Κάθε μέρα, μέσα από τους υπονόμους κάθε πόλης περνά ένα αόρατο μείγμα: υπολείμματα φαρμάκων, καλλυντικών, απορρυπαντικών, φυτοφαρμάκων, βιομηχανικών χημικών και πλαστικών. Οι μονάδες επεξεργασίας λυμάτων δεν σχεδιάστηκαν για να τα συγκρατούν όλα, και ένα μέρος τους καταλήγει στους υδάτινους αποδέκτες, σε ίχνη που μετριούνται σε εκατομμυριοστά ή και δισεκατομμυριοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο. Το ερώτημα που απασχολεί τώρα την Ευρώπη είναι ποιος ευθύνεται για τη ρύπανση αυτή και ποιος θα πληρώσει για τον καθαρισμό της. Μια νέα ελληνική μελέτη θέτει αυτό το ερώτημα με αριθμούς που διαφέρουν πολύ από τις επίσημες ευρωπαϊκές εκτιμήσεις: 7% έναντι 66%.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Τι είναι η μικρορύπανση και γιατί αφορά όλους μας
Με τον όρο «μικρορύποι» περιγράφονται ουσίες που εντοπίζονται στο νερό σε εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις και μπορούν παρ’ όλα αυτά να επηρεάσουν υδρόβιους οργανισμούς. Δεν προέρχονται από μία μόνο πηγή. Περιλαμβάνουν φαρμακευτικές ουσίες, συστατικά προϊόντων προσωπικής φροντίδας, φυτοφάρμακα, βιομηχανικές χημικές ενώσεις και άλλες κατηγορίες. Για τον λόγο αυτό η μικρορύπανση των αστικών λυμάτων είναι ζήτημα σύνθετο και πολυπαραγοντικό, και η σωστή απάντηση προϋποθέτει ακριβή αποτύπωση του ποιος συμβάλλει και σε ποιο βαθμό.
Η νέα ευρωπαϊκή οδηγία που αλλάζει τους κανόνες
Το ζήτημα έχει πλέον νομική και οικονομική διάσταση. Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/3019 για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ στις 12 Δεκεμβρίου 2024. Αναθεωρεί ένα πλαίσιο που ισχύει από το 1991. Βάσει του νέου κειμένου, όλες οι μονάδες επεξεργασίας λυμάτων άνω των 150.000 ισοδύναμων κατοίκων πρέπει να εφαρμόζουν τεταρτοβάθμια επεξεργασία έως το 2045. Πρόκειται για πρόσθετο στάδιο καθαρισμού που στοχεύει στην απομάκρυνση όσο το δυνατόν ευρύτερου φάσματος μικρορύπων. Οι τεχνολογίες που προβλέπονται, όπως ο όζον και τα φίλτρα ενεργού άνθρακα, αναμένεται να περιορίζουν τα επίπεδα των μικρορύπων τουλάχιστον κατά το ήμισυ.
Το κόστος είναι σημαντικό και η οδηγία προβλέπει ποιος θα το επωμιστεί. Με βάση την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», οι παραγωγοί φαρμάκων και καλλυντικών θα καλύπτουν τουλάχιστον το 80% του κόστους της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας, επενδυτικού και λειτουργικού, μέσω συστημάτων διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού (EPR). Τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν τις σχετικές διατάξεις έως τις 31 Ιουλίου 2027 και να διασφαλίσουν ότι οι παραγωγοί αναλαμβάνουν την ευθύνη αυτή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.
Από πού προέκυψε το 66%
Η επιλογή των δύο κλάδων δεν είναι τυχαία. Στηρίζεται στην εκτίμηση επιπτώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή βασίστηκε σε αξιολόγηση επιστημονικών μελετών, σύμφωνα με την οποία οι φαρμακευτικές ουσίες ευθύνονται για το 66% και τα καλλυντικά για το 26% της τοξικότητας των αστικών λυμάτων. Μαζί, δηλαδή, αντιστοιχούν στο 92% του τοξικού φορτίου. Η μελέτη σκοπιμότητας στην οποία στηρίχθηκε η εκτίμηση κατέληγε επίσης ότι οι δύο κατηγορίες αντιπροσωπεύουν το 73% των ποσοτήτων μικρορύπων που εισέρχονται στις μονάδες επεξεργασίας, ενώ το ποσοστό 92% προέκυψε με σταθμισμένη μεθοδολογία βάσει της προβλεπόμενης συγκέντρωσης χωρίς επίπτωση (PNEC). Αυτό το ποσοστό είναι η βάση της κατανομής του κόστους, και γι’ αυτό η ακρίβειά του ενδιαφέρει όλους τους εμπλεκόμενους.
Η ελληνική μελέτη: πού, πώς και από ποιους
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η έρευνα που ανέλαβαν η Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) και ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φαρμάκων Ευρείας Χρήσης (ΕΦΕΧ), σε συνεργασία με το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, υπό τον καθηγητή Αναλυτικής Χημείας Νίκο Θωμαΐδη. Η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε συστηματικές δειγματοληψίες σε δύο εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων: στην Ψυττάλεια, που εξυπηρετεί την Αττική, και στη Λάρισα. Αντικείμενο ήταν η εξέταση ενός ευρέος φάσματος μικρορύπων και η αξιολόγηση της συμβολής καθενός στο συνολικό οικοτοξικολογικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων, δηλαδή στην πιθανή επίδραση που έχει η εκροή στους οργανισμούς του υδάτινου περιβάλλοντος.
Το εύρημα: μόλις 7% κατά μέσο όρο
Σύμφωνα με τη μελέτη, η συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο υπολογιζόμενο τοξικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων είναι περιορισμένη και διαμορφώνεται σε μόλις 7% κατά μέσο όρο στις δύο εγκαταστάσεις. Το εύρημα διαφέρει ουσιωδώς από την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία απέδωσε στις φαρμακευτικές ουσίες περίπου το 66% του συνολικού τοξικού φορτίου των σχετικών μικρορύπων. Η απόκλιση είναι πολύ μεγάλη, και οι ερευνητές ανέλυσαν συνολικά το φάσμα των μικρορύπων αντί να εξετάσουν μόνο τα φάρμακα.
Ένα στοιχείο που πρέπει να διευκρινιστεί: τα δύο μεγέθη δεν προκύπτουν από το ίδιο εργαλείο. Η εκτίμηση της Επιτροπής είναι μοντελοποιημένη και ευρωπαϊκής κλίμακας. Η ελληνική έρευνα βασίζεται σε δειγματοληψίες από δύο συγκεκριμένες εγκαταστάσεις. Η σύγκριση αναδεικνύει την ανάγκη για επιπλέον δεδομένα από περισσότερες μονάδες και χώρες, ώστε οι πολιτικές να μην εδράζονται σε ένα μόνο σύνολο παραδοχών.
Γιατί οι αριθμοί καθορίζουν το ποιος θα πληρώσει
Η αναλογία αυτή δεν είναι ακαδημαϊκό ζήτημα, επειδή μεταφράζεται σε χρήματα. Σύμφωνα με νομική ανάλυση του οίκου Hogan Lovells, η EFPIA έχει αμφισβητήσει πώς η επιλογή μόνο δύο κλάδων, των φαρμάκων και των καλλυντικών, συνάδει με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η EFPIA υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν γνωστοποίησε τη μεθοδολογία που οδήγησε στο ποσοστό 92% και ότι το κόστος έχει υποεκτιμηθεί. Ως παράδειγμα επικαλείται την εκτίμηση της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, ανάμεσα σε 885 και 1.025 εκατ. ευρώ ετησίως, δηλαδή τετραπλάσια από το ποσό των 238 εκατ. ευρώ που είχε υπολογίσει η Επιτροπή. Οι εκτιμήσεις της EurEau, της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας των φορέων ύδατος, κυμαίνονται από 3,6 έως 11,3 δισ. ευρώ ετησίως. Το εύρος αυτό δείχνει πόσο ασαφής παραμένει η συνολική δαπάνη.
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η αναβάθμιση της επεξεργασίας λυμάτων θα αυξήσει το κόστος κατά 3,8%, αλλά θα αποφέρει όφελος άνω των 6,6 δισ. ευρώ ετησίως, με θετικό λόγο κόστους-οφέλους σε κάθε κράτος μέλος. Τα οφέλη αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας και των οικοσυστημάτων, γεγονός που εξηγεί γιατί η συζήτηση δεν αφορά αν πρέπει να υπάρξει καθαρισμός αλλά πώς θα κατανεμηθεί το κόστος του.
Οι αντιδράσεις των άλλων κλάδων και η δικαστική διαμάχη
Η φαρμακοβιομηχανία δεν είναι ο μόνος κλάδος που αντιδρά. Η Cosmetics Europe υποστηρίζει ότι το 26% που αποδίδεται στα καλλυντικά είναι σημαντικά υπερεκτιμημένο και ότι, υπό ρεαλιστικές παραδοχές, η πραγματική συμβολή τους είναι περίπου 1-2%. Η διαμάχη έχει ήδη περάσει στα δικαστήρια. Στις 20 Φεβρουαρίου 2026 η EurEau χαιρέτισε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ να απορρίψει ως απαράδεκτες τις προσφυγές εταιρειών και ενώσεων των δύο κλάδων κατά των διατάξεων περί EPR. Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έχει κλείσει. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 η γενική εισαγγελέας Kokott πρότεινε, στην υπόθεση C-193/25 Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, την ακύρωση των διατάξεων που επιβάλλουν στους παραγωγούς φαρμάκων και καλλυντικών να χρηματοδοτούν το 80% του κόστους. Η γνώμη αυτή δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, και δεν καταλήγει ότι τα στοιχεία της Επιτροπής ήταν αναγκαστικά λανθασμένα. Παράλληλα, ομάδα κρατών μελών ζήτησε από τις Βρυξέλλες νέα ανεξάρτητη αξιολόγηση του συστήματος χρηματοδότησης, ενώ η Επιτροπή δεν δεσμεύτηκε για πάγωμα της εφαρμογής.
Τι ζητά η φαρμακοβιομηχανία και τι σημαίνει για τον πολίτη
Ενόψει της εφαρμογής της οδηγίας, η ΠΕΦ, ο ΣΦΕΕ και ο ΕΦΕΧ ζητούν η διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού να στηρίζεται στα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα και να αντανακλά την πραγματική συμβολή των διαφορετικών κατηγοριών μικρορύπων. Δηλώνουν ότι παραμένουν προσηλωμένες στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και στη βιώσιμη ανάπτυξη, και υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές πρέπει να είναι συνεκτικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες, με σαφείς προτεραιότητες και στοχευμένες παρεμβάσεις.
Για τον πολίτη, η ουσία είναι διπλή. Πρώτον, η ποιότητα των υδάτων και η προστασία της δημόσιας υγείας και των οικοσυστημάτων είναι κοινός στόχος, και η τεταρτοβάθμια επεξεργασία θα προχωρήσει σταδιακά ως το 2045. Δεύτερον, ο τρόπος κατανομής του κόστους θα εξαρτηθεί από το ποιες μετρήσεις θα θεωρηθούν αξιόπιστες. Η ελληνική μελέτη προσθέτει στη συζήτηση ένα νέο σύνολο δεδομένων από την Ψυττάλεια και τη Λάρισα, αλλά δύο εγκαταστάσεις δεν αρκούν για να κλείσει το ζήτημα. Θα χρειαστούν περισσότερες μετρήσεις, ανοιχτές μεθοδολογίες και ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση.
