Η Παιδιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Ρεθύμνου βρίσκεται το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο μιας σοβαρής κρίσης που αγγίζει τα όρια της ασφάλειας και της δεοντολογίας.
Το νοσηλευτικό προσωπικό της μονάδας εκπέμπει σήμα κινδύνου, φέρνοντας στο φως τις επικίνδυνες συνθήκες που διαμορφώνονται από τη συνεχιζόμενη πρακτική της φιλοξενίας ανηλίκων κατόπιν εισαγγελικής εντολής εντός των νοσοκομειακών χώρων.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Οι εργαζόμενοι προειδοποιούν ότι το περιβάλλον αυτό είναι πλέον εξαιρετικά επιβαρυμένο, δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα για την προστασία τόσο των παιδιών που χρήζουν κοινωνικής φροντίδας όσο και εκείνων που νοσηλεύονται με οργανικά προβλήματα υγείας.
Ένα ακατάλληλο περιβάλλον για ευάλωτες ψυχές
Οι δυσλειτουργίες που αναδεικνύονται από το νοσηλευτικό προσωπικό αφορούν τον πυρήνα της ασφάλειας των παιδιών. Η αναγκαστική συνύπαρξη ανηλίκων που απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον με παιδιά που νοσηλεύονται για λοιμώδη ή άλλα νοσήματα εγκυμονεί σοβαρούς υγειονομικούς κινδύνους. Όπως επισημαίνεται και από το τοπικό μέσο rethemnos.gr, ένα νοσοκομείο από τη φύση του δεν μπορεί να αποτελέσει χώρο σταθερότητας και θαλπωρής. Τα παιδιά αυτά δεν έχουν ανάγκη από ιατρική περίθαλψη, αλλά από μια εξειδικευμένη δομή προστασίας που να εγγυάται την ψυχική και σωματική τους ακεραιότητα, μακριά από τους κινδύνους των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και την ψυχολογική φόρτιση ενός κλινικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, οι νοσηλεύτριες καταγγέλλουν πλήρη έλλειψη συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατικών φορέων, γεγονός που καθιστά την καθημερινότητα στην κλινική χαοτική. Η απουσία έγκαιρης ενημέρωσης σχετικά με τη φύλαξη των ανηλίκων και οι συνεχείς, αιφνίδιες αλλαγές στον προγραμματισμό των βαρδιών ναρκοθετούν την εύρυθμη λειτουργία της μονάδας. Η έλλειψη οργάνωσης δεν εξαντλείται μόνο στα χαρτιά, αλλά μεταφράζεται σε μια διαρκή αναστάτωση που εμποδίζει την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών υγείας στους ασθενείς.
Υποστελέχωση και το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης
Η πίεση που δέχεται το νοσηλευτικό προσωπικό έχει ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής, καθώς καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς και συχνά αντικρουόμενους ρόλους. Από τη μία πλευρά υπάρχει η απαίτηση για εξειδικευμένη νοσηλευτική φροντίδα σε ασθενή παιδιά και από την άλλη η ανάγκη για συνεχή επιτήρηση, φύλαξη και συναισθηματική υποστήριξη ανηλίκων που βρίσκονται σε κατάσταση σοκ. Η τραγική υποστελέχωση της κλινικής, όπου συχνά στις απογευματινές και νυχτερινές βάρδιες υπάρχει μόνο μία νοσηλεύτρια, καθιστά το έργο αυτό πρακτικά αδύνατο και επικίνδυνο.
Αυτή η υπερφόρτωση δημιουργεί ένα περιβάλλον υψηλού ρίσκου, καθώς η αδυναμία ταυτόχρονης κάλυψης όλων των αναγκών μπορεί να οδηγήσει σε ατυχήματα ή παραλείψεις με απρόβλεπτες συνέπειες. Οι νοσηλεύτριες εκφράζουν τον έντονο προβληματισμό τους για τις επαγγελματικές και νομικές ευθύνες που επωμίζονται χωρίς τη δική τους υπαιτιότητα, τονίζοντας ότι η παρούσα κατάσταση υπονομεύει το λειτούργημά τους και θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των μικρών φιλοξενούμενων.
Η ανάγκη για μόνιμες λύσεις εκτός νοσοκομείου
Η επανάληψη αυτής της πρακτικής αποδεικνύει ότι το κράτος χρησιμοποιεί το νοσοκομείο ως «αποθήκη» ψυχών, αδυνατώντας να προσφέρει βιώσιμες λύσεις. Μέσω της ανακοίνωσής τους, οι εργαζόμενες ξεκαθαρίζουν ότι η φιλοξενία ανηλίκων σε υγειονομικές δομές πρέπει να σταματήσει άμεσα. Είναι επιτακτική η ανάγκη εξεύρεσης και λειτουργίας κατάλληλων δομών φιλοξενίας εκτός νοσοκομείου, οι οποίες θα στελεχώνονται από εξειδικευμένο προσωπικό, όπως κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, προσφέροντας στα παιδιά τη σταθερότητα και την ολοκληρωμένη υποστήριξη που δικαιούνται.
Η προστασία των ανηλίκων και η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας δεν μπορούν να επαφίενται στην αυτοθυσία των νοσηλευτριών. Απαιτείται η άμεση κινητοποίηση των αρμόδιων υπουργείων και των τοπικών φορέων για τη χάραξη μιας ξεκάθαρης πολιτικής που θα διαχωρίζει τη νοσηλεία από την κοινωνική πρόνοια. Η κοινωνία του Ρεθύμνου και οι υγειονομικοί της πόλης ζητούν το αυτονόητο: ασφάλεια για τα παιδιά και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας για όσους τα φροντίζουν.
