Την εκτίμηση ότι το καινοτόμο αντικαρκινικό φάρμακο sacituzumab govitecan δεν θα αποσυρθεί τελικά από την ελληνική αγορά εξέφρασε στη Βουλή ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Ιωάννη Τσίμαρη για την προγραμματισμένη διακοπή διάθεσης του σκευάσματος από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Ο κ. Τσίμαρης εξέφρασε την ανησυχία του για την επικείμενη απόσυρση, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, δεν υπάρχει αντίστοιχο θεραπευτικό σκεύασμα που να μπορεί να υποκαταστήσει τη συγκεκριμένη θεραπευτική επιλογή για ασθενείς που έχουν ένδειξη να τη λάβουν.
Ο βουλευτής επικαλέστηκε, επίσης, την ανοικτή επιστολή της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδος προς το υπουργείο Υγείας, σύμφωνα με την οποία η απόσυρση του συγκεκριμένου φαρμάκου ακολουθεί αντίστοιχες αποσύρσεις άλλων ουσιών και δημιουργεί ανησυχία για την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες αντικαρκινικές θεραπείες.
Σύμφωνα με τον κ. Τσίμαρη, βασικός παράγοντας για τις αποσύρσεις είναι η οικονομική επιβάρυνση των φαρμακευτικών εταιρειών από το clawback. Παράλληλα, σημείωσε ότι ενδεχόμενη απόσυρση από την κανονική αγορά θα μπορούσε να οδηγήσει στην προμήθεια του φαρμάκου μέσω του ΙΦΕΤ, με πιθανές καθυστερήσεις στην πρόσβαση των ασθενών και υψηλότερο κόστος για τη φαρμακευτική δαπάνη.
Γεωργιάδης: «Δεν πιστεύω ότι θα αποσυρθεί»
Απαντώντας στην επίκαιρη ερώτηση, ο υπουργός Υγείας ανέφερε ότι έχει ήδη παρέμβει για το ζήτημα και εκτίμησε ότι η απόσυρση δεν θα πραγματοποιηθεί τελικά.
Όπως εξήγησε, η εταιρεία έχει ζητήσει ευνοϊκότερη τιμή, υποστηρίζοντας ότι το ύψος του clawback καθιστά ασύμφορη την κυκλοφορία του φαρμάκου στην Ελλάδα, και έχει θέσει ως ημερομηνία διακοπής της διάθεσης την 31η Δεκεμβρίου.
Ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε ότι αρχικά ο ΕΟΦ είχε δώσει απάντηση στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης που δεν παρείχε, από νομικής πλευράς, τη δυνατότητα να προχωρήσει σε χαμηλότερο clawback για το συγκεκριμένο σκεύασμα.
Ωστόσο, όπως είπε, μετά από συζητήσεις μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών, ο ΕΟΦ έχει πλέον καταλήξει ότι το συγκεκριμένο φάρμακο παρουσιάζει μοναδικότητα και έχει ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης.
«Οσονούπω η επιτροπή θα μιλήσει ξανά με την εταιρεία, άρα, προσωπικά, η εκτίμησή μου είναι ότι δεν θα υπάρξει τελικά απόσυρση του φαρμάκου», δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός.
«Δεν πρέπει να ανησυχεί κανένας ασθενής»
Ο υπουργός Υγείας επιχείρησε παράλληλα να καθησυχάσει τους ασθενείς που λαμβάνουν ήδη τη συγκεκριμένη θεραπεία, επισημαίνοντας ότι ακόμη και σε περίπτωση απόσυρσης ενός φαρμάκου, οι εταιρείες δεσμεύονται να ολοκληρώσουν τον κύκλο θεραπείας των ασθενών που ήδη βρίσκονται υπό αγωγή.
Για τους νέους ασθενείς, όπως ανέφερε, υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας μέσω του ΙΦΕΤ.
«Δεν πρέπει να ανησυχεί κανένας ασθενής», ανέφερε ο κ. Γεωργιάδης, σημειώνοντας ότι σε κάθε περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα να μείνει ασθενής χωρίς πρόσβαση στο φάρμακο.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο ευρύτερο ζήτημα της φαρμακευτικής δαπάνης και του κόστους των καινοτόμων θεραπειών.
Ο υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι το σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με ολοένα μεγαλύτερες προκλήσεις, καθώς νέα φάρμακα εισέρχονται στην αγορά με πολύ υψηλό κόστος, δημιουργώντας πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε νέο φάρμακο για τον καρκίνο του παγκρέατος, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να προσφέρει περίπου έξι επιπλέον μήνες ζωής σε ασθενείς με προσδόκιμο επιβίωσης περίπου έξι μήνες. Όπως είπε, η πρώτη εκτίμηση του κόστους για τους ασθενείς στην Ελλάδα ανέρχεται σε 124 εκατ. ευρώ ετησίως, με δεδομένο κόστος περίπου 40.000 ευρώ τον μήνα ανά ασθενή.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε πρόσφατη θεραπεία για τη νόσο Αλτσχάιμερ, επισημαίνοντας το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της.
Ο κ. Γεωργιάδης τόνισε ότι η αξιολόγηση των νέων θεραπειών δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση το θεραπευτικό όφελος, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τη σχέση κόστους-οφέλους.
Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι το υπουργείο προχωρά σε δημόσια διαβούλευση για νέο νομοθετικό πλαίσιο που προβλέπει τη δημιουργία επιτροπής ΗΤΑ, η οποία θα αξιολογεί επίσημα τη σχέση κόστους-οφέλους των φαρμάκων και το κατά πόσο αυτά θα πρέπει να αποζημιώνονται.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι οι αποφάσεις για την αποζημίωση των φαρμάκων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αποκλειστικά πολιτικές αποφάσεις, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι των κρατικών προϋπολογισμών είναι περιορισμένοι, ενώ το κόστος των νέων θεραπειών συνεχώς αυξάνεται.
