Το νομοσχέδιο επιχειρεί να καλύψει ένα θεσμικό κενό δεκαετιών, αλλά αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για τα επαγγελματικά δικαιώματα, την ανεξαρτησία των επιστημονικών οργάνων και τον έλεγχο των υπουργικών αποφάσεων.

Του Τάκη Μαραλέτου
Η δημιουργία ενός ενιαίου επαγγελματικού φορέα για τους ψυχολόγους είναι μια μεταρρύθμιση που η ελληνική Πολιτεία έχει καθυστερήσει επί δεκαετίες. Από το 1979, όταν θεσπίστηκε ο βασικός νόμος για την άσκηση του επαγγέλματος, μέχρι σήμερα, η επιστήμη της Ψυχολογίας έχει εξελιχθεί εντυπωσιακά. Οι ειδικεύσεις έχουν πολλαπλασιαστεί, οι ανάγκες ψυχικής υγείας έχουν μεταβληθεί, η ψυχοθεραπεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης φροντίδας και οι πολίτες αναζητούν ολοένα συχνότερα υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης.
Το θεσμικό πλαίσιο, ωστόσο, δεν ακολούθησε με την ίδια ταχύτητα.
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας, που εισάγεται προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής, επιχειρεί να αντιμετωπίσει αυτή την εκκρεμότητα. Προβλέπει τη δημιουργία του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, την υποχρεωτική εγγραφή των επαγγελματιών, τη λειτουργία μητρώου, τη συγκρότηση πειθαρχικών οργάνων και τη δημιουργία Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας.
Πρόκειται για παρεμβάσεις που, επί της αρχής, έχουν θετικό πρόσημο. Η ύπαρξη ενός αξιόπιστου επαγγελματικού μητρώου, η δυνατότητα ελέγχου παραβάσεων και η διαμόρφωση ενιαίων προδιαγραφών μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική προστασία στους πολίτες. Ένας άνθρωπος που αναζητά ψυχολογική υποστήριξη πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ποιος είναι ο επαγγελματίας στον οποίο απευθύνεται, ποια προσόντα διαθέτει και σε ποιον μπορεί να προσφύγει εάν αντιμετωπίσει αντιδεοντολογική συμπεριφορά.
Αυτή η ανάγκη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά.
Εκείνο που αξίζει να εξεταστεί είναι εάν το προτεινόμενο σύστημα εξασφαλίζει πράγματι την επιστημονική αυτονομία και την προστασία του πολίτη ή εάν δημιουργεί έναν νέο μηχανισμό στον οποίο η τελική εξουσία συγκεντρώνεται σε υπερβολικό βαθμό στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας.
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα του νομοσχεδίου.
Ο Υπουργός Υγείας στο επίκεντρο σχεδόν όλων των κρίσιμων αποφάσεων
Μια προσεκτική ανάγνωση των άρθρων 25, 26, 27, 35, 36 και 56 αποκαλύπτει ότι ο Υπουργός Υγείας διατηρεί καθοριστικό ρόλο σε σχεδόν όλα τα σημαντικά στάδια οργάνωσης και ρύθμισης του νέου συστήματος.
Ορίζει την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων. Επιλέγει τα μέλη του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας. Κυρώνει τον Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας. Έχει την αποφασιστική κανονιστική αρμοδιότητα για τη δημιουργία ειδικοτήτων, την εκπαίδευση, την πιστοποίηση και την αναγνώριση εκπαιδευτικών κέντρων, ύστερα από τις προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις.
Ακόμη και τα επαγγελματικά δικαιώματα, που θα μπορούσαν να αποτελούν τον πυρήνα της μεταρρύθμισης, δεν καθορίζονται οριστικά από το νομοσχέδιο. Παραπέμπονται σε μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα, με πρόταση του Υπουργού Υγείας και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας.
Η διάκριση έχει νομική σημασία. Τα επαγγελματικά δικαιώματα δεν θα καθορίζονται με μονομερή υπουργική απόφαση. Η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος αποτελεί διαφορετική κανονιστική διαδικασία, με τις προβλεπόμενες συνταγματικές και δικαστικές εγγυήσεις.
Παρά ταύτα, η πολιτική πρωτοβουλία παραμένει στο Υπουργείο, ενώ δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία ολοκλήρωσης της διαδικασίας.
Ποιος θα αποφασίζει για τι
| Αντικείμενο | Αποφασιστική αρμοδιότητα |
| Επαγγελματικά δικαιώματα ψυχολόγων | Προεδρικό Διάταγμα με πρόταση Υπουργού Υγείας και γνώμη ΚΕΣΥ |
| Δημιουργία ειδικοτήτων και καθορισμός προϋποθέσεων πιστοποίησης | Υπουργός Υγείας, μετά από γνώμη ΚΕΣΥ |
| Αναγνώριση και ανάκληση έγκρισης εκπαιδευτικών προγραμμάτων | Υπουργός Υγείας, στο προβλεπόμενο κανονιστικό πλαίσιο |
| Συγκρότηση Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας | Υπουργός Υγείας ορίζει το επταμελές όργανο |
| Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας | Υπουργός Υγείας, μετά από εισήγηση του Συλλόγου |
| Προσωρινή διοίκηση του νέου Συλλόγου | Διορισμός από τον Υπουργό Υγείας, με δυνατότητα θητείας έως τρία χρόνια |
Το αποτέλεσμα είναι ένα θεσμικό σχήμα στο οποίο η επιστημονική γνώμη προβλέπεται, αλλά η ουσιαστική δυνατότητα διαμόρφωσης και ολοκλήρωσης των αποφάσεων παραμένει συγκεντρωμένη στην εκτελεστική εξουσία.
Σαφώς δεν πρόκειται για απεριόριστη νομική εξουσία. Οι υπουργικές πράξεις υπόκεινται στον νόμο και σε δικαστικό έλεγχο. Πρόκειται όμως για εξαιρετικά μεγάλη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων σε έναν τομέα όπου οι αποφάσεις θα επηρεάζουν επαγγελματικά δικαιώματα, εκπαιδευτικές επενδύσεις και την πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Η επιστημονική ανεξαρτησία δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια γενική αναφορά του νόμου ότι τα μέλη ενός οργάνου ασκούν τα καθήκοντά τους αμερόληπτα. Χρειάζεται συγκεκριμένος μηχανισμός που να την εξασφαλίζει.
Ένα Παρατηρητήριο του οποίου ο Υπουργός επιλέγει όλα τα μέλη
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας.
Η δημιουργία του μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη. Η Ελλάδα χρειάζεται σαφείς επιστημονικές προδιαγραφές για την ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, την εποπτεία, την κλινική εμπειρία, την πιστοποίηση και την αναγνώριση προσόντων.
Σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν ουσιαστικές ασάφειες ως προς την εκπαιδευτική επάρκεια, την κατοχύρωση ειδικεύσεων και τη θεσμική αντιμετώπιση διαφορετικών επαγγελματικών διαδρομών.
Το νομοσχέδιο επιχειρεί να δημιουργήσει έναν μηχανισμό που θα επεξεργαστεί αυτά τα ζητήματα.
Ωστόσο, το άρθρο 35 προβλέπει ότι τα επτά μέλη του Παρατηρητηρίου ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Απαιτείται επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στην ψυχική υγεία, αλλά δεν κατοχυρώνεται διαδικασία δημόσιας επιλογής με συγκεκριμένες θέσεις εκπροσώπησης πανεπιστημίων, επιστημονικών εταιρειών, επαγγελματικών συλλόγων και ληπτών υπηρεσιών.
Το άρθρο 36 προβλέπει συνεργασία με επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς. Η συνεργασία, όμως, δεν είναι ισοδύναμη με την εγγυημένη συμμετοχή στη συγκρότηση ενός οργάνου που θα επηρεάσει τις μελλοντικές προδιαγραφές.
Αν τα πρόσωπα που θα συμμετέχουν σε αυτό επιλεγούν από μία μόνο επιστημονική κατεύθυνση ή από έναν περιορισμένο κύκλο επαγγελματικών φορέων, υπάρχει κίνδυνος οι προτάσεις του Παρατηρητηρίου να μην αποτυπώνουν επαρκώς την πολυμορφία του επιστημονικού πεδίου.
Δεν υπάρχει λόγος να προεξοφλήσουμε ότι αυτό θα συμβεί. Υπάρχει όμως κάθε λόγος να απαιτήσουμε εγγυήσεις ώστε να μην μπορεί να συμβεί.
Μια ερώτηση λοιπόν που απευθύνουμε στον Υπουργό Υγείας είναι «για ποιον λόγο κρίθηκε αναγκαίο να διορίζετε ο ίδιος το σύνολο των μελών του Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και να διατηρείτε τόσο εκτεταμένες κανονιστικές αρμοδιότητες, αντί να προβλέψετε μια θεσμικά κατοχυρωμένη συμμετοχή των επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων, με ανεξάρτητη επιλογή και έλεγχο;»
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προτείνει συγκεκριμένη βελτίωση, ορισμένα από τα επτά μέλη, ενδεικτικά τρία, να ορίζονται κατόπιν προτάσεων αναγνωρισμένων επαγγελματικών φορέων. Ζητά επίσης εκπροσώπηση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και ειδικότερα των ατόμων με ψυχοκοινωνική αναπηρία.
Η πρόταση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία μιας ουσιαστικότερης θεσμικής ισορροπίας.
Το παράδοξο των επαγγελματικών δικαιωμάτων
Ίσως η πιο σοβαρή αδυναμία του νομοσχεδίου να βρίσκεται στο άρθρο 26.
Η Πολιτεία δημιουργεί έναν υποχρεωτικό επαγγελματικό σύλλογο, επιβάλλει εγγραφή και συνδρομές, θεσπίζει πειθαρχικό έλεγχο και ρυθμίζει λεπτομερώς την οργανωτική δομή του.
Δεν καθορίζει όμως τα ίδια τα επαγγελματικά δικαιώματα.
Παραπέμπει το ζήτημα σε μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα, χωρίς συγκεκριμένη προθεσμία έκδοσης.
Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι με αυτόν τον τρόπο επαναλαμβάνεται μια νομοθετική εκκρεμότητα η οποία διαρκεί 47 χρόνια. Προτείνει να τεθεί προθεσμία 24 μηνών και να συμμετέχει στη σχετική διαδικασία το εκλεγμένο Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο του νέου Συλλόγου.
Η παρατήρηση είναι ουσιαστική.
Δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη μια επαγγελματική μεταρρύθμιση όταν καθορίζει με λεπτομέρεια τις υποχρεώσεις και τις κυρώσεις, αλλά αφήνει ανοιχτό το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που ο επαγγελματίας καλείται να ασκήσει.
Επιπλέον, η σύνδεση των δικαιωμάτων με το γνωστικό αντικείμενο και το πρόγραμμα σπουδών δημιουργεί ερωτήματα για αποφοίτους διαφορετικών πανεπιστημιακών τμημάτων, για τίτλους του εξωτερικού και για επαγγελματίες που ήδη διαθέτουν νόμιμη άδεια.
Εάν δεν υπάρξουν σαφείς μεταβατικές εγγυήσεις, ένας μηχανισμός επιστημονικής αναβάθμισης μπορεί να προκαλέσει νέες αμφισβητήσεις σε επαγγελματικά δικαιώματα που ασκούνται νόμιμα επί χρόνια.
Η αναγνώριση νέων ειδικοτήτων είναι θετική εξέλιξη. Δεν πρέπει όμως να μετατραπεί σε αδικαιολόγητη αναδρομική απαξίωση της επαγγελματικής εμπειρίας.
Οι αντιδράσεις δεν αποτελούν ένα ενιαίο μέτωπο
Οι επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς δεν συμφωνούν μεταξύ τους ούτε ως προς την αναγκαιότητα ούτε ως προς τον τρόπο υλοποίησης της μεταρρύθμισης.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων ζητά την απόσυρση του νομοσχεδίου, εκτιμώντας ότι δεν προστατεύει επαρκώς τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα και ότι υποβαθμίζει τη συμμετοχή των επαγγελματιών. Προτείνει να προηγηθεί ουσιαστική αναβάθμιση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και των προϋποθέσεων μελλοντικής αδειοδότησης.
Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία αντιμετωπίζει θετικά τη δημιουργία του ΝΠΔΔ, θεωρώντας τη σημαντική για την επιστημονική οργάνωση και την προστασία των πολιτών. Ζητά, ωστόσο, σαφή όρια επαγγελματικής επάρκειας, ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση, διαφανή κριτήρια και δίκαιη αντιμετώπιση των ήδη αποκτημένων προσόντων.
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων έχει εκφράσει αντιρρήσεις για την εκπροσώπηση των ψυχολόγων των δημόσιων δομών, καταγγέλλοντας και τον αποκλεισμό του από την κοινοβουλευτική ακρόαση φορέων.Αντίστοιχες παρεμβάσεις προέρχονται από φορείς της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής ψυχικής υγείας, που ζητούν επιστημονικά κριτήρια αναγνώρισης, διασφάλιση της διεπιστημονικότητας και προστασία των ήδη υφιστάμενων εκπαιδεύσεων.
Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις δείχνουν ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο συντεχνιακό αίτημα απέναντι στην κυβέρνηση.
Αποκαλύπτουν επίσης τον πραγματικό κίνδυνο της μεταρρύθμισης, η προσπάθεια οργάνωσης ενός κατακερματισμένου επαγγελματικού πεδίου μπορεί να καταλήξει σε ανταγωνισμό μεταξύ φορέων για τον έλεγχο της πιστοποίησης, των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και της επαγγελματικής αναγνώρισης.
Η Πολιτεία οφείλει να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο, όχι να επιλέξει ποιος φορέας θα αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία.
Η προσωρινή διοίκηση που μπορεί να παραμείνει για τρία χρόνια
Ένα ακόμη ζήτημα προκαλεί σοβαρό προβληματισμό.
Το άρθρο 25 προβλέπει τον διορισμό Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής από τον Υπουργό Υγείας, με αρχική θητεία έως δύο χρόνια και δυνατότητα παράτασης για ακόμη ένα.
Η ανάγκη προσωρινής διοίκησης κατά την ίδρυση ενός νέου ΝΠΔΔ είναι απολύτως κατανοητή. Κάποιος πρέπει να οργανώσει το μητρώο, να συγκροτήσει τις υπηρεσίες και να προετοιμάσει τις πρώτες εκλογές.
Δύσκολα εξηγείται, όμως, γιατί αυτή η μεταβατική περίοδος χρειάζεται να μπορεί να φτάσει τα τρία χρόνια.
Πολύ περισσότερο όταν η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή δεν περιορίζεται σε καθαρά οργανωτικά καθήκοντα. Μπορεί να εισηγηθεί και τον Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας που θα διέπει όλους τους ψυχολόγους.
Δηλαδή ένα μη εκλεγμένο όργανο, διορισμένο από τον Υπουργό, μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση κανόνων των οποίων η παραβίαση ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε απώλεια της δυνατότητας άσκησης επαγγέλματος.
Η ΟΚΕ προτείνει η προσωρινή διοίκηση να έχει διάρκεια ενός έτους, με δυνατότητα εξάμηνης παράτασης για σοβαρό λόγο.
Η συγκεκριμένη πρόταση είναι σαφώς πιο συμβατή με την αρχή της δημοκρατικής αυτοδιοίκησης ενός επαγγελματικού φορέα.
Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής επισημαίνει ουσιαστικά προβλήματα
Οι αδυναμίες του σχεδίου δεν προκύπτουν μόνο από τις αντιδράσεις των ενδιαφερομένων.
Η έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής της 27ης Οκτωβρίου περιλαμβάνει παρατηρήσεις που ενισχύουν τον προβληματισμό για τη νομοθετική του πληρότητα.
Η σημαντικότερη αφορά την υποχρεωτική εγγραφή στον νέο Σύλλογο.
Σύμφωνα με την έκθεση, από την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης απουσιάζει η ειδική αξιολόγηση αναλογικότητας που απαιτείται για ένα μέτρο το οποίο προσθέτει νέα προϋπόθεση στην άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος.
Αυτή δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική παράλειψη.
Η υποχρεωτική εγγραφή μεταβάλλει το υφιστάμενο καθεστώς, καθώς προστίθεται στην ήδη προβλεπόμενη άδεια άσκησης επαγγέλματος. Η Πολιτεία οφείλει να τεκμηριώσει γιατί αυτή η πρόσθετη απαίτηση είναι αναγκαία και αναλογική προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου.
Η Επιστημονική Υπηρεσία διατυπώνει επίσης προβληματισμό για τη δυνατότητα κύρωσης του Κώδικα Δεοντολογίας με υπουργική απόφαση.
Ο λόγος είναι ιδιαίτερα σοβαρός.
Η παράβαση του Κώδικα μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής ή οριστικής διαγραφής από τον Σύλλογο, με αντίστοιχες επιπτώσεις στην άδεια άσκησης επαγγέλματος.
Εγείρεται επομένως το ζήτημα εάν κανόνες με τέτοιες συνέπειες μπορούν να θεσπίζονται με υπουργική απόφαση ή εάν απαιτείται ισχυρότερη κανονιστική πράξη, όπως Προεδρικό Διάταγμα.
Πρόκειται για νομικό προβληματισμό που δεν επιτρέπεται να αγνοηθεί.
Ποιος θα προστατεύει εκείνον που αποκλείεται από την πιστοποίηση;
Υπάρχει ένα ακόμη κενό, λιγότερο ορατό στη δημόσια συζήτηση, με σημαντικές πρακτικές συνέπειες.
Το νομοσχέδιο περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια την πειθαρχική διαδικασία. Προβλέπει προηγούμενη ακρόαση και δικαστική προσφυγή για την απόρριψη εγγραφής στον νέο Σύλλογο. Για τις πειθαρχικές αποφάσεις προβλέπονται διαδικασίες έφεσης και δικαστικού ελέγχου.
Αυτές είναι ουσιαστικές εγγυήσεις και αποτελούν θετικό στοιχείο.
Δεν υπάρχει, όμως, αντίστοιχα ολοκληρωμένο ειδικό πλαίσιο ανεξάρτητης επιστημονικής επανεξέτασης όταν απορρίπτεται ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα ή αμφισβητείται η αναγνώριση μιας ειδίκευσης.
Το άρθρο 56 επιτρέπει, στο προβλεπόμενο κανονιστικό πλαίσιο, την έγκριση αλλά και την ανάκληση της έγκρισης εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Τι θα συμβεί εάν απορριφθεί ένα πολυετές πρόγραμμα ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης; Ποιος θα αξιολογήσει εκ νέου την επιστημονική αιτιολογία; Τι θα απογίνουν όσοι έχουν ήδη καταβάλει δίδακτρα και έχουν ολοκληρώσει μέρος της εκπαίδευσής τους;
Ασφαλώς, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι γενικές εγγυήσεις του διοικητικού δικαίου και η δικαστική προστασία. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι θα στερούνται κάθε δυνατότητας προσφυγής.
Άλλο όμως η δυνατότητα προσφυγής στη Δικαιοσύνη και άλλο η ύπαρξη μιας αποτελεσματικής, ειδικής διαδικασίας ανεξάρτητης επιστημονικής επανεξέτασης, με σαφή κριτήρια, προθεσμίες και προστασία των εκπαιδευομένων.
Το συγκεκριμένο ζήτημα χρειάζεται ρητή νομοθετική ρύθμιση.
Είναι, τελικά, ένα πρόχειρο νομοσχέδιο;
Ο χαρακτηρισμός «πρόχειρο» είναι εύκολος, αλλά δεν αποδίδει πλήρως την πραγματικότητα.
Το νομοσχέδιο δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Η ανάγκη ίδρυσης επαγγελματικού ΝΠΔΔ έχει συζητηθεί επί χρόνια. Προηγήθηκε δημόσια διαβούλευση, κατατέθηκαν προτάσεις και υπήρξε κοινοβουλευτική επεξεργασία.
Η ΟΚΕ αναγνωρίζει ρητά ότι η μεταρρύθμιση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και αντιμετωπίζει ένα σοβαρό, χρόνιο θεσμικό έλλειμμα.
Αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί.
Παράλληλα, η ίδια η ΟΚΕ ζητά ουσιαστικές τροποποιήσεις σε θέματα επαγγελματικών δικαιωμάτων, μεταβατικών διατάξεων, στελέχωσης, προσωρινής διοίκησης και σύνθεσης του Παρατηρητηρίου.
Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής προσθέτει συγκεκριμένες νομικές και νομοτεχνικές επισημάνσεις.
Άρα, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία θεσμικής προετοιμασίας. Είναι ότι η προετοιμασία δεν έχει καταλήξει σε ένα επαρκώς ολοκληρωμένο ρυθμιστικό αποτέλεσμα.
Το νομοσχέδιο οργανώνει έναν νέο επαγγελματικό φορέα, χωρίς να έχει ολοκληρώσει το πλαίσιο των επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Δημιουργεί ένα επιστημονικό Παρατηρητήριο, χωρίς να κατοχυρώνει επαρκώς την αντιπροσωπευτική συγκρότησή του.
Δίνει ευρείες αρμοδιότητες στον Υπουργό Υγείας, χωρίς να συνοδεύονται όλες από αντίστοιχα ισχυρούς μηχανισμούς διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου.
Είναι, συνεπώς, μια αναγκαία μεταρρύθμιση με σοβαρές ελλείψεις θεσμικής ολοκλήρωσης.
Αυτός είναι ακριβέστερος και δικαιότερος χαρακτηρισμός του.
Τι θα έπρεπε πρέπει να αλλάξει πριν από την ψήφιση
Η Βουλή έχει τη δυνατότητα να διορθώσει τις σημαντικότερες αδυναμίες χωρίς να ακυρώσει τον βασικό σκοπό της μεταρρύθμισης.
Πρώτον, χρειάζεται συγκεκριμένη προθεσμία για την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος που θα καθορίζει τα επαγγελματικά δικαιώματα, με σαφή προστασία των ήδη αδειοδοτημένων ψυχολόγων.
Δεύτερον, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή πρέπει να έχει περιορισμένη διάρκεια και να συγκροτείται μέσω διαφανούς διαδικασίας επιλογής. Οι ουσιώδεις κανονιστικές εισηγήσεις θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να ανήκουν στην εκλεγμένη διοίκηση.
Τρίτον, η σύνθεση του Παρατηρητηρίου χρειάζεται συγκεκριμένες εγγυήσεις επιστημονικού πλουραλισμού. Πανεπιστήμια, επιστημονικές εταιρείες, επαγγελματικοί σύλλογοι και εκπρόσωποι των ληπτών υπηρεσιών πρέπει να συμμετέχουν σε μια ανοιχτή διαδικασία επιλογής, χωρίς κανένας φορέας να αποκτά αποκλειστικό δικαίωμα επιρροής.
Τέταρτον, οι αποφάσεις για ειδικότητες και εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να βασίζονται σε δημοσιευμένα επιστημονικά κριτήρια, με πλήρη αιτιολόγηση, διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων και δυνατότητα ανεξάρτητης επανεξέτασης.
Πέμπτον, πρέπει να αποσαφηνιστούν τα όρια ανάμεσα στον ρόλο του Πανελλήνιου Συλλόγου, στις αρμοδιότητες του Παρατηρητηρίου και στην κανονιστική εξουσία του Υπουργείου.
Δεν είναι αναγκαίο να μεταφερθεί η εξουσία από τον Υπουργό σε έναν επαγγελματικό σύλλογο. Αυτό θα μπορούσε απλώς να αντικαταστήσει τον κίνδυνο κρατικού συγκεντρωτισμού με τον κίνδυνο επαγγελματικού μονοπωλίου.
Χρειάζεται κατανομή αρμοδιοτήτων, επιστημονική συμμετοχή και πραγματική λογοδοσία.
Η προστασία του πολίτη δεν απαιτεί παντοδύναμο Υπουργό
Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να ρυθμίζει επαγγέλματα που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, να καθορίζει προδιαγραφές και να παρεμβαίνει όταν τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια των πολιτών.
Δεν πρέπει όμως η ρυθμιστική αυτή ευθύνη να ταυτίζεται με την ανάγκη πολιτικού ελέγχου κάθε σημαντικής επιστημονικής και οργανωτικής απόφασης.
Ούτε είναι αυτονόητο ότι οι επαγγελματικοί σύλλογοι πρέπει να αποφασίζουν μόνοι τους για τα κριτήρια πρόσβασης σε ένα επάγγελμα. Και οι ίδιοι χρειάζονται διαφάνεια, λογοδοσία και έλεγχο πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων.
Ένα σοβαρό σύστημα επαγγελματικής ρύθμισης πρέπει να προστατεύει ταυτόχρονα τον πολίτη από την επιστημονική ανεπάρκεια και τον επιστήμονα από την αυθαίρετη διοικητική κρίση.Αν δεν εξασφαλίζονται και τα δύο, η πιστοποίηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μηχανισμό αποκλεισμού αντί για εγγύηση ποιότητας.
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας έχει πραγματική μεταρρυθμιστική αξία. Μπορεί να οργανώσει ένα επάγγελμα που χρειάζεται σύγχρονους κανόνες, να ενισχύσει τη δεοντολογική εποπτεία και να δημιουργήσει τις βάσεις για αξιόπιστη αναγνώριση επιστημονικών προσόντων.
Δεν χρειάζεται να ακυρωθεί αυτή η προοπτική.
Χρειάζεται, όμως, να περιοριστεί η υπερσυγκέντρωση εξουσίας, να ολοκληρωθούν οι εγγυήσεις και να καθοριστούν με σαφήνεια τα δικαιώματα πριν από την πλήρη ενεργοποίηση των νέων περιορισμών.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η χώρα να αποκτήσει έναν νέο, υποχρεωτικό επαγγελματικό φορέα, διατηρώντας για το μέλλον τις ίδιες βασικές εκκρεμότητες που υποτίθεται ότι η μεταρρύθμιση έρχεται να επιλύσει.
Το ζητούμενο δεν είναι ποιος Υπουργός θα υπογράφει τις αποφάσεις. Είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα που θα λειτουργεί αξιόπιστα, ανεξάρτητα από το ποιος θα είναι κάθε φορά Υπουργός Υγείας.
Αυτό είναι τελικά το μέτρο μιας πραγματικής θεσμικής μεταρρύθμισης.

Σημ: Η ανάλυση βασίζεται στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή στις 19 Οκτωβρίου 2026, στη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής της 27ης Οκτωβρίου και στις δημόσιες θέσεις των επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων. Αφορά το κείμενο πριν από την τελική ψήφιση.
