Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο
Την αντίδραση του Αντιπροέδρου του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου κ. Σεραφείμ Ζήκα προκάλεσε η κριτική που ασκείται από μερίδα φαρμακοποιών –και που εκφράστηκε ξεκάθαρα μέσα το δελτίο Τύπου του Φαρμακευτικού Συλλόγου Λάρισας– για το νέο μοντέλο διάθεσης των ΦΥΚ, που προώθησε και πέτυχε το Δ.Σ. του ανώτατου οργάνου εκπροσώπησης των φαρμακοποιών στο οποίο, όπως αναφέρθηκε ο κ. Ζήκας είναι Α’ Αντιπρόεδρος.
Αν και δεν κατονομάζει πουθενά τον Σύλλογο, ο κ. Ζήκας είναι φανερό ότι απαντά σε αυτήν την κριτική καθώς η ανάρτηση ακολούθησε τη δημοσιοποίηση του δελτίου Τύπου.
Στην πραγματικότητα μάλιστα ο κ. Ζήκας έκανε δύο αναρτήσεις επί του θέματος.
Στην πρώτη του –σύντομη σε έκταση – αντίδραση, το απόγευμα της Πέμπτης 12 Φεβρουαρίου ανέφερε ότι «Η βάση του κλάδου, είναι τελικά το ορμητικό ποτάμι και ο καταλύτης, που καταργεί στην πράξη ακόμα και αποφάσεις γενικών συνελεύσεων μη αντιπροσωπευτικών, όπως συνέβη με την απόφαση διάθεσης των ΦΥΚ από τα ιδιωτικά φαρμακεία!» αναφερόμενος ουσιαστικά στο γεγονός ότι τελικά οι φαρμακοποιοί αποφάσισαν να συμμετέχουν στη διάθεση των ΦΥΚ.
Η δεύτερη ανάρτηση*, το πρωί της Παρασκευής 13 Φεβρουαρίου ήταν πολύ μεγαλύτερη με έναν λόγο που φαντάζει να απευθύνεται και να γίνεται περισσότερο αντιληπτός σε συνδικαλιστές του κλάδου καθώς αναφέρεται σε ισορροπίες που δεν είναι απαραίτητα γνωστές από όλους όσους δεν γνωρίζουν τα «εν οίκω» του χώρου.
Εάν πάντως θα ήθελε να συμπυκνώσει το περιεχόμενο των 412 λέξεων της δεύτερης αυτής ανάρτησης του κ. Ζήκα σε λίγες λέξεις, θα έπρεπε να σταθεί στο ότι «κάποιοι λίγοι», όπως αναφέρει στην αρχή της ανάρτησής του που «θα κάνουν πάντα μεγάλο θόρυβο μπας και αντιρροπήσουν το αριθμητικό τους μειονέκτημα. Διεξάγουν υπαρξιακό αγώνα και στο πλαίσιο αυτό απαξιώνουν και αμφισβητούν θεσμούς, διαδικασίες, αποφάσεις, διεκδικήσεις και επιτυχίες των πολλών», τελικά «αδυνατούν να αντιληφθούν, ότι, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν πριν από την κρίση και οι οποίες μας οδήγησαν σ’ αυτήν, δε θα επαναληφθούν. Συνειδητά και με τρόμο επιδιώκουν κρίσεις, γιατί δε χωράνε στην κανονικότητα!».
Όλοι έχουν τις επιθυμίες τους αλλά υπάρχει και η πραγματικότητα
Αυτό το μήνυμα είχε στείλει ο κ. Ζήκας και από τη 17η Health Expo Athens, όταν στις 25 Ιανουαρίου, συμμετέχοντας σε τραπέζι που είχε ως θέμα τις υπηρεσίες στα φαρμακεία υπερασπίστηκε την επιλογή της διοίκησης του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου να επενδύσει στις υπηρεσίες από το φαρμακείο και να προσπαθήσει να δημιουργήσει εκείνες τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να διεκδικήσει τη θεσμοθέτησή τους από το Υπουργείο Υγείας, δίνοντας ωστόσο έμφαση στη λογική πάνω στην οποία βαδίζει η διοίκηση σε αυτές και άλλες διεκδικήσεις της και είναι αυτή την οποία ουσιαστικά η λογική που επικαλείται και στην απάντησή του σε όσους ασκούν κριτική για τον νέο τρόπο διάθεσης των ΦΥΚ από τα φαρμακεία της κοινότητας.
Όπως είπε λοιπόν υπάρχουν ερωτήσεις που τίθενται από κάποιους λίγους φαρμακοποιούς στο διαδίκτυο που όμως ακριβώς επειδή είναι λίγοι κάνουν πολύ θόρυβο και ρωτούν «τι κάνει αυτός ο Πανελλήνιος; Γιατί επιλέγει υπηρεσίες; Τι είναι αυτό το πράγμα; Γιατί δεν μας βάζει σε πιο εύκολες διεκδικήσεις; Γιατί να μην αυξηθούν οι τιμές των φαρμάκων; Γιατί να μην αυξηθεί το ποσοστό κέρδους των φαρμακοποιών; Γιατί να μην καταργηθεί το rebate; Πράγματα τα οποία», όπως είπε, «παραπέμπουν σε άλλες εποχές».
Όπως εξήγησε: Είμαστε εδώ και 10 – 15 χρόνια σ’ ένα περιβάλλον πολύ-κρίσεων και δεν μπορούμε αποσπασματικά εμείς να εκφράζουμε τις επιθυμίες μας. Γιατί ναι μεν υπάρχουν επιθυμίες αλλά υπάρχει και μία αδυσώπητη πραγματικότητα η οποία λέει ότι δεν φτάσαμε καθόλου τυχαία στην κρίση.
Εφαρμόστηκαν πολιτικές μέσα στην κρίση που οδήγησαν σε κρίση. Άρα θα πρέπει το μοντέλο αυτό που προκρίθηκε πριν από τις κρίσεις να πούμε ότι απέτυχε παταγωδώς. Είχαμε μία πολιτεία η οποία αδρανούσε, παρατηρούσε να αυξάνονται οι τιμές των φαρμάκων κι επειδή αυξάνονταν οι τιμές των φαρμάκων μοχλευόταν η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης, οι συμμετοχές ήταν χαμηλές, οι φαρμακοποιοί κέρδιζαν μεγάλα ποσοστά κέρδους, δεν υπήρχαν rebate και για να εξυπηρετηθεί αυτό το μοντέλο πηγαίναμε σε μία υπερφορολόγηση του ελληνικού λαού και όπου δεν έφτανε γιατί έπρεπε να κρατιούνται και ισορροπίες καθώς έρχονταν και εκλογές και θέλαμε το εκλογικό σώμα να μας προτιμήσει, πηγαίναμε στον δανεισμό. Και όλο αυτό το πράγμα δεν συνέβαινε μόνο στη φαρμακευτική περίθαλψη. Συνέβαινε σε όλους τους οικονομικούς τομείς της ελληνικής επικράτειας.
Όλοι έχουν τις επιθυμίες τους αλλά υπάρχει και η πραγματικότητα. Σήμερα έχουμε μία νέα πραγματικότητα. Δεν επιτρέπονται δημοσιονομικές εκτροπές. Δεν επιτρέπονται ελλείματα από την εποπτεία της χώρας και έχει οριστεί συγκεκριμένος προϋπολογισμός για τη φαρμακευτική δαπάνη στο 1% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Κι ευτυχώς που τα τελευταία χρόνια το ΑΕΠ αυξάνεται και μπορεί να αυξάνεται και η φαρμακευτική δαπάνη. Ποια φαρμακευτική δαπάνη; Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Γιατί αυτό είναι ανεξάρτητο από τη συνολική φαρμακευτική δαπάνη. Ενώ έχουμε αύξηση 11% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης το χρόνο, το κράτος συμμετέχει με 3,5%. Τα υπόλοιπα ποιος τα δίνει; Υπάρχει ένα σύστημα ισορροπίας όπου το κράτος δίνει αυτά που δίνει τα οποία είναι λιγότερα από το 50% σε σχέση με αυτά που εισφέρει η βιομηχανία ως clawback, ο φαρμακοποιός απολαμβάνει λιγότερα ποσοστά κέρδους, όλοι έχουμε μπει σ’ ένα σύστημα. Οι ασθενείς ενώ πλήρωναν προ κρίσης 200 εκατομμύρια ευρώ, σήμερα πληρώνουν 810 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο όμως εάν μειωθεί η συμμετοχή θα αυξηθεί το clawback, θα έχουμε άλλα προβλήματα. Εμείς λοιπόν τι διαπιστώσαμε μέσα από τις αναλύσεις που κάνουμε; Διαπιστώσαμε ότι αυτό το σύστημα δεν μπορεί να πειραχθεί. Άρα δεν σταματούμε να διεκδικούμε. Συνεχίζουμε να διεκδικούμε, όχι όμως με αυτούς τους άγονους τρόπους που οδηγούν σε ήττες. Προτιμούμε να διεκδικούμε με άλλους τρόπους που μπορεί να μην είναι αρεστοί στον κόσμο αλλά έχουν συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Και γι’ αυτό αναπτύξαμε τις υπηρεσίες ως βασικό πυλώνα της στρατηγικής μας γιατί μέσα από την ανάδειξη του κλάδου των φαρμακοποιών ως βασικού και απαραίτητου μηχανισμού για την πρόληψη και την προάσπιση της δημόσιας υγείας μπορεί η πολιτεία βλέποντας αυτό και βλέποντας τη συμβολή μας να ψάξουμε από κοινού να βρούμε άλλους τρόπους ενίσχυσης των φαρμακείων μέσα από τρόπους που η βάση μπορεί να μην φαντάζεται. Όμως βλέπουμε ότι εμείς έχουμε πετύχει μέσα σε έξι χρόνια 48-49 νομοθετήματα. Έχουμε πάρει από το χεράκι τον κλάδο και τον έχουμε πάει μπροστά. Άρα θα πρέπει να υπάρξει εμπιστοσύνη από την πλευρά της βάσης προς αυτή τη διοίκηση η οποία τα έχει αλλάξει όλα και τα έχει αλλάξει κάτω από ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον. Βλέπετε τους αγρότες τώρα. Τι έγινε. Τι πήραν. Όσο κι αν φωνάζεις, εάν δεν δώσεις στα σημερινά δεδομένα, δεν παίρνεις. Έτσι εμείς επιλέξαμε να φέρουμε νέα ύλη στα φαρμακεία για να τονώσουμε τη βιωσιμότητά τους, πράγμα που πετύχαμε και με τα ΜΗΣΥΦΑ, πράγμα που πετύχαμε και με τα Φάρμακα Υψηλού Κόστους που με τον δικό μας τρόπο τα φέραμε στο φαρμακείο και φυσικά μέσα από τις υπηρεσίες έτσι ώστε πρωτίστως να τονίσουμε τον επιστημονικό χαρακτήρα του φαρμακείου γιατί πραγματικά είναι βαθιά επιστημονικός ο ρόλος του φαρμακοποιού και ξεκάθαρα ανθρωποκεντρικός. Άρα δεν μπορούμε να μείνουμε πίσω σ’ έναν μεταπρατικό ρόλο απλού διανομέα φαρμάκων όπως ήμασταν πριν την κρίση. Πρέπει να αλλάξουμε τον χαρακτήρα μας, πρέπει να προχωρήσουμε. Και γι’ αυτό βάζουμε τις υπηρεσίες. Πως ξεκινήσαμε το 2017. Υπήρχε μία αναφορά στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας που ουσιαστικά ο φαρμακοποιός δεν είχε κανέναν ρόλο. Από το 2019 και μετά έχει γίνει κοσμογονία».
Θεμιτές οι ανησυχίες, απαραίτητες οι απαντήσεις και ο διάλογος
Αν και η γενικότερη λογική που εκφράζει ο κ. Ζήκας κινείται σε μία βάση που πολλοί –οι περισσότεροι- μπορούν να αντιληφθούν, έχει τη σημασία του να υπάρχουν πάντα διαθέσιμες απαντήσεις σε ερωτήματα και προβληματισμούς που απασχολούν τον φαρμακοποιό, ειδικά όταν αυτά εκφράζονται μέσα από συλλογικά όργανα εκπροσώπησης. Ακόμη όμως κι εάν είναι ελάχιστοι εκείνοι που έχουν την επιθυμία να εκφράσουν τον όποιο προβληματισμό έχουν, δεν πρέπει να μένουν ακάλυπτοι χωρίς να λαμβάνουν απαντήσεις καθόσον η εξέλιξη στο χώρο εργασίας τους αφορά το μέλλον, τη ζωή τη δική τους και των ανθρώπων τους.
*Ολόκληρη η δεύτερη ανάρτηση του κ. Ζήκα:
Κάποιοι, λίγοι, θα κάνουν πάντα μεγάλο θόρυβο μπας κ αντιρροπήσουν το αριθμητικό τους μειονέκτημα. Διεξάγουν υπαρξιακό αγώνα και στο πλαίσιο αυτό απαξιώνουν και αμφισβητούν θεσμούς, διαδικασίες, αποφάσεις, διεκδικήσεις και επιτυχίες των πολλών.
Εγκλωβισμένοι σε πολιτικά , ιδεολογικά κ ενίοτε κομματικά στεγανά κ αδιέξοδα , σφιχταγκαλιασμένοι με την ουτοπία κ το λαϊκισμό , προσπαθούν να αναβιώσουν συνδικαλιστικά μοντέλα τα οποία μας οδήγησαν στην κρίση , με αποτέλεσμα διαρκώς να συρρικνώνονται κ περιθωριοποιούνται !
Αδυνατούν να αντιληφθούν , ότι , οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν πριν από την κρίση κ οι οποίες μας οδήγησαν σ’αυτήν , δε θα επαναληφθούν .
Συνειδητά κ με τρόμο επιδιώκουν κρίσεις , γιατί δε χωράνε στην κανονικότητα !
Κατασκευάζουν εχθρούς , προκειμένου να αισθάνονται διωκόμενοι κ επομένως σημαντικοί !
Ααα κ κάτι περί φασισμού , που πάνω από μισό αιώνα ως χώρα δε μας απασχολεί , αλλά , από άγνοια κινδύνου κάποιοι τον επαναφέρουν !
«Η σιωπή των χαμηλών τόνων και η ηχώ της Ιστορίας»
Σε μια εποχή που ο φαρμακευτικός κόσμος καλείται να κοιτάξει μπροστά με διαφάνεια, ήθος και συλλογική ευθύνη, δεν μπορεί παρά να κοιτάξει και πίσω – εκεί όπου ρίζωσε ένα μέρος από τις σκιές που ακόμα μας συνοδεύουν. Η αλήθεια είναι ότι η αποχουντοποίηση του κλάδου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Υπάρχουν πρόσωπα που έμειναν επί δεκαετίες στο προσκήνιο, χτίζοντας καριέρες πάνω σε δομές και συστήματα που ευνοήθηκαν την περίοδο εκείνη. Ορισμένοι, μάλιστα, ξεκίνησαν τη δημόσια διαδρομή τους μέσα από τους κόλπους της Φαρμακευτικής Σχολής, όχι ως απλοί φοιτητές ή ερευνητές, αλλά ως ηγετικά πρόσωπα, ακόμη και πρόεδροι, σε εποχές που η “κανονικότητα” οριζόταν από διορισμούς και πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Εποχές που η ελεύθερη έκφραση, η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία και η δημοκρατική λειτουργία των ιδρυμάτων ήταν έννοιες σχεδόν απαγορευμένες.
Κι όμως, αυτοί οι ρόλοι, αντί να συνοδευτούν αργότερα από μια έμπρακτη αυτοκριτική ή έστω από σιωπή, εξελίχθηκαν σε θέσεις κεντρικές, σε επιτροπές, σε συλλόγους, ακόμη και στην κορυφή ενός μεγάλου φαρμακευτικού οργάνου. Η θεσμική μνήμη κοντή, η συλλογική ανοχή μεγάλη.
Δεν πρόκειται για κάτι άλλο…, παρά , για υπενθύμιση ότι το παρελθόν δεν ξεγράφεται μόνο και μόνο επειδή πέρασαν τα χρόνια. Όταν η ιστορία σβήνεται επιλεκτικά, επιστρέφει με υπόγεια ρεύματα, διαμορφώνοντας αντιλήψεις και αποφάσεις που επηρεάζουν μέχρι σήμερα την καθημερινότητα των φαρμακοποιών.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι όσοι βρέθηκαν σε τέτοιες θέσεις την εποχή της βουβής αγανάκτησης. Αλλά το ότι δεν υπήρξε ποτέ μια ειλικρινής κουβέντα γι’ αυτό. Και κυρίως, ότι η αποχουντοποίηση του κλάδου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Στο σπίτι του κρεμασμένου , δε μιλάνε για σχοινί !
