Νέο κύμα πιέσεων προς τις κυβερνήσεις παγκοσμίως ασκεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ζητώντας ευθέως αυξήσεις στις τιμές του αλκοόλ και των ζαχαρούχων ποτών μέσω υψηλότερης φορολόγησης, στο πλαίσιο της μάχης κατά της παχυσαρκίας και των χρόνιων ασθενειών.
Με δύο εκθέσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα, ο ΠΟΥ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι οι σημερινοί φόροι είναι ανεπαρκείς και «ακυρώνονται» από τον πληθωρισμό, επιτρέποντας σε προϊόντα με σοβαρές επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία να παραμένουν φθηνά και εύκολα προσβάσιμα.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό, οι κυβερνήσεις καλούνται όχι απλώς να αυξήσουν τους φόρους, αλλά να τους αναπροσαρμόζουν συστηματικά, ώστε οι πραγματικές τιμές αλκοόλ και ζαχαρούχων να αυξηθούν αισθητά έως το 2035.
«Όπλο πρόληψης» οι αυξήσεις φόρων
«Οι φόροι υγείας είναι ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία που διαθέτουμε», δηλώνει ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Γκεμπρεγέσους, ξεκαθαρίζοντας ότι στόχος είναι η μείωση της κατανάλωσης και ταυτόχρονα η ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων υγείας μέσω νέων εσόδων.
Ο ΠΟΥ συνδέει άμεσα την κατανάλωση αλκοόλ και ζάχαρης με παθήσεις όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη, καρκίνο, αλλά και με βία και τραυματισμούς και όπως επισημαίνει περισσότερα από 2,6 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από αιτίες που σχετίζονται με το αλκοόλ.
Φθηνότερο το αλκοόλ παρά τους φόρους
Παρά το γεγονός ότι πάνω από 160 χώρες φορολογούν τα αλκοολούχα ποτά, ο ΠΟΥ διαπιστώνει ότι η μπύρα και τα οινοπνευματώδη έχουν γίνει πιο προσιτά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι φορολογικοί συντελεστές δεν ακολουθούν τον πληθωρισμό.
Μόλις μία στις τέσσερις χώρες αναπροσαρμόζει συστηματικά τους φόρους στο αλκοόλ, ενώ σε τουλάχιστον 25 χώρες – κυρίως ευρωπαϊκές – το κρασί παραμένει αφορολόγητο, παρά τους «σαφείς κινδύνους για την υγεία», τονίζει ο Οργανισμός.
Στο στόχαστρο και τα ζαχαρούχα ποτά
Αντίστοιχες πιέσεις ασκεί ο ΠΟΥ και για τα ζαχαρούχα ποτά, τα οποία χαρακτηρίζει βασική πηγή πρόσληψης ζάχαρης χωρίς διατροφική αξία. Αν και 116 χώρες επιβάλλουν κάποιον φόρο, οι επιβαρύνσεις κρίνονται χαμηλές, προσθέτοντας μόλις περίπου 2% στην τελική τιμή.
Ο ΠΟΥ επιμένει ότι η φορολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση την ποσότητα προστιθέμενης ζάχαρης, ώστε να ενθαρρύνεται η στροφή σε προϊόντα με λιγότερη ή καθόλου ζάχαρη – πρακτική που εφαρμόζεται σήμερα σε λιγότερο από το 25% των χωρών.
