Κάθε ανάσα που παίρνουμε μπορεί να κουβαλάει κάτι περισσότερο από οξυγόνο. Μια νέα ελληνική επιστημονική έρευνα, που τράβηξε τα βλέμματα στο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό συνέδριο πνευμονολογίας, το European Respiratory Society Congress, φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε μακρινό και αφηρημένο: την παρουσία μικροσκοπικών σωματιδίων πλαστικού στο εσωτερικό του ανθρώπινου πνεύμονα.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Η μελέτη, που εκπονήθηκε από ερευνητική ομάδα της Πνευμονολογικής Κλινικήςτου Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας και του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, έδειξε πως οι ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα έφεραν στους πνεύμονές τους περισσότερα μικροπλαστικά σε σύγκριση με ανθρώπους χωρίς κακοήθεια. Πρόκειται για ευρήματα που δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση, όμως ανοίγουν έναν νέο, συναρπαστικό δρόμο έρευνας για το πώς το περιβάλλον γύρω μας μπορεί, ενδεχομένως, να επηρεάζει τη λειτουργία των πνευμόνων μας.
Μια μελέτη που ξεχώρισε στη Βαρκελώνη
Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Πνευμονολογίας 2026 (ERS Congress 2026), που πραγματοποιήθηκε στη Βαρκελώνη, και ξεχώρισαν τόσο πολύ ώστε η European Respiratory Society τα επέλεξε για ειδική προβολή μέσω επίσημου δελτίου τύπου προς τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, μια διάκριση που δεν δίνεται εύκολα ανάμεσα σε εκατοντάδες επιστημονικές ανακοινώσεις. Την έρευνα παρουσίασε ο Ηλίας Δημέας, ερευνητής τόσο του University College Dublin όσο και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ενώ επιστημονικά υπεύθυνη ήταν η καθηγήτρια Πνευμονολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Ζωή Δανιήλ. Πρόκειται για ένα εγχείρημα με έντονα διεπιστημονικό και διεθνές χαρακτήρα, στο οποίο συμμετείχαν πνευμονολόγοι, καρδιολόγοι, γεωλόγοι, μηχανικοί μεταλλείων και ερευνητές από πανεπιστήμια και νοσοκομεία της Ελλάδας και της Ιρλανδίας.
Πώς σχεδιάστηκε η έρευνα
Στη μελέτη, συμμετείχαν 100 ενήλικες, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε διαγνωστική βρογχοσκόπηση στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Μετά την ολοκλήρωση της διαγνωστικής διαδικασίας, οι μισοί από αυτούς, δηλαδή 50 ασθενείς, διαγνώστηκαν με καρκίνο του πνεύμονα, ενώ οι υπόλοιποι 50 δεν εμφάνιζαν κάποια κακοήθεια, λειτουργώντας ως ομάδα σύγκρισης.
Από όλους τους συμμετέχοντες, συλλέχθηκαν δείγματα βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος, μιας διαδικασίας κατά την οποία χρησιμοποιείται φυσιολογικός ορός προκειμένου να συλλεχθούν κύτταρα και άλλο βιολογικό υλικό απευθείας από τους αεραγωγούς. Από 50 ασθενείς λήφθηκαν επιπλέον και μικρά δείγματα πνευμονικού ιστού, ώστε οι ερευνητές να έχουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Συνολικά, αναλύθηκαν 150 αναπνευστικά δείγματα, εκ των οποίων τα 100 ήταν δείγματα εκπλύματος και τα 50 δείγματα ιστού, με αυστηρά πρωτόκολλα και ειδικά μέτρα προφύλαξης ώστε να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα επιμόλυνσης κατά τη διάρκεια της συλλογής και της επεξεργασίας τους, ένα κρίσιμο σημείο σε αυτού του είδους τις αναλύσεις, όπου ακόμη και ένα σωματίδιο σκόνης θα μπορούσε να νοθεύσει τα αποτελέσματα. Η ανίχνευση των μικροπλαστικών έγινε αρχικά μικροσκοπικά, ενώ επιλεγμένα σωματίδια επιβεβαιώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν περαιτέρω με τη μέθοδο της φασματοσκοπίας micro-Raman, μιας τεχνικής που επιτρέπει την ακριβή αναγνώριση της χημικής σύστασης ακόμη και πολύ μικρών σωματιδίων.
Τι αποκάλυψαν τα δεδομένα
Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα. Μικροπλαστικά εντοπίστηκαν στο 66% των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα, έναντι 46% εκείνων χωρίς κακοήθεια. Συνολικά, σε τουλάχιστον ένα δείγμα, μικροπλαστικά ανιχνεύθηκαν στο 70% όλων των συμμετεχόντων και στο 60% του συνόλου των δειγμάτων που εξετάστηκαν, γεγονός που δείχνει πόσο διαδεδομένη είναι πλέον η παρουσία αυτών των σωματιδίων στον ανθρώπινο οργανισμό.
Πέρα από τη συχνότητα εμφάνισης, οι ασθενείς με καρκίνο παρουσίαζαν και μεγαλύτερο συνολικό φορτίο μικροπλαστικών, δηλαδή περισσότερα σωματίδια ανά δείγμα. Το ιδιαίτερα σημαντικό είναι πως αυτή η συσχέτιση παρέμεινε στατιστικά σημαντική ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, όπως η ηλικία, το φύλο και η έκθεση στο κάπνισμα, ενισχύοντας έτσι την αξιοπιστία του ευρήματος.
Στο σύνολο των δειγμάτων, εντοπίστηκαν 232 σωματίδια μικροπλαστικών, με τους πιο συχνούς τύπους πλαστικού να είναι το πολυπροπυλένιο και το πολυαιθυλένιο, δύο υλικά που συναντάμε καθημερινά σε συσκευασίες τροφίμων, υφάσματα, οικιακά αντικείμενα και πλήθος άλλων καταναλωτικών προϊόντων που χρησιμοποιούμε σχεδόν ασυναίσθητα κάθε μέρα.
Μια απρόσμενη λεπτομέρεια για την κατανομή τους στον πνεύμονα
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της μελέτης προέκυψε όταν οι ερευνητές συνδύασαν τα δύο είδη δειγμάτων, δηλαδή το έκπλυμα και τον ιστό, από τον ίδιο ασθενή. Διαπίστωσαν τότε ότι τα μικροπλαστικά δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μέσα στον πνεύμονα. Στους ασθενείς με καρκίνο, όταν το φορτίο μικροπλαστικών ήταν υψηλότερο στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα, τείνε να είναι χαμηλότερο στο αντίστοιχο δείγμα ιστού, και το αντίστροφο. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι διαφορετικές περιοχές ή δομές του πνεύμονα ενδέχεται να συγκρατούν τα εισπνεόμενα σωματίδια με διαφορετικό τρόπο, κάτι που ανοίγει νέα ερωτήματα σχετικά με τη βιολογία της εναπόθεσης πλαστικών σωματιδίων στους αεραγωγούς και στον πνευμονικό ιστό.
Τι σημαίνουν πραγματικά αυτά τα ευρήματα
Παρά το μέγεθος και τη σημασία των αποτελεσμάτων, οι ίδιοι οι ερευνητές είναι ξεκάθαροι σε ένα σημείο: η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι τα μικροπλαστικά προκαλούν καρκίνο του πνεύμονα. Πρόκειται για μια συσχέτιση, όχι για απόδειξη αιτιότητας. Ο Ηλίας Δημέας εξήγησε ότι τα αποτελέσματα δείχνουν πως τα εισπνεόμενα μικροπλαστικά βρίσκονται στον ανθρώπινο πνεύμονα πιο συχνά απ’ όσο πιθανότατα πιστεύαμε μέχρι σήμερα, σημειώνοντας όμως ότι η ίδια η μελέτη δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί εντοπίστηκαν περισσότερα σωματίδια στους ασθενείς με καρκίνο, ούτε να αποδείξει αιτιώδη σχέση ανάμεσα στα δύο. Όπως τόνισε, το εύρημα αναδεικνύει κρίσιμα ερωτήματα που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση. Δύο είναι, ουσιαστικά, οι πιθανές εξηγήσεις που εξετάζουν οι επιστήμονες:
Η πρώτη είναι ότι τα μικροπλαστικά μπορεί να συμμετέχουν σε φλεγμονώδεις ή άλλες βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την εμφάνιση ή την εξέλιξη ασθενειών του πνεύμονα.
Η δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα, είναι ότι ένας πνεύμονας που έχει ήδη προσβληθεί από νόσο μπορεί απλώς να συγκρατεί τα εισπνεόμενα σωματίδια με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με έναν υγιή πνεύμονα, λόγω αλλαγών στη δομή ή στη λειτουργία του.
Η συγκεκριμένη έρευνα δεν μπορεί από μόνη της να διακρίνει ποια από τις δύο ερμηνείες βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα, κάτι που αφήνει το πεδίο ανοιχτό για επόμενα βήματα.
Το ευρύτερο πλαίσιο: μια αυξανόμενη ανησυχία για τα μικροπλαστικά
Η συγκεκριμένη έρευνα δεν είναι μεμονωμένη, αλλά έρχεται να προστεθεί σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο σώμα επιστημονικών δεδομένων που δείχνει πως τα μικροπλαστικά, δηλαδή σωματίδια πλαστικού με διάμετρο μικρότερη των πέντε χιλιοστών, έχουν πλέον εντοπιστεί σχεδόν παντού γύρω μας αλλά και μέσα στον ίδιο τον ανθρώπινο οργανισμό, από το αίμα και τον πλακούντα μέχρι το ήπαρ και την καρδιά. Καθώς τα πλαστικά αντικείμενα φθείρονται με τον χρόνο, είτε λόγω έκθεσης στον ήλιο και στις καιρικές συνθήκες είτε λόγω μηχανικής τριβής, διασπώνται σε ολοένα και μικρότερα κομμάτια, τα οποία μπορούν να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα και να εισπνέονται μαζί με τον αέρα που αναπνέουμε καθημερινά, τόσο σε εξωτερικούς όσο και σε εσωτερικούς χώρους. Η νέα ελληνική μελέτη προσθέτει, έτσι, ισχυρά τεκμήρια στην υπόθεση ότι το αναπνευστικό μας σύστημα αποτελεί μία από τις βασικές «πύλες εισόδου» των μικροπλαστικών στον οργανισμό, με άγνωστες ακόμη μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία μας.
Τα επόμενα βήματα της ερευνητικής ομάδας
Η ελληνοϊρλανδική ερευνητική ομάδα δεν σταματά εδώ. Έχει ήδη ξεκινήσει νέες εργαστηριακές μελέτες με στόχο να κατανοήσει καλύτερα τόσο τους συγκεκριμένους τύπους πλαστικού που εντοπίζονται στον πνεύμονα όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα σωματίδια ενδέχεται να αλληλεπιδρούν σε κυτταρικό επίπεδο με τα κύτταρα του αναπνευστικού συστήματος. Παράλληλα, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη αναλύσεις δειγμάτων από ασθενείς με χρόνιες πνευμονικές παθήσεις, με στόχο να διερευνηθεί εάν τα μικροπλαστικά μπορεί να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο και στην πνευμονική ίνωση ή σε άλλες χρόνιες αναπνευστικές νόσους πέρα από τον καρκίνο.
Μια διεπιστημονική προσπάθεια με πολλά «χέρια»
Πίσω από τη μελέτη κρύβεται μια εντυπωσιακά ευρεία και πολυεπίπεδη συνεργασία. Την ερευνητική ομάδα της Πνευμονολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας και του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με επιστημονικά υπεύθυνη την καθηγήτρια Ζωή Δανιήλ, πλαισίωσαν, μεταξύ άλλων, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ι. Γουργουλιάνης, η Ελένη Καρέτση, ο Χαράλαμπος Βαρσαμάς, ο Ηλίας Δημέας, ο Κωνσταντίνος Τουρλακόπουλος, ο Αθανάσιος Παγώνης, η Αγγελική Μίζιου, η Παρασκευή Κύργου και ο Σωτήριος Σίνης. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετείχαν επίσης ερευνητές από τη Γ΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Η Σωτηρία» και την Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από το Εργαστήριο Ορυκτολογίας-Γεωλογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, από την Καρδιοθωρακοχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, από το Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ, από το University College Dublin και το St Vincent’s University Hospital, από το Tallaght University Hospital και το Trinity College Dublin, καθώς και από τη Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων-Μεταλλουργών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ένα τόσο ευρύ φάσμα ειδικοτήτων, από την κλινική πνευμονολογία μέχρι τη γεωλογία και την επιστήμη υλικών, δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο πόσο πολύπλοκο είναι το ζήτημα των μικροπλαστικών και πόσο απαραίτητη είναι η συνεργασία διαφορετικών επιστημονικών πεδίων για να το κατανοήσουμε πραγματικά.
Ένα νέο κεφάλαιο έρευνας για το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Η συγκεκριμένη μελέτη σηματοδοτεί, ουσιαστικά, το άνοιγμα ενός νέου ερευνητικού πεδίου για το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το οποίο συνδέει πλέον την κλινική πνευμονολογική έρευνα με την περιβαλλοντική επιστήμη και την εξειδικευμένη ανάλυση υλικών. Πέρα από την επιστημονική της αξία, η έρευνα έχει και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση, καθώς μας υπενθυμίζει πως η καθημερινή μας έκθεση σε πλαστικά, από τις συσκευασίες μέχρι τα υφάσματα που φοράμε, δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά ενδέχεται να αποτελεί και ζήτημα δημόσιας υγείας που αξίζει συστηματική και μακροχρόνια παρακολούθηση. Τα ερωτήματα που θέτει αυτή η ελληνική έρευνα δεν έχουν ακόμη απάντηση, όμως το γεγονός ότι διατυπώθηκαν με τόσο αυστηρή επιστημονική μεθοδολογία και παρουσιάστηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνή συνέδρια πνευμονολογίας αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση μιας πιο ολοκληρωμένης κατανόησης του πώς το πλαστικό που παράγουμε καταλήγει, τελικά, να αναπνέεται.
