Οι φαρμακευτικές εταιρείες καθυστερούν στρατηγικά το λανσάρισμα νέων φαρμάκων στην ευρωπαϊκή αγορά, καθώς ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις έντονες πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ριζικές αλλαγές στην τιμολογιακή πολιτική που προωθεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, εμπορικές ενώσεις και πρόσφατα δεδομένα, ο Λευκός Οίκος επιδιώκει συστηματικά τη μείωση του κόστους των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις ΗΠΑ, μια χώρα που παραδοσιακά καταβάλλει σημαντικά υψηλότερα ποσά σε σχέση με άλλα ανεπτυγμένα κράτη.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η βιομηχανία αδικεί τους Αμερικανούς καταναλωτές και επιχειρεί να συνδέσει το κόστος των φαρμάκων στην Αμερική με τις τιμές που ισχύουν στον υπόλοιπο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, μέσω της πολιτικής του «πλέον ευνοούμενου κράτους».
Αυτή η εξέλιξη έχει αναγκάσει τις φαρμακοβιομηχανίες να αναστείλουν την κυκλοφορία ορισμένων σκευασμάτων στις ευρωπαϊκές αγορές, όπου οι δαπάνες για την υγεία είναι χαμηλότερες, προκειμένου να μην συμπαρασύρουν προς τα κάτω τις τιμές στην αμερικανική αγορά των 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για μια εξαιρετικά περίπλοκη άσκηση ισορροπίας για τους διευθύνοντες συμβούλους των εταιρειών και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής υγείας στην Ευρώπη. Ο Στέφαν Όλριχ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Επιχειρήσεων (EFPIA) και υψηλόβαθμο στέλεχος της Bayer, επισημαίνει ότι ήδη παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια καθυστερήσεων στις εισαγωγές νέων προϊόντων στην Ευρώπη, ως άμεση συνέπεια της αβεβαιότητας για το πώς αυτές οι κινήσεις θα επηρεάσουν τελικά την κερδοφορία στις ΗΠΑ.
Η κατακόρυφη πτώση των νέων κυκλοφοριών στην ευρωπαϊκή αγορά
Τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών GlobalData επιβεβαιώνουν τους φόβους της βιομηχανίας, δείχνοντας ότι οι νέες κυκλοφορίες φαρμάκων στην Ευρώπη έχουν μειωθεί δραματικά από τον Μάιο, όταν οι ΗΠΑ εισήγαγαν το σύστημα διεθνούς τιμολόγησης αναφοράς. Συγκεκριμένα, η ανάλυση καταγράφει πτώση της τάξης του 35% στις ευρωπαϊκές αγορές κατά τους δέκα μήνες που ακολούθησαν το εκτελεστικό διάταγμα Τραμπ, σε σύγκριση με το αντίστοιχο προηγούμενο διάστημα. Η τακτική αυτή φαίνεται να αποσκοπεί στη διασφάλιση υψηλών τιμών στις ΗΠΑ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αποφεύγοντας τη δημιουργία ενός χαμηλού παγκόσμιου σημείου αναφοράς μέσω της Ευρώπης.
Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις διαπραγματεύονται τις τιμές απευθείας με τα εθνικά συστήματα υγείας για να διατηρήσουν το κόστος χαμηλά, ενώ στις ΗΠΑ λειτουργεί ένα δαιδαλώδες σύστημα διαπραγματεύσεων μεταξύ εταιρειών, ασφαλιστικών φορέων και διαχειριστών φαρμακευτικών οφελών. Ο Λιονέλ Κολέ, επικεφαλής της γαλλικής υγειονομικής αρχής HAS, δηλώνει ότι οι κατασκευαστές αναβάλλουν όλο και συχνότερα τις αποφάσεις τους για τη διαδικασία πρόωρης πρόσβασης στη Γαλλία, η οποία επιτρέπει στους ασθενείς να λαμβάνουν φάρμακα πριν από την επίσημη έγκριση. Οι αιτήσεις για τη διαδικασία αυτή μειώθηκαν από 25 το 2024 σε μόλις 10 πέρυσι, με τον Κολέ να τονίζει ότι η στρατηγική των εταιρειών έχει μεταβληθεί άρδην λόγω της πολιτικής Τραμπ.
Η αβεβαιότητα ως τροχοπέδη για την καινοτομία και την πρόσβαση
Η Γαλλία αποτελεί μια από τις αγορές με τις χαμηλότερες τιμές φαρμάκων στην Ευρώπη, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο των αμερικανικών τιμών. Καθώς οι τιμές σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία επηρεάζουν την τιμολόγηση σε όλη την υπόλοιπη ήπειρο, οι φαρμακοβιομηχανίες εμφανίζονται εξαιρετικά διστακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αμερικανική Insmed, η οποία ανέβαλε την κυκλοφορία του αντιφλεγμονώδους φαρμάκου Brunspri στη Γερμανία, ζητώντας σαφήνεια γύρω από τις προθέσεις της Ουάσιγκτον. Παρόλο που το σκεύασμα εγκρίθηκε στην Ευρώπη τον Νοέμβριο, η εταιρεία επέλεξε να το διαθέσει άμεσα μόνο στις ΗΠΑ, ακολουθώντας την τάση που θέλει το 90% των νέων φαρμάκων του 2025 να κυκλοφορούν πρώτα στην αμερικανική αγορά.
Την ίδια στιγμή, ηγετικά στελέχη κολοσσών όπως η Roche, η Novartis και η AstraZeneca ασκούν δριμεία κριτική στα ευρωπαϊκά κίνητρα για την καινοτομία, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Η Ευρώπη δαπανά μόλις το 1% του ΑΕΠ της για φαρμακευτικά προϊόντα, έναντι 2% των ΗΠΑ, γεγονός που οδηγεί σε απώλεια εδάφους στις επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης. Ορισμένες εταιρείες, όπως η Amgen και η Indivior, έχουν φτάσει στο σημείο να αποσύρουν φάρμακα από συγκεκριμένες ευρωπαϊκές αγορές, επικαλούμενες το μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Όπως περιγράφει γλαφυρά ο νομικός σύμβουλος υγείας Ρον Λάντον, η προσπάθεια κυκλοφορίας νέων φαρμάκων στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή μοιάζει με μια παρτίδα σκάκι με δεμένα μάτια, όπου η έλλειψη ορατότητας καθιστά κάθε κίνηση εξαιρετικά ριψοκίνδυνη για τους μετόχους και τους ασθενείς.
