Από τον Τάκη Μαραλέτο
Η Γεωργία δεν είναι από εκείνους τους ανθρώπους που υψώνουν εύκολα τη φωνή. Την ξέρω χρόνια. Μικρό μαγαζί λιανικής που το δουλεύει όλη η οικογένεια από το ξημέρωμα μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα, από αυτά που κρατάνε μια γειτονιά όρθια χωρίς να το διαφημίζουν. Σήμερα όμως δεν μίλησε. Ξέσπασε.

«Θα ψηφίσω Καρυστιανού. Να ξεβρομίσει ο τόπος. Να φύγουν αυτοί. Η Νέα Δημοκρατία και ο Μητσοτάκης», μου είπε με μένος, με εκείνη την καθαρή ένταση που δεν είναι τηλεοπτική. Είναι καθημερινή. Είναι το “δεν πάει άλλο” που δεν έχει ανάγκη από επιχειρήματα, γιατί έχει ήδη γίνει συναίσθημα.
Το 2.500 έγινε 7.500 και τι συμβαίνει όταν η οργή ψάχνει κάλπη και βρίσκει σύμβολο
Και μετά, χωρίς να αλλάξει τόνο, πέταξε μια λεπτομέρεια που ήταν πιο πολιτική από χίλιες αναλύσεις: «Η Γεωργία πλήρωνε 2.500 ευρώ εφορία τον χρόνο. Φέτος πλήρωσε 7.500. Την έβαλαν στο τεκμαρτό».
Δεν είπε “φορολογική μεταρρύθμιση”. Δεν είπε “αντικειμενικοποίηση εισοδήματος”. Είπε αυτό που λέει ο κόσμος όταν αισθάνεται ότι κάποιος τον έβαλε σε κουτί, του κόλλησε μια ταμπέλα και του έστειλε λογαριασμό: “Με βάλανε στο τεκμαρτό”.
Το 2.500 φόρος που έγινε 7.500 δεν είναι απλώς τριπλασιασμός. Είναι μετάφραση. Από τη γλώσσα του κράτους στη γλώσσα του θυμού. Είναι η στιγμή που ο μικρός επαγγελματίας δεν αισθάνεται απλώς πιεσμένος. Αισθάνεται ύποπτος. Προκαταβολικά ένοχος. Σαν να του λένε: “Ξέρω καλύτερα από σένα πόσα βγάζεις. Και θα πληρώσεις γι’ αυτό”.
Από εκεί ξεκινάνε όλα τα υπόλοιπα. Όχι από ιδεολογίες. Από την αίσθηση ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στη σχέση πολίτη–κράτους.
Και κάπου εκεί επιστρέφει πάντα, σαν παλιό ελληνικό ρεφρέν, το σύνθημα της “κάθαρσης”.
Από το “να ξεβρομίσει ο τόπος” στο πολιτικό αδιέξοδο και η Ελλάδα ξανά στο ίδιο έργο
Η “κάθαρση” στην Ελλάδα δεν είναι απλώς πολιτικό αίτημα. Είναι πολιτική ψυχολογία. Είναι η ανάγκη να βρεθεί ένας ένοχος, να τιμωρηθεί, να καθαρίσει ο τόπος, να ξαναγίνει η ζωή “όπως πρέπει”. Έχει κάτι από αρχαίο δράμα και κάτι από γειτονιά. Είναι η στιγμή που η κοινωνία δεν ζητάει πρόγραμμα. Ζητάει δικαίωση.
Δεν είναι καινούργιο. Επιστρέφει κάθε φορά που ο κόσμος νιώθει ότι το σύστημα δεν διορθώνεται. Ότι δεν υπάρχει πόρτα να χτυπήσει. Ότι δεν ακούγεται.
Και το πιο πρόσφατο μεγάλο κύμα “κάθαρσης”, το πιο νωπό στη μνήμη μας, είχε όνομα: Τσίπρας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανέβηκε στην εξουσία με την κλασική έννοια της πολιτικής ανόδου. Ανέβηκε σαν κύμα. Πάνω σε αγανάκτηση, αίσθημα αδικίας, κοινωνική εξάντληση, θυμό για τα μνημόνια, για τους “παλιούς”, για τους “τεχνοκράτες”, για τους “βολεμένους”. Και μαζί ανέβηκε μια υπόσχεση που δεν ήταν καν τόσο συγκεκριμένη όσο νομίζουμε σήμερα: “Θα τελειώσουμε με το παλιό. Θα καθαρίσουμε”.
Εκείνη η περίοδος είχε μια επικίνδυνη γοητεία. Έδινε στον πολίτη ένα είδος ηθικής ανωτερότητας: “Εγώ είμαι ο καθαρός, αυτοί είναι οι βρώμικοι”. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να μιλάει έτσι, έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα προς την πολιτική τύφλωση.
Γιατί μετά έρχεται η πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο πεζή από τα συνθήματα. Συμβιβασμοί, στροφές, ρήξεις που δεν έγιναν, υποσχέσεις που ξέφτισαν, μια χώρα που πέρασε από την ψευδαίσθηση στην κόπωση. Και πολλοί από εκείνους που ψήφισαν “για να καθαρίσει ο τόπος”, ένιωσαν στο τέλος ότι απλώς άλλαξαν οι πρωταγωνιστές, όχι το έργο.
Το πιο ύπουλο αποτέλεσμα αυτών των κύκλων δεν είναι ότι “ο κόσμος κάνει λάθος”. Είναι ότι ο κόσμος, όταν απογοητεύεται, δεν γίνεται πιο ώριμος. Γίνεται πιο κυνικός. Και τότε η πολιτική μετατρέπεται σε μια αλυσίδα από τιμωρίες. Τιμωρώ τον προηγούμενο, φέρνω τον επόμενο, απογοητεύομαι, ξανατιμωρώ.
Αυτό είναι το πρόβλημα με τα κύματα αγανάκτησης. Δεν παράγουν μόνο αλλαγή. Παράγουν και εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα προβλήματα. Παράγουν την ανάγκη για “σωτήρες”, για πρόσωπα-σύμβολα, για καθαρτικές ψήφους. Και πολύ συχνά οδηγούν σε αδιέξοδες πολιτικές, σε οπισθοχώρηση, σε χαμένο χρόνο. Όχι επειδή ο θυμός είναι άδικος – αλλά επειδή ο θυμός είναι κακός σύμβουλος όταν γίνεται στρατηγική.
Σήμερα, αυτό το “ρεύμα” ψάχνει νέο σχήμα. Και βρίσκει νέα πρόσωπα.
Η Καρυστιανού, ως σύμβολο, δεν είναι απλώς ένα πολιτικό όνομα στο στόμα της Γεωργίας. Είναι ένα δοχείο. Μέσα του χύνονται όλα: η οργή για την αδικία, η δυσπιστία για το κράτος, η αίσθηση ότι “κανείς δεν πληρώνει”, η ανάγκη να υπάρξει μια τιμωρία. Είναι η ψήφος που δεν λέει “πιστεύω σε αυτό”. Λέει “δεν αντέχω άλλο αυτό”.
Και κάπου εδώ μπαίνει αναπόφευκτα η σύγκριση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η Νέα Δημοκρατία του 2019 δεν εξελέγη πάνω σε κύμα κάθαρσης. Εξελέγη πάνω σε υπόσχεση σταθεροποίησης. Να μπει μια τάξη, να φύγει η αίσθηση της περιπέτειας, να υπάρξει μια κανονικότητα. Για πολλούς, αυτό πράγματι ήρθε με την ψηφιοποίηση υπηρεσιών, την πιο καθαρή εικόνα προς τα έξω, το επενδυτικό αφήγημα, και μια αίσθηση ότι “η χώρα δεν κάνει ζιγκ-ζαγκ κάθε εβδομάδα”.
Αλλά η σταθεροποίηση έχει και τη σκοτεινή της πλευρά. Όταν η καθημερινότητα πιέζει, όταν η ακρίβεια τρώει μισθούς και τζίρους, όταν η μικρή επιχείρηση αισθάνεται ότι την αντιμετωπίζουν με υποψία, τότε η “σταθερότητα” ακούγεται σαν λέξη που την λένε οι άλλοι. Οι από πάνω. Όχι εκείνοι που μετράνε κάθε μέρα το ταμείο και τις υποχρεώσεις.
Και το τεκμαρτό, όσο κι αν παρουσιάζεται ως εργαλείο “δικαιοσύνης”, στον μικρό επαγγελματία ακούγεται σαν σφραγίδα: “Σε θεωρώ φοροφυγά, άρα θα πληρώσεις”.
Αυτό το σημείο είναι πολιτικά εκρηκτικό, γιατί δεν αφορά μόνο χρήματα. Αφορά αξιοπρέπεια. Κι όταν χτυπάς την αξιοπρέπεια, ο πολίτης δεν θα αντιδράσει με Excel. Θα αντιδράσει στην κάλπη.
Το παράδοξο είναι ότι βρισκόμαστε σε μια συγκυρία όπου, αντικειμενικά, η χώρα έχει λόγους να φοβάται τις περιπέτειες. Ο κόσμος ταρακουνιέται από βίαιες αλλαγές: γεωπολιτικές συγκρούσεις, οικονομική ανασφάλεια, ενεργειακές αναταράξεις, τεχνολογικές ανατροπές που αλλάζουν δουλειές και αγορές χωρίς προειδοποίηση. Δεν είναι εποχή για πολιτική εφηβεία.
Και πάνω από όλα, υπάρχει ο εθνικός κίνδυνος με την Τουρκία. Δεν είναι σενάριο τρόμου, είναι σταθερή μεταβλητή. Είτε με θερμά επεισόδια, είτε με γκρίζες ζώνες, είτε με πίεση σε διπλωματικό επίπεδο, η χώρα χρειάζεται σοβαρότητα, συνέπεια, ψυχραιμία. Σε τέτοια περιβάλλοντα, τα πολιτικά πειράματα κοστίζουν. Όχι σε αφηρημένο επίπεδο. Στην πραγματική ισχύ της χώρας.
Κι όμως, η πολιτική δεν κινείται μόνο με βάση το “τι πρέπει”. Κινείται με βάση το “τι νιώθει” ο κόσμος.
Και αυτό που νιώθει σήμερα ένα κομμάτι της κοινωνίας, όπως καταγράφεται και στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις ως τάση, είναι κάτι σαν συλλογική δυσπιστία: προς τους θεσμούς, προς τα κόμματα, προς τις υποσχέσεις. Υπάρχει ρευστότητα, διάχυση της ψήφου, μια τιμωρητική διάθεση που ψάχνει διέξοδο. Η ψήφος γίνεται συχνά “αντι-” και όχι “υπέρ”.
Σε αυτό το κλίμα, τα πρόσωπα-σύμβολα αποκτούν δύναμη. Όχι επειδή έχουν ολοκληρωμένο πρόγραμμα. Αλλά επειδή μπορούν να συμπυκνώσουν οργή σε μία λέξη. Σε ένα όνομα.
Και εδώ έρχεται μια ειρωνεία που την βλέπουμε ξανά και ξανά στην ελληνική πολιτική: τα μικρά κόμματα που επένδυσαν στην καταγγελία, στον θυμό, στην “αντισυστημική” ταυτότητα, φαίνεται να παθαίνουν τη μεγαλύτερη ζημιά όταν εμφανίζεται ένα νέο, ισχυρότερο σύμβολο.
Γιατί τα μικρά κόμματα της Βουλής, σε μεγάλο βαθμό, τρέφονται από το ίδιο συναίσθημα που περιγράφει η Γεωργία. Το “να φύγουν οι άλλοι”. Το “να πληρώσουν”. Το “να καθαρίσει”. Μόνο που όταν έρχεται μια φιγούρα που μονοπωλεί αυτή την ανάγκη πιο αυθεντικά, πιο δυνατά, πιο φορτισμένα, τότε τα κόμματα αυτά μένουν χωρίς ρόλο. Είναι σαν να έστρωσαν το έδαφος και μετά τους πήραν το χωράφι.
Το πολιτικό σύστημα έχει την τάση να παίζει με τη φωτιά της αγανάκτησης, επειδή βραχυπρόθεσμα δίνει ψήφους. Αλλά η αγανάκτηση δεν είναι κατοικίδιο. Δεν κάθεται ήσυχη. Μεγαλώνει, αλλάζει μορφή, μετακινείται. Και στο τέλος μπορεί να κάψει και εκείνους που την επικαλέστηκαν.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Γεωργία έχει δίκιο να θυμώνει. Το έχει. Το ερώτημα είναι τι γίνεται όταν αυτός ο θυμός γίνεται πολιτική επιλογή χωρίς σχέδιο.
Γιατί το “να ξεβρομίσει ο τόπος” είναι σύνθημα που ακούγεται ωραία όταν το λες. Αλλά είναι επικίνδυνο όταν το εφαρμόζεις. Ιστορικά, στην Ελλάδα, η κάθαρση σπάνια έφερε κάθαρση. Πιο συχνά έφερε ένα νέο γύρο απογοήτευσης.
Και η χώρα, ειδικά τώρα, δεν έχει πολλά περιθώρια για άλλον έναν γύρο. Όχι γιατί “πρέπει να μείνει η παρούσα κυβέρνηση”. Αλλά γιατί το κόστος της αστάθειας δεν είναι πια θεωρία. Είναι λογαριασμός.
Στο τέλος της κουβέντας, η Γεωργία δεν ζήτησε πολιτική ανάλυση. Ζήτησε να την καταλάβεις. Αυτό είναι το πιο δύσκολο για κάθε κυβέρνηση, να μην διοικεί μόνο σωστά, αλλά να μην αφήνει τον πολίτη να νιώθει αόρατος.
Γιατί όταν ο πολίτης νιώσει αόρατος, ψηφίζει για να τον δουν. Και όταν ψηφίζει για να τον δουν, δεν τον νοιάζει πάντα πού θα πάει η χώρα. Τον νοιάζει να πληρώσει κάποιος άλλος πρώτα.
Κι εκεί αρχίζει ο κύκλος από την αρχή.
