Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο
Με την επίσημη έναρξη της περιόδου αντιγριπικού εμβολιασμού στη χώρα μας, τα φαρμακεία αποτελούν για άλλη μια χρονιά το βασικό σημείο αναφοράς και εύκολης πρόσβασης των πολιτών για την προστασία τους από την εποχική γρίπη. Μέσα από το δίκτυο των φαρμακείων, οι ενήλικες έχουν τη δυνατότητα να εμβολιαστούν άμεσα με τα συμβατικά εμβόλια χωρίς να απαιτείται ιατρική συνταγή, διευκολύνοντας σημαντικά τη διαδικασία για την κάλυψη του πληθυσμού πριν από την κορύφωση του χειμερινού κύματος. Μάλιστα ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου κ. Απόστολος Βαλτάς, μιλώντας για το θέμα στο DailyPharmaNews στάθηκε ιδιαίτερα στο σημείο αυτό, της δυνατότητας εμβολιασμού χωρίς ιατρική συνταγή τονίζοντας πως έχει βοηθήσει πολύ στην ενίσχυση της κουλτούρας της πρόληψης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΠΦΣ με τη βοήθεια και ενός τηλεοπτικού spot ξεκινά μια εθνική εκστρατεία ευαισθητοποίησης με κεντρικό μήνυμα τη σημασία του έγκαιρου εμβολιασμού, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους άνω των 60 ετών και τις ευπαθείς ομάδες. Στόχος των φαρμακοποιών είναι να λειτουργήσουν ως έγκυροι σύμβουλοι υγείας, καταρρίπτοντας μύθους και παρουσιάζοντας αδιαμφισβήτητα επιστημονικά δεδομένα που αποδεικνύουν τη χρησιμότητα του εμβολίου.
Τι δείχνουν τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα για τους ενήλικες
Δύο πρόσφατες μελέτες που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο IDWeek 2026 στην Ουάσινγκτον προσφέρουν πραγματικά δεδομένα που στηρίζουν τον εποχικό εμβολιασμό κατά της γρίπης τόσο σε ηλικιωμένους όσο και σε παιδιά.
Σε ό,τι αφορά τη μελέτη που αφορά τους ενήλικες που διενεργήθηκε από το Geisinger Health System -έναν από τους μεγαλύτερους, παλαιότερους και πιο γνωστούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς παροχής ολοκληρωμένων υπηρεσιών υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες που περιλαμβάνει ένα δίκτυο που περιλαμβάνει 10 νοσοκομειακά συγκροτήματα και περισσότερες από 130 δομές φροντίδας (κλινικές, επείγοντα, διαγνωστικά κέντρακαι εξυπηρετεί περισσότερους από 1,2 εκατομμύρια πολίτες- εξέτασε την πορεία ενηλίκων άνω των 65 ετών που νόσησαν από γρίπη. Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά για το πώς το εμβόλιο σώζει ζωές και αποσυμφορεί το σύστημα υγείας.
Η έρευνα έδειξε ότι οι εμβολιασμένοι ασθενείς είχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να καταλήξουν στην Εντατική (ΜΕΘ) σε σχέση με τους ανεμβολίαστους. Συγκεκριμένα, από τους ασθενείς που δεν είχαν κάνει το εμβόλιο, περίπου 1 στους 10 (10,5%) χρειάστηκε νοσηλεία σε ΜΕΘ, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους εμβολιασμένους ήταν μόλις 2,5%.
Ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις που ένας εμβολιασμένος ηλικιωμένος χρειάστηκε να μπει στην Εντατική, η παραμονή του εκεί ήταν εξαιρετικά σύντομη (κατά μέσο όρο λιγότερο από μία ημέρα), σε αντίθεση με τους ανεμβολίαστους που παρέμειναν κατά μέσο όρο πάνω από 3 ημέρες.
Πιο αναλυτικά από τους 452 ασθενείς της μελέτης, οι 80 (17,7%) ήταν εμβολιασμένοι. Οι δύο ομάδες (εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι) είχαν παρόμοια βασικά χαρακτηριστικά. Η μέση ηλικία ήταν τα 80 έτη για τους εμβολιασμένους και τα 78 έτη για τους ανεμβολίαστους, ενώ Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είχε το 41,3% και το 33,9% αντίστοιχα.
Η εισαγωγή σε ΜΕΘ κρίθηκε απαραίτητη μόνο για το 2,5% (2 στους 80) των εμβολιασμένων ασθενών, σε σύγκριση με το 10,5% (39 στους 372) των ανεμβολίαστων. Αυτό σημαίνει μια καθαρή διαφορά 8 ποσοστιαίων μονάδων (P = 0,029), η οποία είναι στατιστικά σημαντική.
Οι εμβολιασμένοι ασθενείς είχαν επίσης μικρότερη διάρκεια νοσηλείας, αν και σε αυτές τις περιπτώσεις η διαφορά δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη από στατιστική άποψη:
- Η μέση νοσηλεία στο νοσοκομείο ήταν 4,43 ημέρες για τους εμβολιασμένους έναντι 5,20 ημερών για τους ανεμβολίαστους.
- Από τους 41 ασθενείς που χρειάστηκαν ΜΕΘ, η μέση παραμονή στην εντατική ήταν 0,67 ημέρες για τους εμβολιασμένους έναντι 3,24 ημερών για τους ανεμβολίαστους.
Το στοίχημα της ενημέρωσης στην επαρχία και στις ευάλωτες ομάδες
Το Geisinger καλύπτει κυρίως την κεντρική και βορειοανατολική Πενσυλβάνια, μια περιοχή με έντονο αγροτικό και επαρχιακό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι οι ασθενείς του είναι συχνά μεγαλύτερης ηλικίας και αντιμετωπίζουν γεωγραφικά ή οικονομικά εμπόδια πρόσβασης στην υγεία, γι’ αυτό και τα δεδομένα του Geisinger (όπως αυτά για τη γρίπη) έχουν τεράστια αξία για τη μελέτη της επαρχιακής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Η ίδια μελέτη ανέδειξε ένα πρόβλημα που απασχολεί έντονα και την ελληνική πραγματικότητα: το χαμηλό ποσοστό εμβολιασμού σε ορισμένες περιοχές, το οποίο συχνά οφείλεται σε γεωγραφικά ή κοινωνικά εμπόδια πρόσβασης. Πιο συγκεκριμένα οι γιατροί παρατήρησαν ότι μόνο το 17,7% των ασθενών είχε κάνει το εμβόλιο. Πιστεύουν ότι αυτό οφείλεται σε δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στα χωριά, όπως η απόσταση από τα ιατρικά κέντρα ή προβλήματα με τις ασφάλειές τους, και σκοπεύουν να το ερευνήσουν περισσότερο στο μέλλον.
Οι μελέτες – η δεύτερη όπως προαναφέρθηκε αφορούσε τα παιδιά και τους εφήβους κι έδειξε ότι το εποχικό εμβόλιο γρίπης μείωσε κατά 36% τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρής γρίπης που απαιτεί επίσκεψη σε Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) ή δομές επείγουσας φροντίδας- ανέδειξαν ότι ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που νοσούν βαριά παραμένουν ανεμβολίαστοι λόγω γεωγραφικών, κοινωνικών ή ασφαλιστικών εμποδίων πρόσβασης.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο κρίσιμος ρόλος του φαρμακοποιού και δη του Έλληνα φαρμακοποιού της γειτονιάς και της επαρχίας. Ως το πιο προσβάσιμο στέλεχος της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ο φαρμακοποιός είναι εκείνος που θα εντοπίσει τον ηλικιωμένο ή τον ασθενή με χρόνια νοσήματα, θα του υπενθυμίσει την ανάγκη προστασίας και θα διενεργήσει με ασφάλεια τον εμβολιασμό, συμβάλλοντας στο να χτιστεί έγκαιρα το απαραίτητο «τείχος ανοσίας» στη χώρα μας.
