Επιστήμονες δηλώνουν ότι κατάφεραν για πρώτη φορά να «αναζωογονήσουν» ανθρώπινα ωάρια, σε μια εξέλιξη που, όπως εκτιμούν, θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF), ιδιαίτερα για γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας.
Η πρωτοποριακή έρευνα δείχνει ότι ένα ελάττωμα που σχετίζεται με την ηλικία και προκαλεί γενετικά σφάλματα στα έμβρυα μπορεί να αντιστραφεί με την ενίσχυση των ωαρίων μέσω ενός βασικού πρωτεϊνικού παράγοντα. Όταν ωάρια που είχαν δοθεί από ασθενείς υποβλήθηκαν σε μικροέγχυση της συγκεκριμένης πρωτεΐνης, εμφάνισαν σχεδόν τις μισές χρωμοσωμικές ανωμαλίες σε σύγκριση με ωάρια που δεν είχαν υποβληθεί στη διαδικασία.
Εφόσον τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές, η μέθοδος θα μπορούσε να βελτιώσει ουσιαστικά την ποιότητα των ωαρίων – τον βασικό λόγο αποτυχίας της εξωσωματικής και αυξημένου κινδύνου αποβολών στις μεγαλύτερες ηλικίες.
«Συνολικά, μπορούμε σχεδόν να μειώσουμε στο μισό τον αριθμό των ωαρίων με μη φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική βελτίωση», δήλωσε η καθηγήτρια Melina Schuh, διευθύντρια στο Max Planck Institute for Multidisciplinary Sciences στο Γκέτινγκεν και συνιδρύτρια της Ovo Labs, η οποία στοχεύει στην εμπορική αξιοποίηση της τεχνικής.
Όπως εξηγεί η ίδια, οι περισσότερες γυναίκες στις αρχές της δεκαετίας των 40 εξακολουθούν να έχουν ωάρια, ωστόσο σχεδόν όλα παρουσιάζουν λανθασμένο αριθμό χρωμοσωμάτων. «Αυτό ήταν το κίνητρο για να προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα», σημείωσε.
Τα ευρήματα παρουσιάζονται στο British Fertility Conference στο Εδιμβούργο και έχουν δημοσιευθεί ως προδημοσίευση (preprint) στην επιστημονική πλατφόρμα bioRxiv.
Η πτώση της ποιότητας των ωαρίων αποτελεί τον κύριο λόγο για τον οποίο τα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής μειώνονται δραστικά με την ηλικία της γυναίκας. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία από το Ηνωμένο Βασίλειο, το ποσοστό γεννήσεων ανά έμβρυο που μεταφέρεται είναι περίπου 35% για γυναίκες κάτω των 35 ετών, αλλά μόλις 5% για ηλικίες 43–44. Παράλληλα, η μέση ηλικία των γυναικών που ξεκινούν για πρώτη φορά θεραπεία υπογονιμότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεπερνά πλέον τα 35 έτη.
Η δρ Agata Zielinska, συνιδρύτρια και συνδιευθύνουσα σύμβουλος της Ovo Labs, εξηγεί ότι σήμερα η βασική επιλογή για πολλές γυναίκες είναι οι επαναλαμβανμένοι κύκλοι εξωσωματικής, ώστε να αυξάνονται σταδιακά οι πιθανότητες επιτυχίας. «Αυτό που οραματιζόμαστε είναι περισσότερες γυναίκες να μπορούν να επιτύχουν εγκυμοσύνη μέσα σε έναν μόνο κύκλο», ανέφερε.
Η νέα προσέγγιση εστιάζει σε μια ευάλωτη φάση της ωρίμανσης των ωαρίων, τη λεγόμενη μειωτική διαίρεση, κατά την οποία τα γεννητικά κύτταρα μειώνουν στο μισό το γενετικό τους υλικό. Σε μεγαλύτερα ωάρια, τα ζεύγη των χρωμοσωμάτων τείνουν να αποκολλώνται πρόωρα, οδηγώντας σε χαοτική κατανομή τους κατά τη διαίρεση του κυττάρου και, τελικά, σε έμβρυα με πλεονάζοντα ή ελλιπή χρωμοσώματα.
Η ερευνητική ομάδα είχε προηγουμένως διαπιστώσει ότι μια πρωτεΐνη με την ονομασία Shugoshin 1 – η οποία λειτουργεί σαν «κόλλα» που συγκρατεί τα χρωμοσώματα – μειώνεται με την ηλικία. Στα νέα πειράματα, σε ωάρια ποντικών και ανθρώπων, η μικροέγχυση της πρωτεΐνης φάνηκε να αντιστρέφει το πρόβλημα της πρόωρης αποκόλλησης.
Σε ωάρια που δωρίστηκαν από ασθενείς της κλινικής Bourn Hall Clinic στο Κέιμπριτζ, το ποσοστό των ανωμαλιών μειώθηκε από 53% σε 29%. Στις γυναίκες άνω των 35 ετών παρατηρήθηκε παρόμοια τάση, αν και τα δεδομένα δεν ήταν στατιστικά επαρκή λόγω μικρού δείγματος.
Η μέθοδος δεν επεκτείνει τη γονιμότητα μετά την εμμηνόπαυση, όταν το απόθεμα ωαρίων έχει εξαντληθεί. Παράλληλα, αν και σήμερα δεν υπάρχουν άλλες θεραπείες που να βασίζονται σε μικροεγχύσεις στα ωάρια – πέραν της μικρογονιμοποίησης (ICSI) – οι ερευνητές δηλώνουν ότι δεν αναμένουν ζητήματα ασφάλειας και βρίσκονται ήδη σε συζητήσεις με τις ρυθμιστικές αρχές για κλινικές δοκιμές.
Η δρ Güneş Taylor από το University of Edinburgh, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε τα ευρήματα «ιδιαίτερα ελπιδοφόρα», σημειώνοντας ότι η ενίσχυση της οργάνωσης των χρωμοσωμάτων στα ωάρια μεγαλύτερης ηλικίας θα μπορούσε να προσφέρει ένα σαφώς καλύτερο σημείο εκκίνησης για την επιτυχή εξωσωματική γονιμοποίηση.
The Guardian
