Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης 62ης Ετήσιας Συνάντησης της AESGP στο Βερολίνο ηγέτες της βιομηχανίας, της πολιτικής και των ρυθμιστικών αρχών συζήτησαν το πώς η αυτοφροντίδα μπορεί να ενισχύσει ανθεκτικά, βιώσιμα και ασθενοκεντρικά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης σε όλη την Ευρώπη αναδεικνύοντας από τη μία την ανάγκη να της δοθεί στρατηγική προτεραιότητα, προειδοποιώντας από την άλλη για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο χώρος από ρυθμιστικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Η AESGP τόνισε ότι η ευρωπαϊκή Οδηγία UWWTD για τα αστικά λύματα απειλεί την προσιτή τιμή των προϊόντων, ενώ η γραφειοκρατία και η έλλειψη ενιαίας αγοράς υπονομεύουν την καινοτομία και την πρόσβαση των ασθενών.
Η αναθεωρημένη Οδηγία για την Επεξεργασία των Αστικών Λυμάτων (UWWTD) η οποία είναι πολύ πιο αυστηρή σε σχέση με εκείνη που είχε θεσπιστεί, το μακρινό 1991, τίθεται σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 2027 δέχθηκε σφοδρή κριτική από τους ηγέτες της βιομηχανίας αυτοφροντίδας.
Το κεντρικό σημείο τριβής είναι το σχήμα της Διευρυμένης Ευθύνης του Παραγωγού (EPR), το οποίο υποχρεώνει τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις εταιρείες καλλυντικών να καλύψουν τουλάχιστον το 80% του κόστους απομάκρυνσης των μικρορύπων από τα λύματα.
Ένα κόστος το οποίο όμως θεωρείται υπέρογκο. Σύμφωνα με αναλύσεις της PwC που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, το πραγματικό κόστος καθαρισμού των υδάτων της Ευρώπης ενδέχεται να είναι 3 έως 5 φορές υψηλότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μάλιστα, αναφέρθηκε ότι υπό ορισμένες συνθήκες η βιομηχανία κινδυνεύει να υπερχρεωθεί έως και κατά 50 φορές πάνω από το αναλογικό της μερίδιο. Ο Πρόεδρος της AESGP, Jonathan Workman, δήλωσε ότι η νομοθεσία έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της αναλογικότητας και της δίκαιης κατανομής. Παράλληλα, ο Lutz Boden από τον οργανισμό Pharma Deutschland χαρακτήρισε την οδηγία ως «υπερβολικά κακά σχεδιασμένη για να λειτουργήσει».
Η βιομηχανία προειδοποίησε ότι η επιβολή αυτών των τεράστιων δαπανών, σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε αυξήσεις στις τιμές των φαρμάκων.
Υπάρχει επίσης σοβαρός κίνδυνος να αποσυρθούν από την αγορά βασικά και οικονομικά σκευάσματα καθημερινής φροντίδας (όπως τα γενόσημα και τα OTC), περιορίζοντας την πρόσβαση των Ευρωπαίων πολιτών σε απαραίτητα προϊόντα υγείας.
Γενικότερα ο χώρος θεωρεί ότι πλήττεται η ανταγωνιστικότητα του κλάδου επιβαρύνοντας τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται και παράγουν εντός της ΕΕ, τη στιγμή που η ευρωπαϊκή οικονομία δέχεται ήδη πιέσεις.
Στο συνέδριο αναλύθηκαν οι τέσσερις παράλληλες νομικές κινήσεις που εκκρεμούν κατά των διατάξεων που αφορούν τη Διευρυμένη Ευθύνη του Παραγωγού (EPR). Παρόλο που το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ απέρριψε τον Φεβρουάριο μια αρχική προσφυγή της EFPIA αλλά και της Cosmetics Europe για τυπικούς-διαδικαστικούς λόγους, η ουσία των νομικών επιχειρημάτων (περί παραβίασης της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει” με δίκαιο τρόπο) παραμένει ενεργή. Εκτός της συγκεκριμένης προσφυγής οκτώ μεγάλες εταιρείες γενοσήμων φαρμάκων προχώρησαν στα τέλη Απριλίου σε εφέσεις κατά της απόρριψης των προσφυγών, ενώ παράλληλα και η Πολωνία ενεργώντας ως κράτος – μέλος της ΕΕ (προνομιακός προσφεύγων που δεν αντιμετωπίζει τα ίδια δικονομικά εμπόδια με τις ιδιωτικές εταιρείες) κατέθεσε προσφυγή ενώ προκειμένου να παρακάμψει το πρόβλημα του «μη παραδεκτού» των απευθείας προσφυγών, η βιομηχανία κινήθηκε σε εθνικό επίπεδο και οι ενώσεις Medicines for Ireland και Irish Pharmaceutical Healthcare Association (IPHA) προσέφυγαν στα εθνικά δικαστήρια της Ιρλανδίας.
Οι τέσσερις αυτές νομικές κινήσεις βασίζονται σε κοινά επιχειρήματα:
- Παραβίαση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»: Οι προσφεύγοντες θεωρούν άδικο να επωμίζονται το 80-100% του κόστους μόνο δύο κλάδοι, τη στιγμή που μικρορύποι στα λύματα προέρχονται και από άλλες βιομηχανίες.
- Κίνδυνο ελλείψεων σε φάρμακα: Προειδοποιούν επίσης ότι το δυσανάλογο οικονομικό βάρος, ειδικά στα φτηνά γενόσημα φάρμακα, θα απειλήσει τη βιωσιμότητά τους και θα οδηγήσει σε ελλείψεις στην αγορά.
Η AESGP που, όπως προαναφέρθηκε, τα συζήτησε όλα αυτά στην 62η ετήσια συνάντησή της, σε κοινή γραμμή με άλλους μεγάλους ευρωπαϊκούς φορείς (όπως οι Medicines for Europe και Cosmetics Europe), ζητά επισήμως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να «παγώσει το ρολόι» (Stop the Clock) της εφαρμογής της οδηγίας. Στόχος είναι να προηγηθεί μια στιβαρή και αντικειμενική επιστημονική ανάλυση για την ορθότερη κατανομή των βαρών.
Στο δελτίο Τύπου που εξέδωσε με αφορμή την ετήσια συνάντηση αναφέρεται στο θέμα της Οδηγίας τονίζοντας ότι «η βασισμένη σε τεκμηριωμένα στοιχεία και ισορροπημένη εφαρμογή θα είναι απαραίτητη για την αποφυγή ακούσιων συνεπειών στη διαθεσιμότητα, την οικονομική προσιτότητα και την καινοτομία».
