Γράφει η Κατερίνα Βουρλάκη
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται όλο και πιο συχνά, παλαιά φάρμακα, τα λεγόμενα off patent, να αποσύρονται από την αγορά. Το πρόσφατο παράδειγμα αντιβιοτικού με τη δραστική τριμεθοπρίμη/σουλφομεθοξαζόλη, σύμφωνα και με καταγγελία της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων αφήνει ένα τεράστιο θεραπευτικό κενό, παρά τις διαβεβαιώσεις από την πλευρά του.
ΕΟΦ ότι έχει μεριμνήσει για συνέχιση ανεφοδιασμού μέσω έκτακτων εισαγωγών ίδιων δραστικών/μορφών/περιεκτικοτήτων ώστε να μη δημιουργηθεί θεραπευτικό κενό. Να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο φάρμακο είχε λιανική τιμή περίπου στα 2,40€, όταν τα σκευάσματα που θα το αντικαταστήσου αναγκαστικά, έχουν τιμή από 59,68-177€! Με άλλα λόγια, ακόμα και αν καλυφθεί το κενό με ένα-σχεδόν-ίδιο φάρμακο, η οικονομική επιβάρυνση είναι πολλαπλάσια.
Γενικά σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, ανά συσκευασία/θεραπεία, το κόστος εισαγωγής από τον ΙΦΕΤ για φάρμακα που αποσύρονται είναι συνήθως υψηλότερο από την προηγούμενη τιμή από 1,5 έως 6 φορές, συνυπολογίζοντας κανείς ότι γίνονται μικρές παραγγελίες, έκτακτες μεταφορές, με δασμούς και τελωνειακά τέλη, ενώ ο χρόνος παράδοσης μπορεί να φτάσει και τις 4 εβδομάδες με ανυπολόγιστο κόστος για τον ασθενή.
Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Οι τιμές των off pattent φαρμάκων πιέζονται όλο και πιο χαμηλά, ενώ το κόστος παραγωγής όλο και ανεβαίνει, μειώνοντας το περιθώριο κέρδους. Έτσι, αρκετές εταιρείες αποφασίζουν με επιχειρηματικά κριτήρια, να αποσύρουν προϊόντα, δημιουργώντας μεγάλα θεραπευτικά κενά, οδηγώντας τα συστήματα Υγείας στην αντικατάστασή τους με άλλα, νεότερα μεν αλλά πιο ακριβά για το σύστημα και τους ασθενείς και όχι απαραίτητα με μεγαλύτερο θεραπευτικό όφελος. Άρα σε κάποιες επιπτώσεις, μεταφράζεται και ως λανθασμένη θεραπευτική επιλογή. Όσες εκθέσεις έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια, καταλήγουν στην ίδια βασική αιτία. Οι ασύμφορες τιμές, τρώνε τα περιθώρια κέρδους και ωθούν της εταιρείες σε απόσυρση των φαρμάκων.
Κενά και ελλείψεις
Η απόσυρση ενός σκευάσματος, δεν σημαίνει απαραίτητα και την άμεση αντικατάστασή του. Κι αυτό αποτελεί άλλο ένα πρόβλημα. Όχι γιατί η εταιρεία που έχει το νεότερο σκεύασμα δεν θέλει να καλύψει όλη την αγορά αλλά γιατί τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να «σηκώσει» άμεσα τη ζήτηση. Πρόσφατο παράδειγμα η αποχώρηση από την αγορά σκευάσματος λιθίου, που συνταγογραφείται σε άτομα με διπολική διαταραχή. Ναι μεν υπήρχε φάρμακο αντικατάστασης, η εταιρεία όμως δεν είχε επαρκή παραγωγή για να τροφοδοτήσει την αγορά. Ακόμα και ο πιο άσχετος μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει αυτό για τους ασθενείς που ζουν και υπάρχουν χάρη σε αυτό το φάρμακο. Στο τέλος με παρέμβαση του ΙΦΕΤ έγινε επανεισαγωγή του φαρμάκου. Με άλλο κόστος όμως και σε άλλο χρόνο… Τα παραδείγματα είναι πολλά. Φάρμακο που υπήρχε στην Ελληνική αγορά και κόστιζε 2,5€, εισήχθη στη χώρα στην τιμή των 12€ για να καλύψει τις ανάγκες των ασθενών.
Είναι γνωστό ότι τα αντιβιοτικά δεν είναι άπειρα, και τα περισσότερα δεν είναι καινούργια. Συνεχίζουν όμως να καλύπτουν σημαντικές ανάγκες. Όταν μεταξύ 2024 και 2025 οι τιμές κοινών off patent αντιβιοτικών μειώθηκαν με διψήφιο νούμερο, ενώ το κόστος παραγωγής αυξήθηκε, αρκετές εταιρείες σε ορισμένες χώρες αποφάσισαν την απόσυρσή τους. Παράδειγμα η αμοξυκιλλίνη. Η μείωση της τιμής της συγκεκριμένης αντιβίωσης οδήγησε στην απόσυρση 240(!) αντιβιοτικών ενώ αναφορές ελλείψεων κατέκλεισαν τα ευρωπαϊκά κράτη μέσα σε λίγες ημέρες.
Οι θεράποντες ιατροί, αναγκάστηκαν να στραφούν σε άλλα ευρέως φάσματος αντιβιοτικά, συνήθως ακριβότερα αλλά όχι απαραίτητα καλύτερα, αυξάνοντας ταυτόχρονα το κόστος ανά ασθενή.
«Σε κανέναν ασθενή δεν θα λείψει κανένα φάρμακο»
Η παραπάνω φράση ανήκει στον υπουργό Υγείας κ. Άδωνι Γεωργιάδη.. Και είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα κανένας ασθενής δεν μένει χωρίς φάρμακο. Πόσο κοστίζει όμως η «πυροσβεστική» αντιμετώπιση των ασθενών, τη στιγμή που υπάρχει η ανάγκη; Πόσο κοστίζει σε χρήμα και χρόνο; Πόσο αποτελεσματική είναι μία θεραπεία, όταν το φάρμακο δεν είναι στην ώρα του, πόσο επιδεινώνεται μία νόσος, πόσο αυξάνονται οι νοσηλείες, πόσο μειώνονται τα κλινικά αποτελέσματα; Ποιες οι επιπτώσεις από την διπλάσια ή πολλαπλάσια αύξηση της τιμής εισαγωγής ενός φαρμάκου μέσω ΙΦΕΤ; Τι σημαίνει η απόσυρση ενός φαρμάκου και η αντικατάστασή του με ένα άλλο, σε σχέση με τη συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπεία, τις ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να παρουσιάσει στο φάρμακο αντικατάστασης ή στην μειωμένη αποτελεσματικότητά του; Και τελικά, τι σημαίνει αυτό για το σύνολο των Ελλήνων ασθενών με την επιβάρυνση του προϋπολογισμού και της φαρμακευτικής δαπάνης από αυτή τη διαχείριση; Μήπως τελικά η προστασία των off patent θεραπειών, που όμως συνεχίζουν να αποδίδουν ή που δεν έχουν αντικατασταθεί από νέες, αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της διαχείρισης του φαρμάκου που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιολογηθεί σωστά;
Η συζήτηση για την καινοτομία και την άμεση πρόσβαση των ασθενών σε αυτήν έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον εδώ και αρκετά χρόνια, αφήνοντας στο περιθώριο άλλα σοβαρά θέματα όπως αυτά της απόσυρσης αποτελεσματικών και οικονομικών θεραπειών που στο τέλος μοιάζουν να λείπουν από τη φαρέτρα των γιατρών. Ίσως η συγκράτηση των τιμών σε ένα βιώσιμο επίπεδο, μέσα από την αξιολόγηση κάποιων αναντικατάστατων και οικονομικότερων φαρμάκων, να ήταν μία λύση τόσο για την επιβίωση των συστημάτων υγείας, όσο και για την καλύτερη αντιμετώπιση των ασθενών.
Πηγές:
- Viatris Policy — European study: “Falling prices, rising costs and shortages” (ανάλυση για την πτώση τιμών generics, αύξηση κόστους παραγωγής και ελλείψεις) — Viatris Policy, 2024. https://www.viatrispolicy.eu/en/about/european-study-shows-falling-prices-rising-costs-and-shortages
- U.S. Pharmacopeia (USP) — “U.S. drug shortages reach decade high and last longer” (αναλύει παράγοντες ελλείψεων, επιπτώσεις και προτάσεις πολιτικής), USP news/analysis, 2023–2024. https://www.usp.org/news/us-drug-shortages-reach-decade-high-and-last-longer
