Σχεδόν επτά στους δέκα γονείς στην Ελλάδα που έχουν την ευθύνη φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες όπως παιδικοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία και μπέιμπι σίτερ, σύμφωνα με τα στοιχεία της ειδικής έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2025.
Το ποσοστό όσων δεν κάνουν χρήση τέτοιων υπηρεσιών ανέρχεται σε 67,9%, αναδεικνύοντας μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση της καθημερινότητας των ελληνικών οικογενειών: τη μεγάλη εξάρτηση από την προσωπική φροντίδα των γονέων και την υποστήριξη του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος.
Ως βασικότερος λόγος μη χρήσης υπηρεσιών φροντίδας αναφέρεται η προτίμηση των γονέων να φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους ή από κοινού με τον σύντροφό τους, με το ποσοστό να φτάνει το 47,6%. Ακολουθούν, μεταξύ άλλων, η βοήθεια από συγγενείς και φίλους, καθώς και η δυνατότητα των ίδιων των παιδιών να αυτοεξυπηρετούνται. Την ίδια ώρα, για το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, η επιλογή συνδέεται με προβλήματα στις διαθέσιμες υπηρεσίες, με το κόστος να αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία αν συνδυαστούν με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι γονείς: ένας στους τρεις εργαζομένους δηλώνει ότι η εργασία του συγκρούεται με τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Οι πολλές ώρες εργασίας και οι απαιτητικές ή εξαντλητικές θέσεις εργασίας συγκαταλέγονται στα βασικότερα προβλήματα, ενώ οι γυναίκες εμφανίζονται να αντιμετωπίζουν εντονότερες πιέσεις από τον συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Τι αναφέρει η έκθεση:
Τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα ρωτήθηκαν για το αν έχουν τη φροντίδα παιδιών, έως 15 ετών, που ζουν στο ίδιο ή σε διαφορετικό νοικοκυριό καθώς και το αν έχουν τη φροντίδα ατόμων που είναι μεγαλύτερα των 15 ετών και είναι ασθενή, ευπαθή ή με κάποια αναπηρία.
Το 29,8% των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας, με το μεγαλύτερο ποσοστό (25,7%) να έχει τη φροντίδα μόνο παιδιών, το 3,2% μόνο ενηλίκων ενώ μόνο το 0,9% φροντίζει και παιδιά και εξαρτώμενους ενήλικες. Οι υποχρεώσεις φροντίδας είναι συχνότερες στις γυναίκες (31,9% έναντι 27,6% στους άντρες), στα άτομα ηλικίας 35-44 ετών (65,7% έναντι μέσου όρου 29,8%) και στους απασχολούμενους (35,2%).
Τα άτομα που είχαν την υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών, ρωτήθηκαν για το αν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας (για παράδειγμα, παιδικό σταθμό, ολοήμερο σχολείο, μπέιμπι-σίτερ, κ.λπ.) για όλα ή ορισμένα από τα παιδιά.
Το μεγαλύτερο ποσοστό των ερευνηθέντων δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα από τα παιδιά τους (67,9%). Τα μεγαλύτερα ποσοστά χρήσης απαντώνται σε άτομα ηλικίας 35-44 ετών (36,5%) και στους απασχολούμενους (34,9%). Τα μικρότερα ποσοστά απαντώνται στους ανέργους (17,0%) και στα άτομα 18-24 ετών (14,1%).
Από την άποψη της συχνότητα χρήσης υπηρεσιών φροντίδας κατά τύπο νοικοκυριού, παρατηρείται ότι, όπως είναι αναμενόμενο, τα μεγαλύτερα ποσοστά χρήσης υπηρεσιών φροντίδας αφορούν σε νοικοκυριά με παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών, με το μεγαλύτερο να απαντάται στα ζευγάρια με παιδιά (31,7%) και στους μόνους ενήλικες με παιδιά (19,3%).
Τα άτομα που, αν και έχουν την υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών, δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ρωτήθηκαν για τον κύριο λόγο αυτής της επιλογής. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ερευνηθέντων δηλώνει ότι προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνοι τους ή με τον/την σύντροφό τους (47,6%). Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού (68,0%) και στα άτομα ηλικίας 25–34 ετών (64,1%). Αρκετά συχνά,
ως κύριος λόγος για τη μη χρήση υπηρεσιών, αναφέρεται η ύπαρξη βοήθειας από συγγενείς και φίλους, καθώς και το ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τον εαυτό τους.
Αναφορικά με το 9,6% των ατόμων που δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, δηλώνεται ως κύριος λόγος ένα πρόβλημα σχετικό με τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, σε ποσοστό 5,6% δηλώνεται ως κύριο πρόβλημα το κόστος, για το 3,0% είναι η διαθεσιμότητα της υπηρεσίας και για 1,0% κάποιο άλλο πρόβλημα που σχετίζεται με τις υπηρεσίες.
Περίπου 1 στους 3 εργαζόμενους (33,0%) απάντησαν ότι η εργασία τους έρχεται σε σύγκρουση με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη φροντίδα των παιδιών τους ή των εξαρτώμενων ενηλίκων. Το ποσοστό είναι υψηλότερο για τις γυναίκες (35,4%) και για τα άτομα ηλικίας 35-44 ετών (37,5%).
Το συχνότερα αναφερόμενο πρόβλημα (34,9%) είναι οι πολλές ώρες εργασίας, ενώ δεύτερο σε συχνότητα είναι η απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας (27,0%). Ο χρόνος μετακίνησης και τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα αναφέρονται από το 12,9% και το 13,0%, αντίστοιχα, των ατόμων που δηλώνουν δυσκολία συνδυασμού εργασίας και υποχρεώσεων φροντίδας.
Τα άτομα ηλικίας 18–54 ετών που ερευνήθηκαν, δήλωσαν τον αριθμό των παιδιών που έχουν αναθρέψει συνολικά στη ζωή τους. Κατά μέσον όρο, σε όλον τον πληθυσμό, δηλώθηκε ένα σχεδόν παιδί κατά άτομο. Περισσότερα παιδιά δηλώθηκαν στις ημιαστικές περιοχές (1,26), ενώ το μικρότερο πλήθος στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών (0,81).
Σημαντική είναι η διαφορά μεταξύ ατόμων Ελληνικής και ξένης ιθαγένειας (1,03 έναντι 1,41). Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό επίπεδο, παρατηρείται ότι το μεγαλύτερο πλήθος παιδιών δηλώνεται από τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως Γυμνάσιο, ακολουθούμενο από τα άτομα με πτυχίο Πανεπιστημίου (1,01), ενώ το μικρότερο πλήθος παιδιών δηλώνεται από τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση (0,93).
Σημαντική είναι και η διαφορά μεταξύ απασχολούμενων (1,15) και ανέργων ή ατόμων εκτός εργατικού δυναμικού (0,81 και στις δύο περιπτώσεις) καθώς και μεταξύ των ατόμων που εργάζονται στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (1,48 έναντι 1,07).
Η πλειονότητα των ατόμων που έχουν αναθρέψει παιδί/-ά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί στο παρελθόν δηλώνει ότι δεν έχει λάβει κάποιας μορφής οικογενειακή άδεια (59,9%). Εξετάζοντας τη λήψη οικογενειακής άδειας κατά φύλο, παρατηρείται ότι είναι λιγότερο συχνή στους άνδρες (24,0%) ενώ, αντίθετα, οι περισσότερες γυναίκες έχουν λάβει άδεια μητρότητας ή γονική άδεια (ή και τα δύο).
Η λήψη οικογενειακής άδειας είναι συχνή στα άτομα ηλικίας 18-24 ετών (57,3%), στα άτομα με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (59,2%) και στα άτομα με μεταπτυχιακές σπουδές (58,7%) καθώς και στα άτομα που εργάζονται στον Δημόσιο Τομέα (80,9%), ενώ είναι ιδιαίτερα σπάνια στα άτομα ξένης ιθαγένειας (14,3%) και στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει μέχρι Γυμνάσιο (9,2%).
Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια της οικογενειακής άδειας, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές ανάλογα με το φύλο. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανδρών (85,3%) έλαβε άδεια διαρκείας μέχρι και 6 μηνών, ενώ μόλις το 5,2% πήρε άδεια 6 μηνών έως και 1 έτος και 2,8% μεγαλύτερη του 1 έτους. Αντίθετα, το 27,1% των γυναικών έλαβε άδεια 6 μηνών έως 1 έτος και το 30,5% είχε άδεια μεγαλύτερη του 1 έτους.
