
Από τον Τάκη Μαραλέτο
Με αφορμή τη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη χρηματοδότηση της ανθρωποκεντρικής φροντίδας στον καρκίνο, ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Κώστας Αθανασάκης έθεσε ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της επόμενης ημέρας. Πώς αποζημιώνεται η αξία μιας διάγνωσης που έγινε έγκαιρα, μιας επιπλοκής που δεν συνέβη, μιας θεραπευτικής καθυστέρησης που αποφεύχθηκε;
Η συζήτηση για τον καρκίνο στην Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο αν υπάρχουν νέες θεραπείες, αν εγκρίνονται γρήγορα ή αν οι ασθενείς έχουν πρόσβαση σε αυτές. Όλα αυτά παραμένουν κρίσιμα. Δεν αρκούν όμως.
Το μεγάλο ερώτημα που αρχίζει να τίθεται όλο και πιο έντονα είναι αν τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας είναι οργανωμένα και χρηματοδοτημένα με τρόπο που να ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα του καρκίνου.
Μετά από συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε πάνελ που συγκλήθηκε από την All.Can International για τη χρηματοδότηση αποτελεσματικής και ανθρωποκεντρικής φροντίδας στον καρκίνο, ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Κώστας Αθανασάκης περιέγραψε με σαφήνεια το πρόβλημα. Τα συστήματα υγείας σχεδιάστηκαν για επεισόδια φροντίδας, ενώ ο καρκίνος έχει εξελιχθεί σε μια χρόνια, πολυεπίπεδη και συχνά δια βίου διαδρομή.
Αυτή η διαπίστωση έχει βαρύτητα, ιδιαίτερα τώρα που στην Ευρώπη τρέχουν παράλληλα δύο μεγάλες συζητήσεις. Η διαμόρφωση του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της ΕΕ και η αξιολόγηση της πορείας του Europe’s Beating Cancer Plan. Με απλά λόγια, συζητείται ταυτόχρονα και το «πόσα» και το «πώς» της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για την υγεία.
Τα δεδομένα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια εφησυχασμού. Το 2024, περίπου 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαγνώστηκαν με καρκίνο, ενώ 1,3 εκατομμύρια έχασαν τη ζωή τους από τη νόσο. Εάν δεν υπάρξει αποφασιστική αλλαγή πορείας, τα περιστατικά εκτιμάται ότι θα αυξηθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Το σημείο στο οποίο εστιάζει ο κ. Αθανασάκης είναι η ανάγκη αλλαγής οπτικής. Η πρώτη λέξη-κλειδί είναι το «νωρίς».
Νωρίς στην πρόληψη. Νωρίς στην αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου. Νωρίς στον προσυμπτωματικό έλεγχο. Νωρίς στη διάγνωση. Νωρίς στη σύνδεση του ασθενούς με το κατάλληλο σημείο φροντίδας. Νωρίς και στη λήψη της σωστής θεραπευτικής απόφασης.
Στα οικονομικά της υγείας, αυτό δεν είναι απλώς μια ιατρική ή ηθική επιλογή. Είναι και ζήτημα βιωσιμότητας. Κάθε καθυστερημένη διάγνωση, κάθε χαμένη ευκαιρία πρόληψης, κάθε ασθενής που περιπλανάται μέσα στο σύστημα χωρίς καθαρή διαδρομή φροντίδας, μετατρέπεται αργότερα σε μεγαλύτερη κλινική, κοινωνική και οικονομική επιβάρυνση.
Γι’ αυτό ο προσυμπτωματικός έλεγχος και ο εμβολιασμός δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικές δράσεις ή ως προγράμματα που ενεργοποιούνται αποσπασματικά. Πρέπει να ιδωθούν ως υποδομή δημόσιας υγείας. Και, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως δημόσια αγαθά που προστατεύουν όχι μόνο τον μεμονωμένο πολίτη, αλλά και την ανθεκτικότητα των ίδιων των συστημάτων υγείας.
Η δεύτερη λέξη-κλειδί είναι το συνεχές της φροντίδας.
Ο ασθενής με καρκίνο δεν χρειάζεται απλώς μια εξέταση, ένα χειρουργείο, ένα φάρμακο ή μια ακτινοθεραπεία. Χρειάζεται μια οργανωμένη διαδρομή. Από την πρόληψη και τη διάγνωση έως τη θεραπεία, την παρακολούθηση, την αποκατάσταση, την ψυχολογική στήριξη, την κοινωνική επανένταξη και, όπου απαιτείται, την παρηγορική φροντίδα.
Αυτό είναι εύκολο να ειπωθεί και δύσκολο να εφαρμοστεί. Διότι προϋποθέτει αλλαγή κουλτούρας. Λιγότερη λογική «περιστατικού» και περισσότερη λογική διαδρομής. Λιγότερη αποσπασματική αποζημίωση πράξεων και περισσότερη αξιολόγηση του πραγματικού αποτελέσματος για τον ασθενή.
Εδώ αρχίζει και η πιο δύσκολη πλευρά της συζήτησης.
Πώς πληρώνει ένα σύστημα υγείας για κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί;
Πώς αποτιμάται η αξία μιας νοσηλείας που αποφεύχθηκε; Μιας μετάστασης που διαγνώστηκε νωρίτερα; Μιας καθυστέρησης που δεν κόστισε μήνες ζωής; Μιας θεραπείας που επιλέχθηκε σωστά από την αρχή; Μιας καλύτερης εμπειρίας του ασθενούς μέσα στο σύστημα;
Για να γίνει αυτή η αξία ορατή, χρειάζονται δεδομένα. Όχι μόνο κλινικά δεδομένα με τη στενή έννοια, αλλά και δεδομένα που αποτυπώνουν την εμπειρία και την έκβαση από την πλευρά του ίδιου του ασθενούς. Τα PROMs, τα PREMs και τα real-world evidence δεν είναι πλέον τεχνικοί όροι για συνέδρια. Είναι εργαλεία πολιτικής υγείας. Μπορούν να δείξουν πού το σύστημα λειτουργεί, πού καθυστερεί, πού σπαταλά πόρους και πού παράγει πραγματική αξία.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί αυτή τη συζήτηση από κοντά. Το φορτίο του καρκίνου είναι ήδη σημαντικό, ενώ οι ανάγκες των ασθενών συχνά σκοντάφτουν σε καθυστερήσεις, ελλείψεις συντονισμού, χαμένες διαδρομές και άνιση πρόσβαση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο περισσότερες δομές ή περισσότερες επιμέρους παρεμβάσεις. Χρειάζεται σύνδεση.
Σύνδεση των προγραμμάτων πρόληψης με την πρωτοβάθμια φροντίδα. Σύνδεση της διάγνωσης με τα ογκολογικά συμβούλια. Σύνδεση των νοσοκομείων με την κοινότητα. Σύνδεση των μητρώων με την αξιολόγηση. Σύνδεση της φωνής των ασθενών με τον σχεδιασμό πολιτικής.
Αυτή είναι και η ουσία της προσέγγισης που αναδεικνύει η All.Can. Η αποδοτικότητα στην ογκολογική φροντίδα δεν σημαίνει απλώς περιορισμό δαπανών. Σημαίνει να σταματήσει το σύστημα να ξοδεύει πολύτιμους πόρους σε καθυστερήσεις, επαναλήψεις, ασυνέχειες και διαδρομές που εξαντλούν τον ασθενή χωρίς να βελτιώνουν το αποτέλεσμα.
Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας δεν ξεκινούν από το μηδέν. Υπάρχουν ήδη δομές, προγράμματα, εργαλεία, επαγγελματίες, οργανώσεις ασθενών και τεχνολογικές δυνατότητες. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά λειτουργούν παράλληλα, όχι συνδεδεμένα.
Το επόμενο βήμα, επομένως, δεν είναι μόνο να προστεθούν νέα κομμάτια στο σύστημα. Είναι να ενωθούν σωστά τα κομμάτια που ήδη υπάρχουν.
Αν η Ευρώπη θέλει να αντιμετωπίσει τον καρκίνο ως μία από τις μεγάλες προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών, η χρηματοδότηση πρέπει να ακολουθήσει τον ασθενή και όχι τη γραφειοκρατική δομή του συστήματος. Πρέπει να επιβραβεύει την έγκαιρη παρέμβαση, τη συνέχεια της φροντίδας, την αποφυγή της σπατάλης και το αποτέλεσμα που έχει νόημα για τον άνθρωπο που νοσεί.
Η τοποθέτηση του καθηγητή Αθανασάκη έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή μετακινεί τη συζήτηση από το αυτονόητο στο δύσκολο. Δεν αρκεί να πούμε ότι ο καρκίνος χρειάζεται περισσότερους πόρους. Το κρίσιμο είναι να συμφωνήσουμε ότι οι πόροι πρέπει να επενδύονται νωρίτερα, πιο έξυπνα και με μεγαλύτερη λογοδοσία.
Διότι η πραγματική βιωσιμότητα στα συστήματα υγείας δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο καλά θεραπεύουν. Θα κριθεί και από το πόσο αποτελεσματικά αποτρέπουν όσα δεν θα έπρεπε ποτέ να φτάσουν αργά στην πόρτα του νοσοκομείου.
