Όλο και αργότερα αποφασίζουν οι Ευρωπαίοι να αποκτήσουν παιδιά, με τα τελευταία στοιχεία να δείχνουν ότι η αναβολή της μητρότητας αποτελεί πλέον γενικευμένη τάση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με επίσημα δεδομένα, οι γυναίκες στην ΕΕ γεννούν το πρώτο τους παιδί κατά μέσο όρο στα 29,8 έτη, περίπου ένα χρόνο αργότερα σε σύγκριση με πριν από μία δεκαετία.
Η ηλικία της πρώτης μητρότητας παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Στην χαμηλότερη θέση της κατάταξης βρίσκεται η Μολδαβία, όπου οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί στα 24,7 έτη κατά μέσο όρο ενώ στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Ιταλία, με μέση ηλικία τα 31,8 έτη. Ακολουθούν η Ιρλανδία με 31,6 έτη, η Ισπανία με 31,5, η Ελβετία με 31,3, ενώ αμέσως μετά κατατάσσεται η Ελλάδα με μέσο όρο τα 31 έτη.
Τα στοιχεία του 2023 δείχνουν ότι οι γυναίκες στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη γίνονται μητέρες κυρίως στα μέσα ή προς το τέλος της δεκαετίας των 20, ενώ στη Δυτική και Νότια Ευρώπη η πρώτη μητρότητα μετατοπίζεται συχνά μετά τα 30.
Παρά την καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως οι Ευρωπαίοι εγκαταλείπουν την επιθυμία να αποκτήσουν παιδιά. Αντιθέτως, αρκετές χώρες όπου η πρώτη γέννα γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία εμφανίζουν και σχετικά υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας, όπως η Δανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Κύπρος, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Σουηδία, το Λιχτενστάιν και η Νορβηγία.
Οι ειδικοί δεν φαίνεται πάντως να ανησυχούν από την καθυστέρηση που παρατηρείται την τελευταία δεκαετία καθώς όπως επισημαίνει το Euronews Health σε σχετικό του δημοσίευμα δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να δείχνουν ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν πλέον να κάνουν παιδιά και σημειώνει ότι το ιδανικό μέγεθος της οικογένειας ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει.
Σύμφωνα με τους δημογράφους, οι Ευρωπαίοι τείνουν να θεωρούν ως «προϋποθέσεις» για τη δημιουργία οικογένειας την ολοκλήρωση των σπουδών, την οικονομική σταθερότητα και τη διαμόρφωση μιας σταθερής σχέσης – διαδικασίες που σήμερα απαιτούν περισσότερο χρόνο σε σύγκριση με το παρελθόν.
Η αναβολή της τεκνοποίησης, ωστόσο, ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη γονιμότητα. Όπως προειδοποιούν οι ειδικοί, όσο αυξάνεται η ηλικία, αυξάνεται και ο κίνδυνος προβλημάτων, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τον αριθμό των παιδιών που τελικά θα μπορέσουν να αποκτήσουν τα ζευγάρια.
Η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στην αύξηση των θεραπειών γονιμότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ενδεικτικά, το 2021 πραγματοποιήθηκαν περισσότεροι από 1,1 εκατομμύρια κύκλοι θεραπείας σε σχεδόν 1.400 κλινικές.
Παρά τη ραγδαία εξάπλωσή τους, οι θεραπείες γονιμότητας παραμένουν συχνά δαπανηρές και ψυχολογικά απαιτητικές, ενώ σε ορισμένες χώρες δεν είναι προσβάσιμες σε ανύπαντρες γυναίκες, ομόφυλα ζευγάρια ή άλλες κοινωνικές ομάδες.
