Από τον Χαράλαμπο Πετρόχειλο
Το τελευταίο διάστημα το θέμα του ιδιοκτησιακού των φαρμακείων έχει βρεθεί στο επίκεντρο της επικαιρότητας με έναν τρόπο που για όσους κινούνται και ασχολούνται με το χώρο του ελληνικού φαρμακείου δεν φαίνεται αυτονόητος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ότι ξαφνικά έγινε θέμα από εκεί που δεν απασχολούσε καθόλου ούτε καν τα ΜΜΕ που ασχολούνται με τον συγκεκριμένο χώρο ως θέμα, ενώ κάθε φορά που απευθυνόταν κάποια σχετική ερώτηση στους υπευθύνους, η απάντηση ήταν πως όλα ήταν υπό έλεγχο και πως ήταν πολύ πολύ περιορισμένος ο αριθμός των φαρμακείων.
Ελάχιστα ήταν τα φαρμακεία που έχουν μπει σε εταιρικά σχήματα όπου η μεγάλη πλειοψηφία της ιδιοκτησίας ανήκει σε εταιρείες, νομικά πρόσωπα ή ιδιώτες που δεν φέρουν την ιδιότητα του φαρμακοποιού.
Τα πράγματα ωστόσο και τα στοιχεία που τώρα έρχονται στο φως δείχνουν ότι τα πράγματα δεν ήταν τελικά έτσι.
Το θέμα είναι τι γίνεται. Ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος με πρόσφατο Ψήφισμά της Γενικής του Συνέλευσης έδειξε την αποφασιστικότητά του σε περίπτωση που επιχειρηθεί η δημιουργία αλυσίδων φαρμακείων μέσα από την καταστρατήγηση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου ή της ενδεχόμενης εκμετάλλευσης από κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα «παραθύρων» στο Προεδρικό Διάταγμα που αφορά το ιδιοκτησιακό των φαρμακείων, να υπερασπιστεί τον θεσμικό του ρόλο με κάθε νόμιμο ή θεσμικό μέσο.
Σε αυτό το θέμα, όπως και σε όλες τις περιπτώσεις θεμάτων που άπτονται του τρόπου λειτουργίας του συστήματος υγείας, βασικός παράγοντας είναι η άποψη των πολιτών.
Πως βλέπουν οι πολίτες το ότι μπορεί να μπαίνουν σ’ ένα φαρμακείο που ο ιδιοκτήτης δεν είναι φαρμακοποιός αλλά κάποια εταιρεία; Σήμερα μία τέτοια έρευνα δεν υπάρχει.
Κάναμε λοιπόν μία βουτιά στο χρόνο και πήγαμε στο 2011. Τότε και συγκεκριμένα από τις 28 έως τις 31 Ιανουαρίου η εταιρεία ALCO για λογαριασμό του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου πραγματοποίησε έρευνα με σκοπό να καταγραφεί η στάση του κόσμου απέναντι στην προοπτική ίδρυσης φαρμακείων από ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ευρήματα της έρευνας αυτής η πλειοψηφία των πολιτών εμφανίστηκε αντίθετη με αυτήν την προοπτική αναγνωρίζοντας τον κοινωνικό ρόλο των φαρμακοποιών, οι οποίοι πρακτικά κάλυπταν –πολύ περισσότερο τότε- αλλά και εξακολουθούν να καλύπτουν την απουσία της οργανωμένης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στη χώρα μας.
Πιο συγκεκριμένα η έρευνα που έγινε σε πανελλαδικό δείγμα 600 ατόμων ηλικίας 25 ετών και άνω, έδειξε ότι οι έξι στους δέκα πολίτες (το 58%) εξέφρασαν αμφιβολίες για την ασφάλεια των υπηρεσιών που θα παρέχονταν σε περίπτωση που ιδρύονταν φαρμακεία από ιδιωτικές επιχειρήσεις, παίρνοντας ουσιαστικά θέση υπέρ των φαρμακοποιών.
Και αυτό είναι απόλυτα λογικό από τη στιγμή που–σύμφωνα με την ίδια έρευνα- οι εννέα στους δέκα πολίτες (90,4%) αντιλαμβάνονται το φαρμακείο ως χώρο που διασφαλίζει την υγεία τους και μόνο ένα 6,5% ως ένα εμπορικό κατάστημα.
Γενικότερα ο Έλληνας φάνηκε να έχει αναπτύξει μία σημαντική σχέση εμπιστοσύνης με τον φαρμακοποιό του τον οποίο συμβουλεύεται για θέματα υγείας από μερικές φορές έως πολύ συχνά σε ποσοστό 65%. Μάλιστα σχεδόν το σύνολο (96%) των ατόμων που απάντησαν εμφανίστηκε αρκετά έως πολύ ικανοποιημένο από τις οδηγίες, την ενημέρωση και τις συμβουλές του φαρμακοποιού του, καθώς και από την εξυπηρέτηση του φαρμακείου της γειτονιάς του (97%).
Η ιδιαίτερη αυτή σχέση εμπιστοσύνης αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι σε μία ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική περίοδο τότε–εν μέσω Μνημονίων-όπου τόσο οι πολίτες όσο και οι ίδιοι οι φαρμακοποιοί αντιμετώπιζαν προβλήματα ρευστότητας, μεγάλο ποσοστό των πολιτών δήλωνε ότι δανείζεται μερικές ή πολλές φορές φάρμακα από τον φαρμακοποιό του. Το ποσοστό αυτό ξεκινούσε από το 42% στις ηλικίες 25-44 (29% δήλωναν μερικές φορές και το 13% δήλωναν πολύ συχνά), ανέβαινε στο 46% στις ηλικίες 45-64 (με τα αντίστοιχα επιμέρους ποσοστά να είναι 29% και 17%) και έφτανε στο 60% στις ηλικίες άνω των 65 ετών (όπου τα επιμέρους ποσοστά που είχαν καταγραφεί ήταν αντίστοιχα 27% και 33%).
Ο τότε Πρόεδρος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου και νυν Δήμαρχος Αμαρουσίου κ. Θεόδωρος Αμπατζόγλου, σε σχόλιο που είχε κάνει στον υπογράφοντα για το θέμα, είχε δηλώσει ότι «τα στοιχεία της σημαντικής αυτής δημοσκόπησης αποδεικνύουν τον υψηλό βαθμό αποδοχής του έργου και της παρουσίας του φαρμακοποιού στην ελληνική κοινωνία. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένοι, που καθημερινά μπαίνουν στα φαρμακεία της γειτονιάς τους, εξυπηρετούνται από τους φαρμακοποιούς και δανείζονται τα φάρμακά τους, στηρίζουν το έργο και το ρόλο τους», τονίζοντας ότι «αυτή η σχέση είναι δυνατή και κανείς δεν μπορεί να τη σπάσει».
Η πρόταση
Σε αυτή λοιπόν τη σχέση είναι καλό να συνεχίσει να επενδύει ο κλάδος. Το πράγμα ίσως είναι πιο απλό απ’ όσο φαίνεται. Ο κάθε πολίτης που μπαίνει σ’ ένα φαρμακείο δικαιούται και πρέπει να γνωρίζει εάν ο επιστήμονας φαρμακοποιός είναι αυτός που κάνει πραγματικά «κουμάντο» στο φαρμακείο ή εάν λειτουργεί ως «βιτρίνα» άλλων συμφερόντων.
Αυτό το δικαίωμα πρέπει να κατοχυρωθεί νομοθετικά, να υπάρχει υποχρεωτικά στην προμετωπίδα του κάθε φαρμακείου και να υπάρχει αυστηρός έλεγχος για την τήρησή του με εξοντωτικές ποινές σε οποιαδήποτε προσπάθεια παραβίασης του νόμου.
