Νέα πανελλαδική έρευνα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας αποκαλύπτει πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα στο «ξέρω» και στο «κάνω» όταν πρόκειται για την καρδιαγγειακή υγεία.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Σχεδόν επτά στους δέκα Έλληνες θεωρούν τα καρδιαγγειακά νοσήματα πολύ σοβαρό πρόβλημα, αλλά μόλις ένας στους τέσσερις γνωρίζει ότι αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου στη χώρα. Οι περισσότεροι ξέρουν ότι το κάπνισμα βλάπτει την καρδιά, κι όμως σχεδόν οι μισοί καπνίζουν ή ατμίζουν. Οκτώ στους δέκα έχουν ακούσει για την ΚΑΡΠΑ, αλλά μόνο ένας στους τέσσερις έχει εκπαιδευτεί να την εφαρμόζει. Αυτές οι αντιφάσεις βρίσκονται στον πυρήνα της νέας πανελλαδικής έρευνας που ανέθεσε η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία (ΕΚΕ) στην εταιρεία MARC. Πραγματοποιήθηκε από τις 4 έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2026, σε δείγμα 1.211 ατόμων ηλικίας 18 ετών και άνω από όλη τη χώρα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η γνώση για την καρδιαγγειακή υγεία υπάρχει, αλλά δεν μετατρέπεται πάντα σε προσωπική επίγνωση του κινδύνου, σε σταθερές συνήθειες πρόληψης ή σε ετοιμότητα για άμεση αντίδραση σε ένα επείγον περιστατικό. Τα βασικά ευρήματα παρουσιάστηκαν σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αμφιθέατρο της ΕΚΕ από τον πρόεδρό της, καθηγητή Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ Κώστα Τούτουζα, και τον διευθύνοντα σύμβουλο της MARC, Θ. Γεράκη. Στη συζήτηση με τους εκπροσώπους των ΜΜΕ συμμετείχαν επίσης ο αντιπρόεδρος της ΕΚΕ και καθηγητής Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Λάμπρος Μιχάλης, ο γενικός γραμματέας Αθανάσιος Τρίκας και ο πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας Πρόληψης και Αποκατάστασης Εμμανουήλ Παξιμαδάκης.
Σοβαρό πρόβλημα, αλλά όχι «ο μεγάλος φονιάς»
Το 65,9% των ερωτηθέντων θεωρεί τα καρδιαγγειακά νοσήματα πολύ ή εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Όταν όμως κλήθηκαν να υποδείξουν τη σημαντικότερη αιτία θανάτου στην Ελλάδα, μόλις το 25,1% απάντησε «καρδιαγγειακά νοσήματα». Το 39,5% ανέφερε τον καρκίνο και το 29,8% τα τροχαία.
Το έλλειμμα αντίληψης είναι ακόμη πιο έντονο στους νέους. Στην ηλικιακή ομάδα 18–34 ετών, μόλις το 14,4% αναγνωρίζει τα καρδιαγγειακά ως κύρια αιτία θανάτου. Η σοβαρότητα της νόσου γίνεται λοιπόν αντιληπτή, όχι όμως και το πραγματικό της μέγεθος.
Μια νόσος που εξακολουθεί να θεωρείται «ανδρική υπόθεση»
Το 50,7% των πολιτών πιστεύει ότι τα καρδιαγγειακά αφορούν κυρίως τους άνδρες, ενώ το 43,6% θεωρεί ότι αφορούν εξίσου και τα δύο φύλα. Η πεποίθηση αυτή είναι εντονότερη στους ίδιους τους άνδρες (57,5%) και στους πολίτες άνω των 65 ετών (63,6%).
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ενημέρωση δεν αρκεί να περιορίζεται σε μια γενική αναφορά στους παράγοντες κινδύνου. Χρειάζεται να περνά καθαρά το μήνυμα ότι η πρόληψη αφορά όλες τις ηλικίες και τα δύο φύλα.
Οι παράγοντες κινδύνου: τους ξέρουμε, αλλά δεν τους ιεραρχούμε σωστά
Οι πιο γνωστοί παράγοντες κινδύνου αναγνωρίζονται από σχεδόν όλους. Την παχυσαρκία συνδέει με την καρδιαγγειακή νόσο το 91,2%, το άγχος το 89,5%, την υπέρταση το 88,4% και το κάπνισμα το 87,5%.
Η εικόνα αλλάζει όταν οι πολίτες καλούνται να ιεραρχήσουν ποιοι παράγοντες αυξάνουν περισσότερο τον κίνδυνο. Το κάπνισμα βρίσκεται στην κορυφή με 64,3%, ακολουθεί η παχυσαρκία με 61%, και το άγχος συγκεντρώνει 45,3%. Έτσι το άγχος κατατάσσεται υψηλότερα από τη LDL χοληστερόλη (40%) και τον διαβήτη (26,3%). Ιδιαίτερα χαμηλά βρίσκονται ο διαβήτης και η χρόνια νεφρική νόσος.
Η σύνδεση της χρόνιας νεφρικής νόσου με την καρδιαγγειακή νόσο αναγνωρίζεται μόλις από το 55,4%, ενώ το 20,2% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι να απαντήσει.
Έμφραγμα: τα τυπικά συμπτώματα φαίνονται, τα άτυπα μένουν στο σκοτάδι
Ο πόνος ή το σφίξιμο στο στήθος είναι το σύμπτωμα εμφράγματος που αναγνωρίζεται περισσότερο (81%). Ακολουθεί ο πόνος που επεκτείνεται στο χέρι, τον ώμο ή τη γνάθο (68,5%). Τα λιγότερο τυπικά συμπτώματα αναγνωρίζονται πολύ λιγότερο: η δύσπνοια από το 54,5%, ο κρύος ιδρώτας από το 45,5%, η ξαφνική αδυναμία από το 35,9% και η ναυτία μόλις από το 35,7%.
Το κενό αυτό μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο για την έγκαιρη αντίδραση. Συνολικά, μόλις το 38,8% αισθάνεται σίγουρο ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό, ενώ το 43,1% απαντά ότι «ίσως να μπορέσει».
ΕΚΑΒ: η πρόθεση υπάρχει, ο αριθμός που δεν γνωρίζουν όλοι
Το 77,8% δηλώνει ότι θα καλούσε αμέσως το ΕΚΑΒ σε επείγον περιστατικό. Ωστόσο, μόνο το 59,3% γνωρίζει τον αριθμό 166. Το 29,1% δεν τον θυμάται και θα έψαχνε ποιον να καλέσει, ενώ το 4,4% αναφέρει το 112. Η πρόθεση για άμεση αντίδραση δεν συνοδεύεται, δηλαδή, πάντα από πρακτική ετοιμότητα, και σε μια επείγουσα κατάσταση τα δευτερόλεπτα μετρούν.
«Αυτό αφορά τους άλλους»: η υποτίμηση του προσωπικού κινδύνου
Η απόσταση ανάμεσα στη γενική αναγνώριση του κινδύνου και στην προσωπική αντίληψη είναι εμφανής. Στην ερώτηση για την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν καρδιαγγειακό πρόβλημα μέσα στην επόμενη δεκαετία, το 29,9% τη θεωρεί ελάχιστη ή καθόλου πιθανή και ένα ακόμη 11,9% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει. Μόλις το 22,5% τη θεωρεί πολύ ή εξαιρετικά πιθανή.
Η εικόνα ενισχύει την εντύπωση ότι τα καρδιαγγειακά αντιμετωπίζονται συχνά ως πρόβλημα που αφορά περισσότερο «τους άλλους» παρά τον ίδιο τον πολίτη.
Γνωρίζουμε τα όρια γενικά, όχι τις δικές μας τιμές
Το 74,9% δηλώνει ότι γνωρίζει τα φυσιολογικά όρια της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και της χοληστερόλης. Όταν η ερώτηση γίνεται προσωπική, τα ποσοστά πέφτουν. Με σιγουριά γνωρίζουν τη δική τους αρτηριακή πίεση το 59,8%, τη χοληστερόλη το 54,4% και το σάκχαρο το 53,9%. Τον δείκτη μάζας σώματος γνωρίζει μόλις το 39,4%.
Κάνουμε εξετάσεις, αλλά δεν μιλάμε αρκετά για τον κίνδυνο
Το 77,9% δηλώνει ότι έκανε προληπτικό έλεγχο μέσα στον τελευταίο χρόνο. Ωστόσο, το 39,9% δεν συζήτησε καθόλου με γιατρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αναλυτικά, το 34,5% τον συζήτησε διεξοδικά και το 20,2% επιγραμματικά. Επιπλέον, μόλις το 45,6% έχει ελέγξει τη νεφρική του λειτουργία την τελευταία τριετία.
Με άλλα λόγια, οι εξετάσεις γίνονται, αλλά δεν αξιοποιούνται πάντα στο μέγιστο για την εκτίμηση του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου.
Όταν η γνώση δεν γίνεται συνήθεια
Παρά την υψηλή αναγνώριση του καπνίσματος ως παράγοντα κινδύνου, το 42% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι καπνίζει ή ατμίζει. Από αυτούς, το 29,4% καπνίζει καθημερινά και το 12,6% περιστασιακά. Το 45,4% θεωρεί ότι το βάρος του είναι πάνω από το κανονικό και το 23,7% ασκείται μία φορά την εβδομάδα ή λιγότερο. Στη διατροφή, το 48,3% καταναλώνει κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, ενώ το 17% δηλώνει ότι πίνει περισσότερα από πέντε ποτά την εβδομάδα.
Η γνώση των κινδύνων, επομένως, δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχη αλλαγή συμπεριφοράς.
«Προλαμβάνω τα καρδιαγγειακά»: μια θετική εξαίρεση
Η εικόνα είναι ενθαρρυντική για το πρόγραμμα «Προλαμβάνω τα καρδιαγγειακά». Το έχει ακούσει το 85,7% των ερωτηθέντων και πρόσκληση έλαβε το 71,9% των ατόμων ηλικίας 30–70 ετών. Από όσους κλήθηκαν, το 58% ολοκλήρωσε τις εξετάσεις, το 17,8% τις έκανε εν μέρει και το 19,6% δεν τις έκανε. Οι συχνότεροι λόγοι για όσους δεν προχώρησαν ήταν ότι είχαν ήδη κάνει αντίστοιχες εξετάσεις (30%) και η έλλειψη χρόνου (26,4%).
Σε ποιον εμπιστευόμαστε την ενημέρωση για την καρδιά μας
Το 51,8% των πολιτών δηλώνει ότι γνωρίζει αρκετά για την καρδιαγγειακή υγεία, αλλά θα ήθελε να μάθει περισσότερα. Ο καρδιολόγος είναι με διαφορά η πηγή που εμπιστεύονται περισσότερο (79,9%), ακολουθούν ο οικογενειακός γιατρός (54,5%) και η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία (23,4%). Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συγκεντρώνουν μόλις 5,5% και η τεχνητή νοημοσύνη 5,3%. Ο γιατρός παραμένει ο πιο αξιόπιστος φορέας πληροφόρησης για την πρόληψη.
ΚΑΡΠΑ και απινιδωτής: γνωρίζουμε τι είναι, λίγοι ξέρουμε να τα χρησιμοποιήσουμε
Το 82,6% γνωρίζει τι είναι η ΚΑΡΠΑ, αλλά μόλις το 25,5% έχει εκπαιδευτεί να την εφαρμόζει. Τον απινιδωτή γνωρίζει το 72,8%, όμως μόνο το 19,5% δηλώνει ότι θα ήξερε να τον χρησιμοποιήσει. Η διάθεση για εκπαίδευση είναι πάντως υψηλή: το 74,2% θα ενδιαφερόταν να παρακολουθήσει σεμινάριο ΚΑΡΠΑ της ΕΚΕ.
Η ίδια απόσταση φαίνεται στην πρόθεση δράσης σε περίπτωση κατάρρευσης ενός ατόμου από καρδιακή ανακοπή. Το 24,3% θα επιχειρούσε ΚΑΡΠΑ επειδή γνωρίζει την τεχνική και το 46% θα το έκανε με τηλεφωνική καθοδήγηση από το ΕΚΑΒ. Το 20,6% δηλώνει ότι δεν θα αναλάμβανε την ευθύνη.
Τι ζητούν οι πολίτες από την Πολιτεία
Η κοινωνική στήριξη για περισσότερη πρόληψη και εκπαίδευση είναι ισχυρή. Όλα τα προτεινόμενα μέτρα συγκεντρώνουν αποδοχή άνω του 83%, με χαμηλότερη την αυστηρότερη εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας (83,4%). Το 96,4% τάσσεται υπέρ της εκπαίδευσης για τους παράγοντες κινδύνου στα σχολεία, το 94,1% υπέρ περισσότερων απινιδωτών σε δημόσιους χώρους και το 93% υπέρ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην ΚΑΡΠΑ στο σχολείο.
Ως πρώτη προτεραιότητα της Πολιτείας οι πολίτες βάζουν τη συνέχιση και ενίσχυση των προληπτικών εξετάσεων και του προγράμματος «Προλαμβάνω» (58,4%). Ακολουθούν η εκπαίδευση από το σχολείο (51,7%) και η τοποθέτηση περισσότερων απινιδωτών σε συνδυασμό με εκπαίδευση στην ΚΑΡΠΑ (42,5%). Χαμηλότερα βρίσκονται η βελτίωση της πρόσβασης στην πρωτοβάθμια φροντίδα (25,1%), η προώθηση υγιεινότερων τροφίμων (24,2%) και οι εκστρατείες ενημέρωσης (11,2%).
Το κεντρικό μήνυμα: από το «ξέρω» στο «κάνω»
Τα ευρήματα σκιαγραφούν μια κοινωνία που αναγνωρίζει τη σημασία της καρδιαγγειακής υγείας, αλλά δεν έχει μετατρέψει ακόμη τη γνώση σε σταθερή προσωπική πρόληψη και επαρκή ετοιμότητα για ένα επείγον περιστατικό. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο να μεταδοθεί περισσότερη πληροφορία. Είναι να γίνει η πληροφορία προσωπική επίγνωση, αλλαγή καθημερινών συνηθειών, συστηματικός έλεγχος των παραγόντων κινδύνου και, κυρίως, ικανότητα άμεσης αντίδρασης όταν κάθε λεπτό μπορεί να έχει σημασία.
Η έρευνα αφήνει και περιθώριο αισιοδοξίας. Οι πολίτες δηλώνουν πρόθυμοι να εκπαιδευτούν στην ΚΑΡΠΑ, στηρίζουν με πολύ υψηλά ποσοστά την εκπαίδευση στα σχολεία και τάσσονται υπέρ της ενίσχυσης της πρόληψης και της παρουσίας απινιδωτών σε δημόσιους χώρους. Η ενημέρωση υπάρχει, η διάθεση για πρόληψη υπάρχει, και η κοινωνική αποδοχή για περισσότερη εκπαίδευση υπάρχει. Το ζητούμενο είναι να μειωθεί η απόσταση ανάμεσα στο γνωρίζω και στο πράττω το καλύτερο για την καρδιά μας.
Ο πρόεδρος της ΕΚΕ, Κώστας Τούτουζας, σχολίζοντας τα αποτελέσματα, τόνισε: «Η έρευνα της ΕΚΕ αποτυπώνει με σαφήνεια την ανάγκη για ενημέρωση των πολιτών από την παιδική ηλικία. Ταυτόχρονα καταγράφει μια ισχυρή κοινωνική προσδοκία για περισσότερη πρόληψη, περισσότερη εκπαίδευση και πιο αποτελεσματική προστασία της καρδιαγγειακής υγείας, στην οποία όλοι από κοινού, Πολιτεία, επιστημονικοί φορείς και η κοινωνία των ασθενών, οφείλουν να συνεργαστούν και να δράσουν αποτελεσματικά».
