Η φαρμακοβιομηχανία αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο δυναμικούς και στρατηγικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, συνδυάζοντας υψηλή παραγωγικότητα, εξωστρέφεια και δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας που δόθηκαν την Πέμπτη στη δημοσιότητα επιβεβαιώνουν ότι η ανάπτυξη του κλάδου δεν είναι συγκυριακή, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση μετασχηματισμού της αγοράς εργασίας προς δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Ειδικότερα, από το 2019 έως σήμερα, η φαρμακοβιομηχανία κατέγραψε αύξηση κατά 6.531 θέσεις εργασίας, σημειώνοντας άνοδο της τάξης του 61%. Η επίδοση αυτή την κατατάσσει μεταξύ των ταχύτερα αναπτυσσόμενων κλάδων της οικονομίας, δίπλα σε τομείς όπως η πληροφορική, οι κατασκευές και τα logistics. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αντανακλά τόσο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης όσο και την αυξημένη ζήτηση για νέα καινοτόμα φαρμακευτικά προϊόντα και σύγχρονες υπηρεσίες υγείας.
Ακόμη πιο ενδεικτικό της ποιότητας των νέων θέσεων εργασίας είναι το επίπεδο των αποδοχών. Η φαρμακοβιομηχανία συγκαταλέγεται στους πέντε κλάδους της οικονομίας με μέσο μισθό άνω των 2.000 ευρώ, με τις αποδοχές να διαμορφώνονται στα 2.108 ευρώ για περισσότερους από 17.000 εργαζόμενους.


Με τα αριθμητικά δεδομένα που παρουσίασε χθες η Νίκη Κεραμέως, γίνεται εμφανές ότι η φαρμακοβιομηχανία λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου παραγωγικού μοντέλου που επιχειρεί να εδραιωθεί στη χώρα: ένα μοντέλο που στηρίζεται στην καινοτομία, την εξειδίκευση και τις καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Η ενίσχυση της απασχόλησης βρέθηκε την Πέμπτη στο επίκεντρο των συζητήσεων στο Μέγαρο Μαξίμου όπου κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, υπό τον πρωθυπουργό, εγκρίθηκε η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, από 880 ευρώ, δηλαδή κατά 40 ευρώ ή 4,55%, με ισχύ από την 1η Απριλίου 2026. Αντίστοιχα, το κατώτατο ημερομίσθιο αυξάνεται από 39,30 ευρώ σε 41,09 ευρώ.
Η νέα αυτή παρέμβαση αποτελεί τη συνέχεια μιας σταθερής ανοδικής πορείας, καθώς από το 2019 ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί συνολικά κατά 270 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή κατά 41,54%. Σε ετήσια βάση, η ενίσχυση αυτή αντιστοιχεί σε 3.780 ευρώ επιπλέον εισόδημα, ή έως και σχεδόν έξι επιπλέον μισθούς, ενισχύοντας σημαντικά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Η αύξηση επηρεάζει άμεσα περίπου 700.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, ενώ παράλληλα συμπαρασύρει ανοδικά μια σειρά επιδομάτων που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό, όπως αυτά της ανεργίας, της μητρότητας και της γονικής άδειας. Επιπλέον, επεκτείνεται και στο δημόσιο τομέα, με τους δημοσίους υπαλλήλους να βλέπουν επίσης βελτίωση στις αποδοχές τους (+40 ευρώ).
Στο ίδιο πλαίσιο, η ενίσχυση των εισοδημάτων υποστηρίζεται από συμπληρωματικές παρεμβάσεις, όπως η επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας σε περισσότερους από 2 εκατομμύρια εργαζόμενους, το ευνοϊκότερο πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις και η μείωση της φορολογίας. Ήδη, σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ», ο μέσος μισθός για το 2025 διαμορφώθηκε στα 1.516 ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη συνολική ανοδική τάση.
