ουσιαστική συμμετοχή των διαιτολόγων. «Η αίσθησή μου είναι ότι καταρχάς παρακάμφθηκαν οι διαιτολόγοι που έχουν να κάνουν και με τη βασική θεραπεία που είναι η δίαιτα και μάλιστα όσοι έπαιρναν τη σεμαγλουτίδη στα 2,4 μιλιγκραμ που είχαμε δωρεάν την επίσκεψή τους στον διαιτολόγο μέσω του PSP programme (Patient Support Programme – Πρόγραμμα Υποστήριξης Ασθενών) δεν το εκμεταλλεύτηκαν γιατί δεν είχαν τόσο καλή ενημέρωση».
Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι επειδή η λήψη ενός φαρμάκου GLP-1 δεν αρκεί από μόνη της αλλά απαιτεί ριζική αλλαγή του τρόπου ζωής και της διατροφής για να μην χαθεί μυϊκή μάζα και να μην ξαναπαχύνει κανείς μετά τη διακοπή, το πρόγραμμα αυτό παρείχε δωρεάν επισκέψεις σε επαγγελματία διαιτολόγο-διατροφολόγο, κάτι που όπως φαίνεται δεν αξιοποιήθηκε στο βαθμό που θα έπρεπε.
Επίσης κατά τον κ. Μουρουγλάκη έπρεπε να γίνει περισσότερη δουλειά και στο κομμάτι της ενημέρωσης σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της θεραπείας. Έπρεπε ο γιατρός να ενημερώσει τον ασθενή και να του επισημάνει ότι η κυβέρνηση ήταν ξεκάθαρη από την αρχή ότι το πρόγραμμα θα έχει διάρκεια οκτώ μήνες και ότι μετά θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει μόνος, με δικά του χρήματα. «”Το Υπουργείο ήταν ξεκάθαρο από την αρχή. Η ένταξη στο πρόγραμμα θα είχε διάρκεια οκτώ μήνες. Μετά εσύ μπορείς να το σηκώσεις αυτό το οικονομικό βάρος;” ήταν μία ερώτηση που έπρεπε να τεθεί στον ασθενή. Κι εάν όχι, θα έπρεπε να επιλεγεί κάποιο άλλο φάρμακο το οποίο θα μπορούσε να το υποστηρίξει στη συνέχεια ο ασθενής οικονομικά από μόνος του».
Αυτή τη στιγμή κι ενώ το πρόγραμμα έχει διακοπεί συμβαίνουν ανησυχητικά πράγματα, ωστόσο θα πρέπει να συνεχιστεί αλλά με διορθωτικές κινήσεις. «Αυτό το διάστημα βλέπουμε ασθενείς και να ζητούν να τους ψευδεπιγραφήσουμε ως σακχαροδιαβητικούς για να πάρουν κάποιο από αυτά τα φάρμακα, βλέπουμε μία υπαναχώρηση σε αυτά που ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια κάτι το οποίο εμένα με ανησυχεί» παραδέχεται ο κ. Μουρουγλάκης. «Σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμα ήταν σίγουρα κάτι πολύ χρήσιμο, σίγουρα κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον το να εξοικειωθούν οι ασθενείς μας με τα φάρμακα και μακάρι να μπορούσε να διαιωνιστεί αλλά ξέρουμε ότι θα επιβάρυνε πάρα πολύ τα ασφαλιστικά ταμεία. Να πω όμως επίσης ότι αισθάνομαι πως το στήσιμο ή η εκτέλεση να το πω καλύτερα του προγράμματος είχε κενά από τους δικούς μου τους συναδέλφους και γι’ αυτό το λόγο σε περίπτωση που ξαναξεκινήσει θα ήθελα πραγματικά να δω ως πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου της Ιμερόεσσα αυτή τη συνέργεια, τη διεπιστημονικότητα που χρειάζεται η παχυσαρκία».
Σε ό,τι αφορά τους φόβους ασθενών που μπήκαν στο πρόγραμμα και το είδαν ξαφνικά να διακόπτεται, ο κ. Μουρουγλάκης σημειώνει ότι «υπάρχει φάρμακο το οποίο συνεχίζει να αποζημιώνεται σε περίπτωση που έχουμε BMI (σ.σ. Δείκτη Μάζας Σώματος) πάνω από 40 με υπνική άπνοια ή εγκατεστημένο καρδιακό κίνδυνο. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ακριβώς επειδή πολύς κόσμος από αυτούς τους ασθενείς που είχαν προσέλθει στο Προλαμβάνω μπορεί να εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία, μπορούν να αποζημιωθούν λαμβάνοντας αυτό το φάρμακο».
Βασική η διεπιστημονικότητα και η επιστημονική τεκμηρίωση
Σε κάθε περίπτωση και με όποια μορφή κι εάν ξεκινήσει και πάλι το πρόγραμμα «πρέπει», όπως τονίζει και πάλι ο κ. Μουρουγλάκης, «ο βασικός άξονας να είναι η διεπιστημονικότητα. Δεν παίρνω ένα φάρμακο και “γεια σας”, δεν έρχομαι στο γιατρό απλά για να μου συνταγογραφήσει το φάρμακο. Εδώ χρειάζεται η επιστημονική τεκμηρίωση. Όχι ένα “δεν πεινάω και θα φάω μεθαύριο” ή “φάε σωστά”. Δεν είναι αυτές επιστημονικές συμβουλές. Οι επιστημονικές συμβουλές έρχονται από έναν άνθρωπο που ξέρει να διαχειρίζεται την παχυσαρκία και θα δώσει σαφείς οδηγίες στον ασθενή του που μπορεί να τις εφαρμόσει ενδεχομένως και μετά το χρόνο που διαρκεί η δωρεάν λήψη του φαρμάκου, εάν δεν μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει τη λήψη του ο ίδιος από την τσέπη του. Η όποια επανέναρξη είναι ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να γίνει με έναν πιο σαφή διεπιστημονικό τρόπο. Να υπάρχει τεκμηρίωση ότι ο ασθενής βλέπει διαιτολόγο και γίνεται σύσταση σώματος. Όπως ακριβώς όταν μειώνουμε την υπερχοληστερολαιμία θέλουμε να δούμε κι άλλες παραμέτρους όπως για παράδειγμα τις τρανσαμινάσες, έτσι ακριβώς πρέπει να ξέρουμε κι εδώ ότι δεν μας νοιάζει μόνο το βάρος. Γιατί η παχυσαρκία δεν είναι νόσος του βάρους, είναι νόσος του λιπώδους ιστού. Αυτό μας νοιάζει να μειώσουμε. Δεν μας νοιάζει να μειώσουμε τη μυϊκή μάζα για παράδειγμα. Αυτό για την ακρίβεια δεν θέλουμε να το κάνουμε».
Εφικτή η βιωσιμότητα του προγράμματος εάν γίνουν κάποια πράγματα πιο στοχευμένα
Όταν ξεκίνησε το πρόγραμμα, αν και η Ιμεροέσσα είναι ο μοναδικός σύλλογος ασθενών με παχυσαρκία στη χώρα μας δεν προσκλήθηκε από το Υπουργείο Υγείας να συμμετέχει στις συζητήσεις ενόψει της έναρξης του προγράμματος.
«Δυστυχώς δεν είχαμε προσκληθεί σε αυτά τα working groups (τις ομάδες εργασίας) που έκανε το Υπουργείο. Είναι κάτι που το θέλουμε, το ζητάμε. Το ζητήσαμε και από το βήμα της Βουλής. Ελπίζουμε να είμαστε τις επόμενες φορές γιατί ακριβώς τα ίδια πράγματα θα πούμε βεβαίως και μέσα στη Βουλή και στο Υπουργείο. Θεωρώ ότι κάποια πράγματα θα έπρεπε να έχουν γίνει κάπως πιο στοχευμένα ακριβώς για να υπάρχει μεγαλύτερη βιωσιμότητα αυτού του προγράμματος».
Ο κ. Μουρουγλάκης επιμένει στο ότι δεν είναι η συνταγογράφηση και η αποζημίωση μόνο το πρόβλημα. Είναι και η διεπιστημονικότητα και η καλή επαφή μεταξύ των διαφορετικών επαγγελματιών υγείας με σαφή επαναπροσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του καθενός προς όφελος του ασθενή.
