Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο
Με αφορμή την έκκληση του Υπουργού Υγείας Αδ. Γεωργιάδη προς τους πολίτες, ειδικά όσους ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, να εμβολιαστούν κατά της γρίπης έστω και τώρα καθώς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε ανάρτησή του στο Χ «η γρίπη θερίζει», έχει ενδιαφέρον να δει κανείς που μπορεί να οφείλεται το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι παρά τις επισημάνσεις των ειδικών, δεν προχωρούν στο να κάνουν το εμβόλιο κατά της γρίπης.
Ο κ. Γεωργιάδης στη σχετική ανάρτησή του αφού σημειώνει πως «Στις εφημερίες των Νοσοκομείων του ΕΣΥ πλέον υπάρχει τεράστια πίεση από ανεμβολίαστους ανθρώπους με γρίπη», συνεχίζει τονίζοντας πως «Είναι κρίμα και να ταλαιπωρείτε τους εαυτούς σας και να επιβαρύνετε το ΕΣΥ, επειδή δεν κάνατε ένα απλό αντιγριπικό εμβόλιο. Ούτε mRNA είναι, ούτε τίποτε, δοκιμασμένο 70 χρόνια. Σας το δίνουμε δωρεάν σε όλα τα φαρμακεία».
Από την άλλη, οι φαρμακοποιοί θεωρούν πως μέρος του προβλήματος σχετίζεται με την απόφαση του Υπουργείου να εξαιρέσει από την αποζημίωση ένα από τα εμβόλια που διατίθενται στην αγορά, το τετραδύναμο Fluarix-Tetra, το οποίο κοστίζει 10,74 ευρώ και θα μπορούσε να συμβάλει στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης, καθώς αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 400.000 τετραδύναμα εμβόλια στα φαρμακεία.
Ωστόσο, το πρόβλημα ενδέχεται να βρίσκεται και αλλού.
Το pharmacyupdateonline.com δημοσίευσε πρόσφατα σχετικό άρθρο με τίτλο το εύλογο ερώτημα: «Γιατί, ενώ τα κρούσματα γρίπης αυξάνονται, δεν εμβολιάζεται περισσότερος κόσμος;»
Μία νέα έρευνα έρχεται να δώσει μια απάντηση.
Σύμφωνα με το άρθρο, οι μολύνσεις από γρίπη αυξάνονται απότομα στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμβάλλοντας σε τουλάχιστον 81.000 νοσηλείες και 3.100 θανάτους μέχρι στιγμής (έως τις 9 Ιανουαρίου, ημερομηνία δημοσίευσης). Παρά την αύξηση των κρουσμάτων, τα ποσοστά εμβολιασμού παραμένουν χαμηλά, γεγονός που φαίνεται να αντιβαίνει στο προσωπικό συμφέρον των πολιτών.
Μία καθηγήτρια ψυχολογίας στο Cornell υποστηρίζει ότι τόσο οι ερευνητές της ορθολογικής λήψης αποφάσεων όσο και πολλοί επαγγελματίες δημόσιας υγείας έχουν παρεξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι λαμβάνουν αποφάσεις για τον εμβολιασμό. Όπως σημειώνει, οι αποφάσεις αυτές βασίζονται λιγότερο σε ακατέργαστα γεγονότα και αριθμούς και περισσότερο στη γενική «ουσία» των πληροφοριών και στο πώς αυτή ευθυγραμμίζεται με τις βασικές αξίες του ατόμου.
Σε δύο μελέτες, γενικά ερωτήματα που αποτύπωναν τη συνολική αίσθηση κινδύνων και οφελών εξήγησαν τη διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια πολύ καλύτερα από τα ακριβή ποσοτικά μέτρα. Η απλή κατηγοριοποίηση των κινδύνων και των οφελών ως «καθόλου», «χαμηλό», «μεσαίο» ή «υψηλό» αποδείχθηκε καθοριστική για την πρόθεση εμβολιασμού. Όσοι αντιλαμβάνονταν τα οφέλη ως μηδενικά ή χαμηλά, ή τους κινδύνους ως μεσαίους ή υψηλούς, έτειναν να μην εμβολιάζονται.
«Λαμβάνουμε αποφάσεις με βάση την ουσία των πληροφοριών: σε τι καταλήγουν όλες αυτές οι πληροφορίες;» δήλωσε η Valerie Reyna, καθηγήτρια Ανθρώπινης Ανάπτυξης. «Αν γνωρίζουμε πώς αισθάνεται κάποιος γι’ αυτές τις ιδέες, μπορούμε να προβλέψουμε τις προθέσεις του σε σχέση με τον εμβολιασμό».
Η Reyna είναι η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης «Μια νέα ματιά στις συμπεριφορές και τις προθέσεις εμβολιασμού: Η περίπτωση της γρίπης», που δημοσιεύτηκε στις 29 Νοεμβρίου στο περιοδικό Behavioral Sciences.
Οι κλασικές θεωρίες λήψης αποφάσεων δίνουν έμφαση στη λογική στάθμιση κινδύνων και οφελών, ενώ οι νεότερες θεωρίες «διπλής διαδικασίας» διαχωρίζουν τα παρορμητικά από τα διαβουλευτικά συστήματα σκέψης. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Reyna, αυτά τα μοντέλα δεν περιγράφουν επαρκώς τη σημερινή πραγματικότητα.
Ως δημιουργός της Θεωρίας Ασαφών Ιχνών (Fuzzy-Trace Theory), η Reyna υποστηρίζει ότι η λήψη αποφάσεων καθοδηγείται από δύο διαδικασίες: την καταγραφή ακριβών γεγονότων και τη δημιουργία νοήματος γύρω από αυτά. Οι άνθρωποι συχνά αγνοούν τους αριθμούς και βασίζονται στο απλούστερο, ποιοτικό νόημα.
Η έρευνα περιέλαβε περισσότερους από 700 φοιτητές και σχεδόν 200 μέλη της κοινότητας. Μεταξύ των νεότερων ενηλίκων, η γνώση και η πρόσβαση στα εμβόλια εξηγούσαν μόλις 14% της πρόθεσης εμβολιασμού. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 58% όταν εξετάστηκε η «ουσία» της αντίληψης. Αντίστοιχα, στο δείγμα της κοινότητας, η προβλεπτική ικανότητα αυξήθηκε από 57% σε 80%.
«Το πιο καθοριστικό στοιχείο είναι το τελικό συμπέρασμα που σχηματίζει κάποιος», καταλήγει η Reyna. «Για παράδειγμα: συνολικά, τα οφέλη είναι υψηλά και οι κίνδυνοι μηδενικοί. Αυτό είναι που οδηγεί τελικά στον εμβολιασμό».
Η έρευνα προτείνει ευκαιρίες για τη μείωση της διστακτικότητας απέναντι στα εμβόλια μέσω της διαρκούς επικοινωνίας που ενσωματώνει τις βασικές αρχές, σε αντίθεση με τις επικρατούσες προσεγγίσεις που βασίζονται σε λίστες γεγονότων και εμπιστοσύνη στους ειδικούς. Η ανταλλαγή βασικών γνώσεων – όπως η διαφορά μεταξύ ιών και βακτηρίων ή ο τρόπος με τον οποίο τα εμβόλια ενεργοποιούν φυσικά το ανοσοποιητικό σύστημα – είναι απαραίτητη αλλά όχι επαρκής, δήλωσε η Reyna. Τα γεγονότα πρέπει να τεθούν σ’ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για να καταστεί δυνατή μια εννοιολογική, ουσιαστική κατανόηση. Στη συνέχεια, οι επαγγελματίες πρέπει να εξηγήσουν πώς οι κίνδυνοι και τα οφέλη των εμβολίων αντιστοιχίζονται σε βασικές αξίες – την επιθυμία να διατηρηθεί η οικογένεια και οι γείτονες ασφαλείς, για παράδειγμα, ή να γίνουν ελεύθερες και βασισμένες σε ενημέρωση επιλογές.
«Αν ακολουθήσετε αυτή τη συνταγή, θα είναι πολύ πιο πιθανό να κάνετε τη διαφορά με τους ανθρώπους, σύμφωνα με την έρευνά μας», δήλωσε η Reyna. «Πρέπει να ακολουθήσετε τη σωστή προσέγγιση και αυτή είναι θεμελιωδώς διαφορετική από αυτό που κάνουμε αυτήν τη στιγμή».
Η έρευνα έλαβε υποστήριξη από το Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας, το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ και το Ινστιτούτο για Αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη και Κοινωνία, όπου η Reyna είναι επικεφαλής μέλος ΔΕΠ.
