Τη σημαντική απόσταση ανάμεσα στη βελτίωση των στατιστικών δεικτών ανισότητας και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών αναδεικνύει η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», η οποία παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση του Ινστιτούτου.
Αν και η Ελλάδα εμφανίζει μικρότερες ανισότητες σε σχέση με την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως η υγεία και η μακροχρόνια φροντίδα, εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από το εισόδημα και την κοινωνική θέση των πολιτών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα ευρήματα για την υγεία, καθώς, παρά τις βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί μετά την κρίση, οι οικονομικές ανισότητες εξακολουθούν να μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές τόσο στην πρόσβαση στις υπηρεσίες όσο και στην κατάσταση υγείας των πολιτών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους περίθαλψης στα νοικοκυριά. Ως αποτέλεσμα, τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αντιμετωπίζουν σοβαρότερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.
Ενδεικτικά, το 32% των ατόμων που ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ότι έχει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, ποσοστό υπερτριπλάσιο από το 10% που καταγράφεται στο υψηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο. Παράλληλα, τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων με χαμηλότερα εισοδήματα, έναντι 18% στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, επιβεβαιώνοντας ότι οι οικονομικές ανισότητες επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα ζωής και το προσδόκιμο υγιούς διαβίωσης.
Εξίσου έντονες είναι οι προκλήσεις στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας, ο οποίος, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, παραμένει ένας από τους πιο αδύναμους πυλώνες του ελληνικού συστήματος κοινωνικής προστασίας. Σε μια περίοδο κατά την οποία η γήρανση του πληθυσμού επιταχύνεται, η χώρα εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στην οικογένεια για την κάλυψη των αναγκών φροντίδας ηλικιωμένων, ατόμων με αναπηρία και άλλων ευάλωτων ομάδων.
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 1,71% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση των σχετικών υπηρεσιών.
Οι ελλείψεις αυτές επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία δυσκολεύονται περισσότερο να καλύψουν τις ανάγκες φροντίδας, ενώ η άτυπη οικογενειακή φροντίδα παραμένει ο κυρίαρχος μηχανισμός υποστήριξης, με σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, ιδιαίτερα για τις γυναίκες που συχνά αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο βάρος της φροντίδας.
Συνολικά, η μελέτη του ΙΟΒΕ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τη βελτίωση των βασικών δεικτών ανισότητας την τελευταία δεκαετία, η καθημερινότητα πολλών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολίες πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες.


